Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Τουτ τουτ τουτ τουτ τουτ

  Πουτάνα αναμονή, δεν φταις εσύ, φταίω εγώ, εγώ που δεν έμαθα ποτέ να περιμένω, εγώ που δεν έμαθα ποτέ να κυνηγάω, εγώ που περίμενα όλα να έρθουν
  Πουτάνα αναμονή, ήσουν είσαι και θα είσαι πουτάνα γιατί 
  γιατί μου αποδεικνύεις ότι
   Φ Τ Α Ι Ω 
  
  Πουτάνα νοσταλγία, κι εσύ μια απ' τις πολλές, τις διάφορες 
  που έρχονται το βράδυ στο κρεβάτι μου και 
  και φοράνε τα ακριβά τους αρώματα και 
  μου θυμίζουν 
  δεν είναι, μου θυμίζουν 
  κι εγώ επειδή έχω ανάγκη να είναι 
  φέρομαι σαν να 
  ... 
  Πουτάνα νοσταλγία, 
  μεθάς το μυαλό μου με-
  ώστε εγώ να-
  πουτάνα νοσταλγία, κλέβεις τις αναμνήσεις μου και μου τις πουλάς για ζωντανές στιγμές 
  για ένα γαμήσι, πουτάνα νοσταλγία
   

  Φθηνή, κουρελιασμένη μνήμη, 
  δεν σου αξίζει καν η οργή μου. 
  Δεν σου αξίζουν καν οι λέξεις που θα σπαταλήσω.
  Καλύτερα να σε φτύνω παρά να μιλάω για σένα.  
  Θέλω να σε δω να καίγεσαι μαζί με τις πολυκατοικίες, τους ξεπουλημένους ποιητές και τα σαχλά βιβλία 
  Φθηνή, κουρελιασμένη μνήμη,
  είσαι η ξεφτίλα του κόσμου.

  Και ναι, ναι πούστηδες, ναι, τα βάζω με το παρελθόν 
  γιατί
  ξέρω 'γω μωρέ γιατί
  ...
  
   
  Ανθρωπάκι!
  Επαναστάτη του καναπέ, μακρινέ ονειροπόλε του παρελθόντος, λυπηρά συμβιβασμένε, βολεμένε μαλάκα, ξεφτίλα μικροαστέ, βρωμιάρη, ανίδεε, ανενημέρωτε σταρχιδιστή, 
  εσύ που με σκουντάς στο δρόμο καταλάθος, εσύ που έπεσες πάνω μου προχθές επειδή βιαζόσουν, εσύ που προσπέρασες τον αβοήθητο επειδή δεν έχεις καιρό για τέτοια, εσύ, εγωιστή, μαλάκα, αρχίδι, ΑΡΧΙΔΙ, 
   χαρτοφυλακισμένε 
   τυποποιημένε
   αυτοματοποιημένη μηχανή που (ανά)παράγει σκατά,
   Θέλω να σε φάω ζωντανό. 

   
   Εξουσία, προβοκάτσια, τιμή, συμβιβασμός, κέρδος, ευθύνη, υποχρέωση, χρέος 
   φαλιμέντο, εξευτελισμός, υποκατάστατο, εθισμός,
   εκδίκηση, λαιμαργία, λαγνεία, φθόνος, ανεπάρκεια, 

   νόηση 
   ... 
   Δεν σας αντέχω άλλο 
  
  
   Πουτάνα μνήμη
   πουτάνα 



  Ο συνδρομητής που καλέσατε δεν είναι διαθέσιμος. Παρακαλώ καλέστε αργότερα. 
  Κλικ. 
  

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Παραμυθάκι της Συνείδησης

    Η Νόρα στο δρόμο δεν περπατάει σωστά. Της Νόρας της έχουνε κόψει τη φουντωτή ουρά της. Της Νόρας της είπαν, όταν της έκοβαν τη φουντωτή ουρά της, πως θα είναι καλύτερα να ζει χωρίς ουρά. Έτσι ζούνε οι άνθρωποι, της είπαν, και οι άνθρωποι ζούνε πολύ ωραία. Η Νόρα δέχθηκε γιατί δεν ήξερε και πολλά από ουρές. Της προσέφεραν, μάλιστα, την κομμένη ουρά της να την κόψουν κομματάκια και να της τη δώσουν να τη φάει, γιατί είναι, λέει, πολύ ευεργετικό να τρως την ουρά σου. Βοηθάει στην ευεξία και την χώνεψη. Αυτό σημαίνει ότι καταπίνεις τα πράγματα πιο εύκολα αν καταπιείς πρώτα την ουρά σου. Η Νόρα όμως αρνήθηκε να φάει την ουρά της. Η Νόρα δέχθηκε να την κόψει από το υπόλοιπο σώμα της αλλά όχι και να την καταπιεί. Όχι, δεν σιχαινόταν, απλά θα προτιμούσε αν η ουρά της παρέμενε στην αρχική της μορφή. Έτσι η Νόρα αποφάσισε να κορνιζώσει την ουρά της και να την κρεμάσει στον πιο φαρδύ τοίχο του σπιτιού της, για να παραμείνει αναλλοίωτη και να μπορεί να την κοιτάζει όποτε θέλει. Για να θυμάται, λέει, την ουρά της, και ποια ήταν πριν την κόψει από πάνω της, και ποια είναι τώρα. Για να μπορεί, λέει, να εκτιμάει. Η Νόρα πάνω από όλα ήθελε να ευχαριστήσει τους σοφούς που τη συμβούλευσαν να κόψει την ουρά της. Γιατί οι ουρές είναι ουρές και περισσεύουνε απ' το σώμα. Το μόνο που προσφέρουνε είναι παραπάνω βάρος που το κουβαλάς κάθε μέρα από 'δω κι από 'κει χωρίς λόγο. Απόλυτα σωστό το βρήκε η Νόρα να κόψει την ουρά της.
  Βέβαια τώρα στο δρόμο δεν περπατάει σωστά. Η πλάτη της πάει λίγο στραβά. Έχει και μια τρύπα στα πισινά της. Είναι λίγο άδεια. Κάποιες φορές στη Νόρα λείπει η ουρά της και κατεβάζει το κάδρο που την έχει κορνιζώσει απ' τον τοίχο, βγάζει το κάλυμμα και προσπαθεί να την ξαναφορέσει. Η Νόρα ξέρει πως αν τη δούνε ποτέ οι σοφοί να το κάνει αυτό θα θυμώσουν πολύ. Φοβάται. Δεν τολμά να ζητήσει να την ξαναράψουνε πάνω της. Προτιμά να ζήσει χωρίς ουρά και να περπατά στραβά παρά ν' αντιμετωπίσει την οργή των σοφών. Που στο κάτω κάτω, σοφοί είναι, κάτι ξέρουν παραπάνω. Η Νόρα εμπιστεύεται το κεφάλι των σοφών περισσότερο απ' το δικό της. Βέβαια, της Νόρας δεν της έχει περάσει απ' το μυαλό πως οι σοφοί δεν έχουνε ουρά. Κι ούτε είχανε ποτέ. Οι σοφοί δεν ξέρουν. Μόνο εικασίες κάνουν. Αλλά της Νόρας ούτε που της πέρασε ποτέ απ' το μυαλό πως εκείνη που έχει ουρά ξέρει περισσότερα για τις ουρές απ' τους σοφούς που δεν έχουνε ουρά. Αυτό σημαίνει πως οι σοφοί είναι πιο έξυπνοι απ' τη Νόρα.
  Γι' αυτό οι σοφοί δεν έχουνε ουρά. 

  Τέλος. 


Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

  ..Και μου είπε, μια μέρα, πάμε εκεί που οι άλλοι δεν έχουν φτάσει ακόμη. Του λέω, πάμε, μα οι άλλοι δεν έφτασαν γιατί δεν κατάφεραν να επιβιώσουν. Μου λέει, αυτοί δεν ένιωθαν όπως εμείς. Δεν θέλανε ό,τι κι εμείς. Μα, δεν έχουμε λεφτά, του λέω. Μου λέει, όχι, δεν έχουμε, αλλά νιώθουμε. Δεν φτάνει. Φτάνει. Εντάξει, φύγαμε. 
    Και φύγαμε.
    Την πρώτη μέρα ήμασταν εντάξει. Τη δεύτερη μέρα, μου λέει, δεν μπορώ, κουράστηκα να περπατάω. Του λέω, δεν πειράζει, θα με καβαλήσεις και θα γίνω τα πόδια σου. Και με καβάλησε κι έγινα τα πόδια του. Την τρίτη μέρα, μου λέει, κρυώνω. Του λέω, δεν πειράζει, θα σ' αγκαλιάσω και θα γίνω το πανωφόρι σου. Και τον αγκάλιασα κι έγινα το πανωφόρι του. Την τέταρτη μέρα, ενώ ήμασταν ξαπλωμένοι, μου λέει, δεν μπορώ, πονάω, χρειάζομαι να ξαπλώσω κάπου μαλακά. Του λέω, δεν πειράζει, θ' ακουμπήσεις το κεφάλι σου στο στέρνο μου και θα γίνω το μαξιλάρι σου. Κι ακούμπησε το κεφάλι του στο στέρνο μου κι έγινα το μαξιλάρι του. Την πέμπτη μέρα, μου λέει, δεν γίνεται, κρυώνω κι άλλο. Του λέω, δεν πειράζει, θα σκιστώ στα δύο και θα μπεις μέσα μου και θα 'ναι σαν να με φοράς· θα γίνω το πουλόβερ σου. Και σκίστηκα στα δύο και με φόρεσε κι έγινα το πουλόβερ του. Ζήσαμε έτσι μέρες πολλές, ως που ήρθε βαρυχειμωνιά κι οι καρποί των δέντρων χάθηκαν· η τροφή έγινε δυσεύρετη. Δυο μέρες νηστικοί, μου λέει, δεν μπορώ, πεινάω. Χρειάζομαι να φάω. Και του λέω, δεν πειράζει, φάε εμένα. Μου λέει όχι, δεν γίνεται, δεν θέλω να σε πονέσω· μα ενώ το 'λεγε με κοιτούσε ήδη με λαιμαργία, σαν ν' αντίκριζε στο σώμα μου τίποτε παραπάνω από φαγώσιμο κρέας, προσπαθώντας να ξεδιαλέξει το καλύτερο κομμάτι μου. Κι έτσι έκοψα με το τσεκούρι που κόβαμε τα ξύλα ένα κομμάτι μου και το καταβρόχθισε. Το τσεκούρι γέμισε αίματα, δεν μπορούσε να το κοιτάζει. Το θάψαμε στο χώμα. Το βράδυ εκείνης της ημέρας το δάσος σκεπάστηκε απ' το χιόνι· κρυφτήκαμε στην κουφάλα ενός δέντρου. Το επόμενο πρωινό, μου λέει, δεν αντέχω, κρυώνω πολύ. Πρέπει οπωσδήποτε να ζεσταθώ. Τα χέρια του τρέμανε και τα χείλη του είχανε μπλαβίσει. Του λέω, δεν μπορούμε πια να κόψουμε ξύλα.. Μα εντάξει, δεν πειράζει. Θα καώ εγώ, να, θα γίνω φωτιά σου, να σε ζεστάνω. Μου λέει, όχι, όχι, δεν γίνεται, δεν θέλω να υποφέρεις για να βολευτώ· μα ενώ το 'λεγε ήξερα πως δεν σκεφτόταν "δεν θέλω να υποφέρεις" αλλά, "τι θα κάνω χωρίς εσένα;".. Του λέω, το πρωί που θα ξυπνήσεις, να φυλάξεις τ' αποκαΐδια μου στο πουγκί σου, να με θυμάσαι. Και περπάτα πίσω, προς το νότο· θα φτάσεις σε δυο μέρες το πολύ. 
   Κι έτσι μου 'βαλα φωτιά και κάηκα κι έγινα η ζέστη του. Κι αυτός γύρισε κι εγώ χάθηκα στο πουθενά για χάρη του. Τις στάχτες μου δεν τις έβαλε στο πουγκί του. Δεν πρόλαβε. Τις φύσηξε το πρωινό αεράκι. 


  

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

04

  Ανακοινώσανε το όνομά της. Φωνή παγερή, θα 'λεγες με όψη κρυστάλλινη αλλά δύναμη σιδερένια. Άσπαστη, αξεπέραστη. Αυταρχική. Ζωή Τζανή- Ρόμπινσον μετά της συνηγόρου της, Αλεξάνδρα Παπα-κάτι. Μέχρι εκεί έπιασα. Στο Παπά- εμφανίστηκε. Τη φέρανε μέσα με χειροπέδες. Κεφάλι σκυφτό, γκρίζα μπλούζα, φαρδιά, όχι δική της. Μπλουτζίν. Μακρύ, πατούσε τα μανίκια του με τα πάνινα παπούτσια της. Είχα να τη δω από τότε που βγήκε το Τροφή για τα Θηρία σε CD και ξοδέψαμε μία ολόκληρη εβδομάδα ακούγοντας μόνο τα τέσσερα τραγούδια του δίσκου. Τα μαλλιά της είχανε μακρύνει· της φτάνανε μέχρι τη μέση. Είχε χάσει τουλάχιστον δεκαπέντε κιλά- δεν την είχα δει πιο λεπτή. Το πρόσωπό της χλωμό, το βλέμμα της κενό, αδιάφορο· η δίκη της ήταν αδιάφορη· ήλπιζα σε οργή, έστω σε θλίψη, σε μετάνοια, ίσως· τίποτα. Κι οι αφέλειες παρέμεναν αφέλειες. Και μ' αυτό, εννοώ και τις τρίχες στο κούτελο, και τις άλλες, στο μυαλό. 
   Την κάθισαν στη θέση του κατηγορούμενου. Λέω την κάθισαν γιατί εκείνη, εμφανώς, δεν αντιδρούσε· δεν δρούσε καν· ήταν μια απλή μαριονέτα τους, ανέκφραστη, αδιάφορη, τα χέρια της πήγαιναν όπου τα τοποθετούσαν αυτοί, τα πόδια της περπατούσαν προς όποια κατεύθυνση ήθελαν αυτοί. Έκατσε. Έβαλε τα χέρια της ανάμεσα στα γόνατα. Χτένισε αδιάφορα μία φορά τα μαλλιά της προς τα πίσω. Εισπνοή- εκπνοή. Μετρούσα τα πάντα πάνω της. Περίμενα να πιάσω το βλέμμα. Ο δικαστής μιλούσε. Δεν άκουγα. Εκείνη δεν είχε ιδέα πως ήμουν εκεί. Αναρωτιόμουν αν θα μ' αναγνώριζε. Αν θα χαιρόταν που μ' έβλεπε. Όχι πως είχε ιδιαίτερη σημασία- σημασία είχε πως ήμουν εκεί, πως ήταν εκεί, πως υπήρχε, μπροστά μου, πάλι. 
    "...Κατηγορείστε για επανειλημμένη διάρρηξη και κλοπή πολλαπλών αυτοκινήτων, καθώς και βίαιη επίθεση κατά της αρχής.." έπιανα φράσεις απ' το στόμα του δικαστή. Χασίς, κλοπές αυτοκινήτων, καταδιώξεις στις τρεις το βράδυ, διατάραξη, ανυπακοή, ασυμβατότητα. Αρνείστε οποιαδήποτε κατηγορία, δεσποινίς -δεσποινίς- Τζανή; Έγνεψε αρνητικά. Περίμενα. Έχετε τίποτα να προσθέσετε, δεσποινίς Τζανή; 
     Σιωπή. Σκεφτόμουν το "δεσποινίς". Υποσχέθηκα να την κοροϊδέψω στην πρώτη ευκαιρία. Σε λίγο καιρό.. 

    "I never hurt anybody" ο ψίθυρος της - η φωνή της- κατέκλυσε τα πάντα· με άδειασε, με γέμισε, μ' έβαλε κάτω και μ' έσκισε στα δύο, μάτωσα, νεκρώθηκα, η φωνή της, η φωνή της, έχουν περάσει χρόνια, χρόνια, Ζωή, Ζωή;;;; Ζωή; 
     "Παρακαλώ;" 
     "Δεν έβλαψα ποτέ κανέναν" επανέλαβε, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Κεφάλι παρέμενε πιστά σκυφτό, δε είχε λόγο να κοιτάξει κανέναν στα μάτια· το βλέμμα της θα τους προσέλαβε· προσπάθησα να φανταστώ την έκφρασή της. Αναλογίστηκα κάθε λεπτομέρεια του προσώπου της. Μίλησε ξανά, αυτή τη φορά ξεχωρίζοντας τις λέξεις: "Δεν έβλαψα. Ποτέ, κανέναν." Θυμήθηκα τον Πιερίδη, το μαθηματικό της Ανατολής: δεν θα πας πουθενά με την τακτική take no prisoners, Μπότσαρη! 
     "Αυτό θα το κρίνουμε εμείς, δεσποινίς". Φαντασιώθηκα να ξεριζώνω το κεφάλι του δικαστή και να το βράζω μαζί με χυλοπίτες. Το μαγαζάκι του νόμου. 
     Εγώ την πίστευα· η Ζωή δεν έβλαψε ποτέ κανέναν· η Ζωή δεν πίστευε στη βία. Μου αφηγούταν συχνά την τελευταία σκηνή απ' το The Dreamers: o Τεό ετοιμάζεται να πετάξει μια μολότοφ στους μπάτσους· ο Μάθιου τον σταματάει· listen to me for a second, okay? This is what they do. This is not what we do. Δείχνει το κεφάλι του. We use this. We do this. Φιλά την Ίζαμπελ. We use this. Φιλά τον Τεό. Εγώ την πίστευα· ήθελα να τρέξω, να την αγκαλιάσω, να της το πω· είμαι μαζί σου, είμαι μαζί σου. Είμαι εδώ, είμαι μαζί σου. 
   Πέρασε ώρα· ώρα μέσα στην οποία δεν άλλαζε τίποτα· ώρα μέσα στην οποία απλώς περιμέναμε. Εγώ κι εκείνη. Δεν με είδε. Δεν πήρα το βλέμμα μου λεπτό από πάνω της. Μισώ όποια διαολεμένη δύναμη με κράτησε απ' το να πεταχτώ απ' τη θέση μου, να την αρπάξω απ' το χέρι και να τρέξουμε. Το γαμημένο γκλοπ κάθε γαμημένου μπάτσου σε κάθε γωνία. Το μαγαζάκι του νόμου. Αλλά, μην ακούς, όσο και να βρίζω, δεν αλλάζει κάτι. Το θέμα είναι πως όταν έπρεπε, δεν το 'κανα, ε; Κώλωσα. Φοβήθηκα τις συνέπειες. Τις συνέπειες! 
    Ακούστηκε το σφυρί που βαράει στο ξύλινο τραπέζι. Βουβάθηκαν τα πάντα. Έτρεμα. Πόσα χρόνια θα φάει; Δεν υπήρχε τίποτα· υπήρχαμε μόνο εκείνη, ο δικαστής κι εγώ. Έσφιξα τις γροθιές μου. Μου είπα, ρε μαλάκα, ή τώρα, ή ποτέ. "Το δικαστήριο απεφάνθη..." Ή τώρα ή ποτέ, ρε καριόλη, ή τώρα ή ποτέ, ή τώρα ή ποτέ, ή τώρα ή ποτέ, ή τώρα ή ποτέ, δεν θα την ξαναδείς, ή τώρα, ή ποτέ, ρε μαλάκα, ή τώρα, ή ποτ

   ...είμαι όρθιος· τρέχω· την πιάνω απ' το χέρι· δεν με αναγνωρίζει, το ξέρω, την τραβάω, τρέχω, τρέχει μαζί μου, την αγγίζω, είναι υπαρκτή, την αισθάνομαι, αισθάνομαι τον καρπό της, το σφυγμό της να πάλλεται σαν το κενό ανάμεσά μας, το κενό που τώρα εκμηδένισα· τρέχουμε, φωνές, βουητά, σφυριά που χτυπούν στα τραπέζια, καρέκλες που τρίζουν απ' την επαφή τους με το μαρμάρινο πάτωμα, μπάτσοι, γκλοπ, ξύλο, πιάστε τους, είναι φυγάδες, πιάστε τους, Ζωή, Ζωή ακούς; Είμαστε φυγάδες, Ζωή, φυγάδες! Άνθρωποι, κουστούμια, βλέπω την πόρτα, τρία, δύο εν- μπάτσος με αγκαλιάζει με τα χοντρόμπρατσά του, του παίζω μία, δύο, τρεις στ' αρχίδια, φύγαμε, Ζωή; Ζωή; Την εντοπίζω ένα μέτρο μακριά μου, με κοιτάζει, με αναγνωρίζει, χαμογελάει, νιώθω τα δάκρυα στα ζυγωματικά μου αλλά δεν έχουμε χρόνο, τρέχω, τρέχει, τρέχουμε, Ζωή, Ζωή, Ζωή, πηδάμε τα σκαλοπάτια, είμαστε στο δρόμο, ανάμεσα στους ανθρώπους, πίσω μας μπάτσοι, δεξιά, αριστερά, πίσω, μπροστά, τρέξε, τρέξε, μην σκέφτεσαι, τρέξε, δεξιά στο στενό, αριστερά, θα μας χάσουν, δεξιά, αριστερά, από 'δω! Από 'δω! Ανεβαίνουμε τα σκαλιά της ξένης πολυκατοικίας· δεν έχουμε ιδέα αν μας ακολουθούν ακόμη· ταράτσα. Σπρώχνω την πόρτα. Ξεκλείδωτη. Είμαστε τυχεροί. Βγαίνουμε στην οροφή. Έχουμε τρία δευτερόλεπτα ν' αναπνεύσουμε. Χαζεύουμε την όψη των μεγάλων κτιρίων, την απόστασή μας απ' το έδαφος, φανταζόμαστε την ελεύθερη πτώση· βλέπουμε τους μπάτσους να στρίβουν μέσα στην πολυκατοικία που λίγο πριν στρίβαμε εμείς· την πιάνω απ' το χέρι. Τρέχουμε.  Πηδάμε τους διαχωριστικούς τοίχους, από ταράτσα σε ταράτσα. Τέσσερις πολυκατοικίες μετά, αποφασίζω πως ειν' ώρα να κατέβουμε. Η πόρτα είναι κλειδωμένη· πλαστική, φθηνιάρικη· τη σπάω με την τρίτη μπουνιά. Στριμωχνώμαστε όπως-όπως στο ασανσέρ. Πατάω το κουμπί για υπόγειο· καλύτερα να 'χουμε μια καβάτζα. Σιωπή. Την κοιτάζω. Στα μάτια. Στο βλέμμα. Ηλεκτρισμός. Τοποθετώ το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες μου. Της φιλώ τα μάτια. Ζωή. Ζωή. Ζωή. Ζωή. Ζωή. Ζω

   όχι, όχι δεν ζω, δεν ζω, έχω πεθάνει, γιατί είμαι μαλάκας, είμαι ένα ΑΡΧΙΔΙ, γιατί τίποτε από αυτά δεν συνέβη, τίποτε, ακούς; Εγώ συνέχισα να κάθομαι σα μαλάκας στη θέση μου, εκεί, στην ξύλινη θεσούλα ανάμεσα σε όλες τις άλλες ξύλινες θεσούλες, βολεμένος, βολεμένος ο κώλος μου βολεμένη η πλάτη μου βολεμένα τα μπράτσα μου βολεμένη η ζωή μου στην ανιαρή καθημερινότητα, στη θνησιγενή ρουτίνα. Να περιμένω. Και καλά. Την απόφαση. Μέτρησα εικοσιεπτά καρδιές που χτυπούν μέσα στην αίθουσα. Δεκατέσσερα ζευγάρια γόβες. Δέκα γραβάντες. Επτά λάμπες. Ο διπλανός μου ανασηκώθηκε τέσσερις φορές. Ο μπροστινός μου έξυσε το κεφάλι του ένδεκα φορές. Το πουκάμισο του διπλανού μου έχει οκτώ κουμπιά. Από την τελευταία φορά που την είδα έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια. Δεκαπέντε. Δεκαπέντε. Δεκαπέντε. Δεκαπέντε. Δεκαπέντε. Απ' την τελευταία φορά που την είδα έχω αλλάξει περίπου τριανταδύο φορές χορδές στην κιθάρα. Έχω διαβάσει τουλάχιστον εκατόν πενήντα νέα βιβλία. Δέκα βιβλία το χρόνο είναι λίγα. Δεκαπέντε χρόνια. Δεκαπέντε χρόνια είναι πολλά. Δεκαπέντε χρόνια είναι λίγα. Περίμενα. Σαν μαλάκας. Στην ξύλινη καρέκλα μου. Κοιτούσα. Σαν μαλάκας. Τα μαλλιά της που πέφτανε μπροστά απ' το πρόσωπο ατημέλητα, αχτένιστα, σαν και πάντα. Τη γκρίζα μπλούζα που ταίριαζε με τα χρώματά της. Το ρολόι στον τοίχο. Το δικαστή που έξυνε τα μούσια του και αναρωτιόταν, ήταν πολύ καριόλα η γυναίκα μου σήμερα; Να την πληρώσει η κατηγορούμενη; Το μπάτσο στη γωνία που χάιδευε το μπλοκ του όπως γλύφει το σκυλί τ' αρχίδια του.  
   Και καθόμουνα. 
   Και όταν ανακοινώσανε την ποινή, πάλι καθόμουνα. 
   Και όταν είπε ο δικαστής "τόσα χρόνια φυλάκιση", πάλι καθόμουνα.
   Και όταν τη σηκώσανε και την πήρανε μέσα, πάλι καθόμουνα. 
   Και όταν χάθηκε πια απ' το οπτικό μου πεδίο, ακόμη καθόμουνα, που να με πάρει. 



   Πολλές φορές σ' όλα τα χρόνια που την είχανε μέσα εγώ νόμιζα πως την έβλεπα στο δρόμο· τα μαλλιά της, το πουλόβερ της, η ζακέτα που της είχα δανείσει, τα παπούτσια της, η σκιά της, η φωνή της. Πάντα λάθος, προφανώς. Τη μέρα που την ξανάδα, τριγύριζα στα παλιά μας λημέρια, στην Πινακοθήκη- τυχαία. Το εννοώ. Όχι δηλαδή ότι, σαν άλλες φορές, τη θυμόμουνα και περνούσα από 'κει για να θυμηθώ κι άλλα. Όχι. Ένα φιλαράκι πήγαινα να συναντήσω στη Λότζια· μου 'στειλε μήνυμα πως έπαιζε θέμα και θ' αργούσε κάνα εικοσάλεπτο. Έκατσα στα σκαλιά της Πινακοθήκης· είχανε στήσει κάτι τύποι μουσικές, έμεινα ν' ακούσω. Έπαιζαν σουίνγκ. Την είδα. Πρώτη φορά σ' όλες τις φορές που νόμισα πως την είχα δει, έβλεπα το βήμα της. Το βήμα της. Πάγωσα. Έχω κενό τριών δευτερολέπτων. Δεν έχω ιδέα πόση ώρα την κοιτούσα να στέκεται μπροστά στους τύπους που έπαιζαν μουσική. Δεν έχω ιδέα τι έκανα, τι σκεφτόμουν, τι έβλεπα, τι ένιωθα, τι άκουγα, ξέρω μόνο τι συνέβη. Με είδε. Και βέβαια, βέβαια, μ' αναγνώρισε. Χαμογέλασε. Πλησίασε. Εγώ δεν είχα δύναμη να κουνηθώ. Στάθηκε μπροστά μου. Αργές κινήσεις. Σταθερές. Μ' ερώτηση: μέχρι πού μου επιτρέπεις να φτάσω; Τι έχει αλλάξει; Κι εγώ, χωρίς λέξεις, απαντούσα: παντού. Τίποτα. Άπλωσε τα χέρια της· χάιδεψε το πρόσωπό μου με τις παλάμες της· τα μαλλιά μου· το σβέρκο μου· περπάτησε με τα δάχτυλά της πάνω στο σώμα μου. 
   Το μόνο που θυμάμαι είναι να λέω το όνομά της. Και τον κόσμο μου που έτριζε κι ηλεκτριζόταν στην αίσθηση του εκφυλισμού της απόστασης μεταξύ μας.
   Την αγκάλιασα. Είχα να την αγκαλιάσω από τότε που την αποχαιρέτισα στο σταθμό του τρένου για πάνω. 



   -Θα μείνεις; 
    Χαμόγελο. 
   -Θα μείνω. 
   -Κομμένες οι μαλακίες; 
   -Κομμένες. Δεν θα με ξαναπιάσουν.
    Γελάσαμε.


   -Δουλεύεις; 
   -Ναι, ναι, βρήκα πρόσφατα, σ' ένα βιβλιοπωλείο, καινούριο, εδώ πιο κάτω.. Να περάσεις καμιά μέρα..
     Παύση. 
   -Με θυμάσαι καθόλου;
     Πόνος.  



   -Ήρθα.
   -Μ;
   -Λέω, ήρθα.
   -Πού;
   -Στη δίκη. 
   Με κοίταξε. Έκπληξη. 
   -Πώς; 
   -Πώς ήρθα; Με τα πόδια. 
    Μου 'δωσε ένα αυστηρό βλέμμα, προσπαθώντας να μην γελάσει.
   -Πώς το ήξερες. 
   -Η μάνα σου.. Την πήρανε τηλέφωνο όταν σε πιάσανε. Με πήρε κι εκείνη με τη σειρά της -δεν ζούσα στο Ηράκλειο τότε- και μου είπε, Παύλο, αυτό.. Δεν στο λέω, μου είπε, για να κάνεις κάτι, τι να κάνεις κι εσύ.. Απλά νομίζω θα 'θελες να ξέρεις.. Ε, και ήρθα. 
   -Γιατί; 
   -Ξέρω 'γω; Ήθελα. 
   Γέλασε. 
   -Τι; 
   -You came as a martyr. A martyr for your love for me. 
   Σιγοτραγουδήσαμε παρέα το τραγούδι των Στράιπς. 



   Μιλούσαμε· οι ώρες έτρεχαν· οι μέρες χόρευαν γύρω μας· τρέχαμε παρέα με το βέλος του χρόνου. Πηγαίναμε μαζί στο βιβλιοπωλείο το πρωί· εγώ εξυπηρετούσα πελάτες κι εκείνη διάβαζε, ασταμάτητα, ατελείωτα. Το μεσημέρι γυρνούσαμε σπίτι, μαγειρεύαμε, βάζαμε το φαγητό σε τάπερ, καβαλούσαμε τα ποδήλατα και γευματίζαμε όπου μας ερχόταν. Στο λιμάνι, στο πάρκο, στο δάσος, στη μέση της πλατείας. Το απόγευμα πίναμε καφέ στο μπαλκόνι, "με θέα άλλα μπαλκόνια, π' αράζουν γέροι που περιμένουν στωικά να 'ρθει η ώρα τους, κάποιο μεσημέρι, κάποιου καλοκαιριού· τότε που η ζέστη λιώνει τους δείκτες των ρολογιών, και οι ώρες περνάν απαρατήρητες"... Τα βράδια βγαίναμε· σε κάνα ρακάδικο, σε κάνα μπαρ, σε καμιά συναυλία, σε κάνα θερινό σινεμά. Μια- δυο φορές βγήκαμε με σπρέι και βάψαμε την πόλη. Συνθήματα μόνο. Δεν ξέραμε και τίποτ' άλλο. Βλέπαμε την ανατολή απ' το λιμάνι. Καθόμασταν μέχρι και που έφτανε το πρώτο πλοίο. Πολλές φορές, μες στην σιωπή της ώρας, στη γαλήνη της απόλαυσης του υπαρκτού, στην άτακτη καθησύχαση της δίψας για ζωή με το παρόν, εκείνη έσπαγε. Σε χίλια κομμάτια. Κουλουριαζόταν, αγκάλιαζε τα γόνατά της. Έκλαιγε. Δεν ήξερα τι, δεν ήξερα γιατί, δεν ήξερα πώς, πού, πότε. Σκεφτόμουν μια φράση απ' το 'Χαμογέλα,ρε.. τι σου ζητάνε;' του Μίσσιου: "Η Σαλονίκη θα παραμείνει μια ερωτική επίκληση που σχολιάζει τα μωβ συναισθήματα του κορμιού της". 
   Το σημείωμά της μου το άφησε κάτω από μια ζεστή κούπα καφέ. Το χαρτί το κράτησα· έχει ακόμη το λεκέ απ' το φλιτζάνι. "ΤΑ ΞΑΝΑΛΕΜΕ. ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ."

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Ο νους μας ειν' αληταριό π' όλο θα δραπετεύει

 Αναρωτιέμαι πώς τόλμησα ποτέ να θεωρήσω πως γνώριζα έναν άνθρωπο, αφού δεν είχα πρωτού μοιραστεί μαζί του ένα τουλάχιστον ξημέρωμα. Όταν, καταμεσής στο σαρκοβόρο παγετό της νύχτας, προβάλει διστακτικά ο ήλιος για να πυρπολήσει με τις αχτίδες του κάθε ψύχος που βασάνιζε μες στο σκοτάδι τις ψυχές, ο άνθρωπος αλλάζει· αφοπλίζεται· απογυμνώνεται. Βγάζει το προσωπείο, που να με πάρει. Όχι ότι τα προσωπεία κάνουνε μεγάλη διαφορά - δεν κατορθώνει ποτέ, να ξέρεις, ο άνθρωπος, να κρυφτεί για τα καλά, πάντα κάτι περισσεύει- έτσι κι αλλιώς, τ' ανθρώπινο πρόσωπο διαβάζεται. Το πρόβλημα είναι στην επιλογή, κατάλαβες; Το πρόβλημα είναι που ο άνθρωπος διαλέγει να το φορά το προσωπείο. Αυτό είναι που μου πρήζει τ' αρχίδια μες στη μέρα και δεν μπορώ να επικοινωνήσω. Οι επιλογές τους. Να κρυφτούνε. Οι μαλάκες. Σσσσς, μη φωνάζεις, θα μας ακούσουν. Σσσσς, μη βρίζεις, είναι ντροπή. Κρύψου, ανθρωπάκο, κρύψου. Κινήσου σα μηχανή με πόδια μέσα απ' τους ασφαλτόστρωτους δρόμους που χαράξανε για σένα, σφύξε στο λαιμό τη γραβάντα, αγάπα τα παιδιά σου, τη γυναίκα σου, το Θεό, φίλα την κατουρημένη ποδιά του αφεντικού σου. Φτιάξε καφέ! Δούλεψε! Βγάλε λεφτά! Αγόρασε! Σσσσς, μη μιλάς, θα σ' ακούσουν. Μην απαιτείς. Να ευγνομωνείς το Θεό για την κουτσουλιά που έβαλε να προσγειωθεί κατευθείαν στη φαλάκρα σου. Φαλάκρα; Αγόρασε! Κατανάλωσε! Κρέμες, καλλυντικά, χάπια. Προς στα κάλη, τι 'ν' ο πόνος, το χρήμα, η υγεία, η ευτυχία σου; Ζήτω οι τρίχες! Τι έλεγα; Ναι- και προς Θεού, ε, μην τολμήσεις να σηκώσεις το κεφάλι. Απαγορεύεται. Και δεν εννοώ, ν' αντισταθείς. Αυτό προφανώς απαγορεύεται! Εννοώ, μη σηκώσεις κεφάλι να κοιτάξεις τον ουρανό. Κράτα τα μάτια στο δρόμο. Κοίτα μόνο τα παπούτσια σου. Τη μύτη σου! Πρόσεχε το τομάρι σου, θα στο φάνε. Και σε καμιά περίπτωση μην είσαι ο εαυτός σου! Δεν χωράς.
  Άιντε βγες τώρα και πες τα όλα ετούτα. Να βγω στο δρόμο να χορέψω, θα με κλείσουνε στα τρελάδικα. Κανείς δε χορεύει χωρίς μουσική. Η μουσική είναι μέσα μου, καριόλια! Να βγω να παίξω μουσική, θα με κλείσουνε στη στενή. Διατάραξη κοινής ησυχίας. Διατάραξη κοινού καλού κάνετε εσείς, γαμώ τα μπατσικά σας! Να βγω ν' αγκαλιάσω κόσμο, θα με τρέχουνε στα δικαστήρια. Σεξουαλική παρενόχληση. Θα τους διορθώσω: παράνομη διακίνηση αγάπης, κύριε δικαστά... Σιωπή, κατηγορούμενε. Και τα λοιπά, και τα λοιπά..

  Τι ξέρουνε, μωρέ, και αυτοί; Ιδέα δεν έχουνε. Και θα τους πω καημένους! Οι πάμφτωχοι. Μας ζαλίσατε τον έρωτα με τα λεφτά σας! Και το εννοώ. Εμένα, τουλάχιστο, ο έρωτάς μου ξερνά πεταλούδες στη θέασή σας, ωρέ. Εννοώ, ο έρωτάς μου, όχι ως πρόσωπο- ο έρωτάς μου ως συναίσθημα. Ο έρωτας που θρέφω μέσα μου· για πράγματα κι ανθρώπους. Για την ζωή, την τέχνη, την ομορφιά των τόπων. Για ό,τι ακόμη δε γνώρισα και βρίσκεται μπροστά μου. Για ό,τι άφησα πίσω μου κι υποσχέθηκα να μην επιστρέψω ποτέ σ' αυτό. Αυτός· αυτός ο έρωτάς μου ξερνά μόνο και που σας βλέπει. Και πνίγεται. Αυτοστραγγαλίζεται στην πόλη που βασιλεύουνε τα χοντρόπετσα πρόσωπά σας, που τα βολέψατε πίσω απ' τις πλαστικές μάσκες οξυγόνου κι ό,τι παπαριά σας πλάσαρε η Νέα Εποχή..
  Αυτά, που λες. Αυτά συμβαίνουνε τη νύχτα και τη μέρα. Μα μπροστά στο ξημέρωμα, δεν ειν' έτσι. Ο άνθρωπος, στο φως της αυγής, είναι αυθεντικός. Ρευστός, αδέσμευτος. Όχι όλοι, όχι. Όχι όλοι μαζί, έστω· ίσως καθένας χωριστά. Σ' άλλο τόπο, σ΄άλλη ώρα, μα πάντα το ξημέρωμα. Και στο δειλινό, ναι.. Στο δειλινό 'ναι αλλιώς. Το δειλινό κρύβει μια νοσταλγία. Μια μελαγχολία βαριά, σαν κατακάθι βαρύ γλυκού ελληνικού καφέ σε περιμένει κάτω απ' τη γλύκα, να εμφανίσει την πικρία του, να σε τρομάξει με την αδιαλλαξία του.. Ενώ το ξημέρωμα κουβαλά την ελπίδα. Στη φυτεύει στην ψυχή. Σου λέει να, να το φως, προχώρα. Λίγο ακόμη. Ν' ανεβούμε λίγο ψηλότερα. Αδέσποτος ειν' ο άνθρωπος τη χαραυγή· άναρχος, κυρίαρχος του εαυτού του κι όχι υποχείριο των νόμων που του επιβάλανε, κατάλαβες; Το λέει και το στιχάκι. Όσες κι αν χτίζουν φυλακές, κι αν ο κλοιός στενεύει...
  Αφού την ξέρεις, μωρέ, τη συνέχεια. Μίλα. Πες το. Αλλά πού.. Εσένα σε φάγανε νωρίς. Την έκανες γι' αλλού. Τι να πω. Πάντως, το στιχάκι, είδες ε, μου 'χες πει να το θυμάμαι, και το θυμάμαι. Αν ήσουνα εδώ τώρα, θα χαμογελούσες, σε ξέρω. Γαμώ τη φάρα μου, σε 'χω πεθυμήσει, μωρέ. Αλλά, αυτό είναι άλλη ιστορία, όχι; 

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

          "Καλό, ε; Καλό, ρε Μανόλη, αλλά λίγο σκληρό. Δηλαδή, κοίτα να δεις, δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε αυτή την απλή καθημερινή ζωή των ανθρώπων, τι σκατά θα γίνει, δηλαδή… Σκατά, καρντασάκι, σκατά, καλά το ‘πες. Ποια ζωή, ρε Σαλονικιέ; Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναυπάρξουμε ποτέ. Και ‘μεις τι την κάνουμε, ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από ‘δω κι από ‘κει δολοφονώντας την… Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις… Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα… Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σμπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή. Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό». Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφειό δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν’ απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας… Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για ‘μας… Όμως τ’ αφήσαμε για αύριο… Για να πάμε πού, ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά στο θάνατο, και ‘μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ την ζωή μας, χαιρόμαστε. Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας. Την καταντήσαμε ένα καθημερινό, χωρίς καμία ελπίδα αντίστασης θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος… "

από το βιβλίο Χαμογέλα, ρε... τι σου ζητάνε; του Χρόνη Μίσσιου. 

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Μέσα στα ρούχα μου σε κρύβω σαν φωτιά, να 'χουν να λεν πως δεν σε γνώρισα ποτέ μου

 Η μόνη γαλήνη που κατόρθωσα ν' αγγίξω είναι αυτή της χαραυγής· αυτή που δαμάζει τις σκέψεις χαϊδεύοντας τις, κι όχι όπως άλλοτε προσπαθούσα εγώ, επιβάλλοντας σ' αυτές χαλινάρια και πέταλα. Το μόνο φιλί που γέμισε ποτέ ό,τι μέσα μου υπάρχει κενό ήταν της θάλασσας· κι όποιος ήχος μ' αγκάλιασε δίχως να με πνίξει ήταν των κυμάτων της. Κι όποια ευτυχία με περιτριγύρισε, την άρπαξε η Ζωή και τη ρούφηξε μεμιάς· η Ζωή, όχι η ζωή· αυτή που τώρα φθονώ και κυνηγώ· αυτή που γνωρίζει πώς να γεύεται την ομορφιά των τόπων, όταν την αντικρίζει. 

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

πάλι ;

  Χρατς, χρουτς, χρατς, χρουτς, χρατς, χρουτς. Οι σόλες των παπουτσιών μου κολλάνε στην άσφαλτο. Χρατς χρουτς, χρατς χρουτς. Προχωράω και στο δρόμο πέφτουνε πίσω μου υπολείμματα σαδισμού που ξέχασα να καταπιώ. Επίτηδες. Τρέχουνε απ' τις τσέπες μου και 'γω καμώνομαι πως δεν τα βλέπω, κι έπειτα τσουρλάνε στο δρόμο και πέφτουνε πάνω στους άλλους. Κι όταν πια βλέπω τ' αποτελέσματα πάνω τους κι είναι πια δήθεν αργά, καμώνομαι πως μ' ένοιαξε και νιώθω εντάξει. Αθώα.
   Χρατς χρους χρατς χρους χρατς χρουτς. Οι σόλες των παπουτσιών μου κουβαλάνε τα παπούτσια μου και τα παπούτσια μου κουβαλάνε εμένα κι αν συνεχίσουνε αυτές να κολλάνε στον πεζόδρομο σε κάθε μου βήμα θα κουραστώ και δεν θα φύγουμε ποτέ, εγώ και τα παπούτσια μου και οι σόλες μου, και φοβάμαι, τρέμω στην ιδέα, με στοιχειώνει αυτό το χρατς χρουτς

  Χρατς χρουτς χρατς χρουτς χρατς χρουτς. Η ίδια μου η ύπαρξη είναι λεκιασμένη με γιγάντιες κηλίδες μαζοχισμού. Δεν με φτάνει πια να νιώθω ωραία, κατάλαβες; Χόρτασα. Κι έχω πια κολλήσει στον τοίχο των περιορισμών μου και τον ψηλαφώ με τα δάχτυλά μου και ψάχνω να βρω· να τον περάσω; Να μην τον περάσω; Γιατί θα 'μαι καταραμένη αν το κάνω και βαριεστημένη αν δεν το κάνω. Κι έπειτα ψηλαφώντας ανακαλύπτω μια απ' αυτές τις γιγαντιαίες κηλίδες και σκέφτομαι 

  μήπως να μου πάρω ό,τι έχω για να θέλω ό,τι δεν έχω; 
  Μα ύστερα,
  δεν έχω τίποτα. Αυτό είναι ένα από τα προβλήματα. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, ευχής έργο θα ήταν· εδώ που είμαι όμως μοιάζει πιο πολύ με μπρος κενό και πίσω κενό και δεξιά κενό και αριστερά κενό και πάνω μας κενό και κάτω μας κενό και παντού κενό. Τόσο κενό που δεν χωράει τίποτα.
 
  Χρατς χρουτς χρατς χρουτς χρατς χρουτς χρατς χρουτς. Είναι ενοχλητικό, κατάλαβες; Όχι το χρατς χρουτς. Το χρατς χρουτς είναι ρυθμικό και με βοηθάει να κρατήσω το ρυθμό σκέψης. Και να μην τα χάσω. Όλα. Όλα θα τα χάσω αν χάσω τον ειρμό σκέψης. Γι' αυτό δεν σταματάω να περπατάω. Θα χάσω κι όποια φασαρία μου επιτρέπει ν' αποσπώμαι απ' τον αιώνιο αντίλαλο που βουίζει όλη την ώρα στο κεφάλι μου. Εδώ που ζω. Στο κενό. Τα πάντα εξαρτώνται απ' τον ειρμό της σκέψης.
   Στρίβω, ζιγκ ζαγκ, γωνίες, δεξιά, αριστερά, σκαλί, λάσπες, δεξιά, όλο ευθεία, χρατς χρουτς, mind the gap
 
    Oh, I mind the gap. I really mind the fucking gap.


   Τι έλεγα; Είναι ενοχλητικό, ναι. Πολύ. Το κενό. Είναι σαν, πώς να το πω· σαν να με 'χουνε καλύψει ολόκληρη με γυάλινα ρούχα. Είναι το δέρμα μου, κι από 'πάνω τα γυαλιά. Κατάλαβες; Όλο το σώμα έτσι, και στο κεφάλι ένα τετράγωνο γυάλινο δωμάτιο. Πιο μεγάλο από ευρύχωρο. Κοιτάζω απ' έξω, βλέπω, με δυσκολία λίγο, είναι τα τζάμια βλέπεις και κάπως πέφτει το φως και  ανακλάται και μου γαμάει την εικόνα. Κι ακούω λίγο, έτσι βουβά αλλά ακούω, κάτι πιάνω, τέλος πάντων, όχι αρκετό, ίσαμε να μπορώ ν' απαντάω. Και ξέρω πως μ' αγγίζουνε αλλά δεν μπορώ να το νιώσω, κατάλαβες; Γιατί είναι το γυαλί που καλύπτει το δέρμα μου και δεν μ' αφήνει να αισθανθώ ένα άγγιγμα. Δεν μ' αφήνει ν' απολαύσω. Ανάμεσα σ' εμένα και στις αισθήσεις μου επικρατεί το κενό.


  Χρατς χρουτς χρατς χρουτς χρατς χρουτς χρατς χρουτς χρατς χρουτς 



  Τον ειρμό της σκέψης. Τον ειρμό. Της σκέψης. Τη σκέψη. 
   The gap. Mind the gap.


   Γυαλί είναι, θα μου πεις, σπασ' το, ε; Να δεις όμως που όσες φορές έχω γλιστρίσει και πέσει -κι αυτό είναι συχνά- αυτό μια χαρά, άθικτο, εκεί, παραμένει, πυκνό, σκληρό, γυάλινο. Δεν σπάει.



     Μου 'χανε πει βέβαια κάποτε πως τα ρήγματα πάντοτε ξεκινούν εκ των έσω.  




Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

 Στις γυναίκες που περιμένουν τα βράδια -κι αυτό αντιμετωπίστε το είτε ως Αντικείμενο είτε ως Χρονικό προσδιορισμό-  ξαπλωμένες στα κρεβάτια τους καλυμμένες με τα κόκκινα σκεπάσματα· και σ' εκείνες που βάζουν φωτιά στην πλαστή γαλήνη της νύχτας με τα βογκητά τους, ενώ δαγκώνουν το κάτω χείλος τους και λερώνουν τα σεντόνια τους με αμαρτωλό ιδρώτα· στους άνδρες που αυτοκτονούν ζώντας και σ' όλους αυτούς που τρέχουν, τρέχουν, τρέχουν· στο κύμα του χρόνου που καταπίνει τα όμορφα και ξερνά την ανάμνηση της αντάμωσής τους· στις αναπνοές της θάλασσας που μιλούν την άπιαστη γλώσσα· στην αρμονία της ανισορροπίας που μας κρατά ζωντανούς· σ' εσένα· σ΄εμένα· σ' εκείνους. Σ' όποια στιγμή γίνεται απτή, γερή, για να 'χω να πατήσω, μήπως και διασχίσω μια μέρα το δρόμο που μας χωρίζει. Και πάνω απ' όλα, στο δρόμο αυτό. Στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στον πόθο για ζωή και την ζωή την ίδια.

  Σ' αυτά θα χυθώ, μήπως και βρω μια μέρα αυτό που καμώνομαι πως ψάχνω όταν είμαι μακριά της. 

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Εκεί

 Η αταξία των σκέψεων δεν διορθώνεται· το βουητό του εαυτού δεν αποσιωπάται· η ενοχή δεν στερεύει· οι κατηγορίες δεν διαγράφονται· ο χρόνος δεν σταματά να κυλά· η εντροπία δεν ανακάμπτει την πορεία της. Ό,τι σπασμένο δεν επισκευάζεται, ό,τι χαμένο δεν επιστρέφει.
 Απλώς,
  όλα ετούτα παύουν να έχουν την παραμικρή σημασία.
 




  Τέλος δεν έχει η θάλασσα
κι όποιος την εξαντλήσει
να μας αφήσει στ' ανοιχτά
και σπίτι να γυρίσει 


Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

 Σηκώνει βλέμμα. Κοιτάζει στα μάτια. Βαθιά αναπνοή. Won't look away if you don't look away. Υπόσχεται. Αθετεί υπόσχεση, κατεβάζει βλέμμα. Αναπάντεχο. Έτσι θα πει. Αναπόφευκτο και αναπάντεχο. Αγγίζει. Νιώθει. Ρυθμός με τα ακροδάχτυλα στο γόνατο. Νταπ-νταπ-νταρανταπ-νταπ. Μουρμουρίζει μελωδία. Αλλάζει στάση, ανασηκώνεται, βγάζει καπνό-φιλτράκια-χαρτάκια. Φίλτερ στο στόμα, σκιν στο χέρι, καπνός ανοιχτός στην ποδιά. Χούφτα καπνός, τοποθετεί στο σκιν, στρίβει, βάζει φίλτερ στην άκρη. Στρίβει πάλι, γλύφει, κολλάει. Θαυμάζει. Στραβό χαμόγελο, σκατά το 'στριψα. Σταρχιδισμός. Αναπτήρας; Σηκώνει βλέμμα, ψάχνει αναπτήρα. Συναντάει ανεπιθύμητα επιθυμητό βλέμμα, μπζζζ, κολλάει. Βαθιά αναπνοή. Won't look away. Υπόσχεται, αθετεί, τραβάει βλέμμα, εντοπίζει αναπτήρα. Δεν φτάνει, ζητάει πάσα. Αρνούνται πάσα, βρίζει, ξαναζητάει πάσα. Σταρχιδισμός. Σηκώνεται, αρπάζει αναπτήρα. Στριφογυρίζει στα χέρια. Ρυθμός με τα ακροδάκτυλα στο γόνατο. Νταπ-νταπ- νταραντάπ-νταπ. Τσιγάρο στριμμένο σκατά στο δεξί χέρι. Γουλιά μπύρα πρώην παγωμένη, νυν σκατά. Μορφασμός ανικανοποίησης. Ωραίο τραγούδι στα ηχεία, κουνάει ρυθμικά κεφάλι. Μουρμουρίζει στίχους. Τσιγάρο σκατά στριμμένο μετακομίζει από τα δάχτυλα στο στόμα. Τραμπάλα τσιγάρου με τα χείλια. Πρώτη απόπειρα ανάφλεξης τσιγάρου: απέτυχε, σόρι, τράι εγκέν. Προσοχή αποσπάται προσωρινά από φιστίκι. Δι λαστ φιστίκ. Ψίχουλα στην ποδιά. Εκτοπίζει με χέρι. Κουτουλάει ακούσια σε ξένο γόνατο. Αγγίζει. Νιώθει. Μεγάλη πούστρα η ειρωνεία της τύχης. Σηκώνει βλέμμα, συναντάει βλέμμα, won't look away if you don't look away No.3, υπόσχεται, δεν αθετεί, κρατάει για πάντα. Αναπόφευκτο. Αναπάντεχο. Υπομένει. Υποφέρει. Αηδιαστικά ευτυχής. Ειρωνικά ατυχής. Δεύτερη προσπάθεια ανάφλεξης του σκατά στριμμένου τσιγάρου: απέτυχε, σόρι, τσεκ γουίθ δι μανιουφάκτουρερ. Βλέμματα παραμένουν διασταυρωμένα. Λεπτό περνά μετά από τρεις ώρες. You looked away first. Τραβάει βλέμμα. Αναζητά αναπτήρα. Εντοπίζει δεύτερο αναπτήρα. Πορτοκαλής φωσφοριζές. Αλφάδι ζωγραφισμένο με στυλό. Στραβό χαμόγελο. Τσιγάρο σκατά στριμμένο κάνει τραμπάλα στα χείλη. Δοκιμή αναπτήρα στον αέρα. Φλόγα. Τσιγάρο σκατά στριμμένο τραμπαλίζει αγέρωχο. Σηκώνει βλέμμα, δεν διασταυρώνει, καρφώνει βλέμμα. Won't look away even if you stare back. Αναπτήρας πλησιάζει απειλητικά αφελές, σκατά στριμμένο τσιγάρο που τραμπαλίζει. Τσιγάρο εμφανίζει χαρακτηριστικά πόθου προς ανάφλεξη. Βλέμματα διασταυρώνονται επιτυχώς, αναπτήρας πραγματοποιεί θαυματουργό ελιγμό τελευταία στιγμή, αποφεύγει σκατά στριμμένο τσιγάρο που τραμπαλίζει. Στρέφεται έναντι ματιών.
  Προσπάθεια ανάφλεξης οφθαλμών άκρως επιτυχής.
  Προσπάθεια νίκης έναντι σκότους άκρως ανεπιτυχής.
  Πρωταγωνιστής αηδιαστικά ευτυχής.
  Ειρωνικά ατυχής.
  Ειρωνεία της τύχης μεγάλη πούστρα.
  Δι εντ.
 
  

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

"Σε τελική ανάλυση, η ζωή είναι μια στιγμιαία αναλαμπή μέσα σ' ένα σύμπαν που δεν έχει τα εφόδια να τη συντηρήσει. Είναι μια προσωρινή ασυμβατότητα. (...) Η ζωή είναι περιφρόνηση του νόμου. Και το γεγονός ότι είναι μάταιη αυτή η περιφρόνηση δεν την κάνει λιγότερο σημαντική."

                                                                                                                                    Mark Rowlands, Τρέχοντας με την αγέλη 

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014


   Πρέπει να κοιτάς τη μούρη σου στον καθρέπτη όταν παίρνεις τα χάπια. Με αυτόν τον κανόνα ζω. Να κοιτάς τη μάπα σου στον γαμωκαθρέπτη και να σου μιλάς. Να σε βλέπεις που καταπίνεις τα χάπια. Να κοιτάς το λαρύγγι σου στον αντικατοπτρισμό σου και να τα φαντάζεσαι να ταξιδεύουνε τον φάρυγγα, να περνάνε δίπλα απ' την καρδιά και τα πνευμόνια και δεν ξέρω και γω τι άλλο και να φτάνουνε στην κοιλιά σου. Να τα νιώθεις ενώ διαλύονται σιγά σιγά στο στομάχι σου και να αισθάνεσαι τις ουσίες να εισχωρούν στο αίμα σου και να ταξιδεύουν στο κεφάλι· να τις ακούς ενώ τις απορροφούν οι νευρώνες σου. Να είσαι σίγουρος πως είναι εκεί και σε κρατάνε στα συγκαλά σου και δεν βγαίνεις πια με μια αξίνα μες στο βράδυ να σφάζεις κόσμο. Αστειεύομαι, αυτό δεν το έκανα ακόμα. Πλησίασα όμως. Σχεδόν οικειοθελώς. They made me do it. Η ενοχή, κατάλαβες; Η ενοχή. Μόνο που στην περίπτωσή μου η ενοχή δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία -παραδόξως- απενοχοποιητική δικαιολογία που κατασκεύασα, ρίχνοντας σ' αυτήν το φταίξιμο για όλες μου τις πράξεις. Γιατί, προφανώς, κανείς δεν μπορεί να σε υποχρεώσει να κάνεις κάτι. Όχι χωρίς την εν μέρει συναίνεσή σου. Κάπου εδώ τα 'μπλεξα εγώ. Γιατί, απ' τη μία, δεν φταίω, σωστά; Με ανάγκασαν να το κάνω. Απ' την άλλη, φταίω, σωστά; Γιατί το έκανα. Και τους επέτρεψα να με αναγκάσουν να το κάνω. Και ένιωσα ένοχος επειδή τόλμησα να σκεφτώ να μην το κάνω.
   Ήθελα να το κάνω, κατάλαβες, αυτό σκέφτομαι και με προβληματίζει. Ήθελα. Έλεγα πως δεν ήθελα γιατί ήξερα πως δεν έπρεπε. Δημιούργησα την ενοχή για να αιτιολογήσω την πράξη μου, κατάλαβες; Αυτό σκέφτομαι και με προβληματίζει ακόμα πιο πολύ.
    Αυτό το κάνεις, όμως, ε; Συνέχεια δεν το κάνεις; Όλοι δεν το κάνουν; Συνέχεια προφασίζεσαι μαλακίες για να κάνεις άλλες μαλακίες. Βέβαια, δεν είναι το ίδιο, ε; Γιατί οι νορμάλ άνθρωποι δεν θα είχαν τη θέληση να κάνουν κάτι τέτοιο, σωστά; Γιατί κανείς δεν βγαίνει απ' το σπίτι του κουβαλώντας μια αξίνα με πρόθεση να σφάξει κόσμο. Αστειεύομαι πάλι, είπαμε, αυτό δεν το έκανα ακόμα. Πλησίασα όμως, το είπαμε και αυτό. Γι' αυτό συμφώνησα να πάρω χάπια. Για να γίνω νορμάλ άνθρωπος και να έχω νορμάλ ζωή. Αυτό μετράει. Να χωράς. Πριν δεν χωρούσα. Τώρα χωράω. Το θέμα είναι ότι δεν είμαι εγώ. Συνεπώς, δεν χωράω Εγώ. Χωράω εγώ όμως. Κατάλαβες; Κι αυτό το σκέφτομαι πολύ και με προβληματίζει.
    Αλλά είμαι πολύ πιο ήρεμος. Πολύ. Στ' αλήθεια. Μου έφυγαν και οι πονοκέφαλοι. Και δεν φοβάμαι. Ούτε νιώθω ένοχος. Και κάνω ό,τι γουστάρω εγώ. Αλλά όχι Εγώ. Κατάλαβες; Δεν κατάλαβες. Ούτε εγώ κατάλαβα.
    Πάντως, όπως και να 'χει, πρέπει να κοιτάς τη μούρη σου στον καθρέπτη όταν παίρνεις τα χάπια. Να σε κοιτάς και να ξέρεις ότι με 'σένα κάτι δεν πήγε καλά, γι' αυτό σε στριμώξανε στη μέση και σου δώσανε να καταπίνεις αυτές τις μαλακίες. Μπας και πάρει το σωστό δρόμο αυτό το κάτι που δεν πήγε καλά. Να θυμάσαι ότι εσύ δεν είσαι Εσύ. Ότι αν δεν τα καταπιείς μια φορά θα γίνεις Εσύ. Αλλά ο Εσύ δεν ταιριάζει εδώ· αυτό πρέπει να το θυμάσαι πιο πολύ απ' όλα όταν κοιτάς τον καθρέπτη. Ο Εσύ δεν χωράει στην ζωή και τα ρούχα σου. Ο Εσύ δεν χωράει, τελεία και παύλα. Και πάνω απ' όλα, ότι εσύ δεν συμπαθείς τον Εσύ. Ότι ο Εσύ δεν έχει κάνει τίποτα από μόνος του αλλά σ' έχει βάλει να τα κάνεις όλα εσύ.  Πρέπει λοιπόν να τα καταπίνεις τα χάπια. Και να κοιτάς τον καθρέπτη. Και να θυμάσαι τον Εσύ.
    Και να του μιλάς. Πρώτος εσύ· κάτι που πριν τα χάπια δεν συνέβαινε ποτέ. Να του μιλάς. Και να μην τον ακούς να απαντάει. Αυτό είναι το γαμάτο. 

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

The Blood Is Love

 Είμαι οι αναμνήσεις μου. Δεν είμαι μέσα τους· είμαι πίσω τους. Δεν τις φωτογραφίζω απλώς. Τις δημιουργώ. Εν μέρει. Αυτή η αντανάκλαση του παρελθόντος στο κεφάλι μου δεν είναι μία απλή φωτογραφία του γεγονότος· είναι ένα δημιούργημά μου. Το γέννησα. Δεν είμαι το παρελθόν μου. Είμαι οι αναμνήσεις μου.

  We get some rules to follow.. that and this, these and those. No one knows. Αισθάνομαι την παρουσία σου μέσα στο δωμάτιο. Απτή. Άυλη. Άυλη και απτή: παράδοξο. Έχω τα μάτια κλειστά και δεν σε βλέπω. Αλλά σίγουρα αν απλώσω τα χέρια μου θα σ' αγγίξω. Σ' ακούω. Σε γεύομαι. Σε μυρίζω. Σε αισθάνομαι. Σίγουρα θα μπορώ να σ' αγγίξω. Δεν γίνεται να μην είσαι εδώ.

  We get these pills to swallow.. how they stick in your throat. Taste like gold. Δεν θ' απλώσω τα χέρια μου. Θα σου μιλήσω απλώς. Θα μ' ακούσεις. Σ' αισθάνομαι. Υπάρχεις. What you do to me; no one knows.

 
Θα σου πω αυτό που σου λέω πάντα· για τον ίδιο λόγο που στο λέω πάντα. Για να μ' απαντήσεις αυτό που μ' απαντάς πάντα. Θα σ' ακούσω. Θα στο πω, θα τ' ακούσεις, θα μ' απαντήσεις και θα σ' ακούσω. Γιατί υπάρχεις. Σε ακούω. Σε γεύομαι. Σε μυρίζω. Σε αισθάνομαι. Αν απλώσω τα χέρια μου, θα σ' αγγίξω. Αν ανοίξω τα μάτια, θα σε δω. Υπάρχεις, κάθεσαι οκλαδόν απέναντί μου. Η κάπνα αυτή είναι δική σου. Η φασαρία αυτή από 'σενα πηγάζει. Η γεύση αυτή είναι απ' τις στάχτες σου. Είμαι σίγουρη. Υπάρχεις. Σίγουρα.

  Κουνάω το κεφάλι ρυθμικά. Σφίγγω τα μάτια μου. Τα χέρια μου τρέμουν. Έχω ρίγη. Αναγνωρίζω πάνω μου τα συμπτώματα του πανικού. Δε νιώθω τίποτα. Παίρνω αναπνοή. Αλλάζω γνώμη. Ξεφυσάω. Δε νιώθω τίποτα πέρα απ' την ύπαρξή σου. Παίρνω ξανά αναπνοή. "Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα".
  Σιωπή. Από μέρους σου έστω, μιας και η φασαρία στο δωμάτιο είναι εκκωφαντική. Σκέφτομαι πως ίσως το μουρμούρισα και δεν τ' άκουσες. Εισπνέω ξανά, πιο γρήγορα αυτή τη φορά, και το επαναλαμβάνω δυνατότερα. "Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα".
  ...

  And I realize you're mine 
  Indeed a fool am I 

   You're mine; γιατί δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις, γιατί κανείς δεν μ' απάντησε, κανείς δεν υπήρχε εκεί, στη θέση που κράτησα για σένα δεν ήταν κανείς· γιατί άπλωσα το χέρι και δεν σ' έπιασα, αυτό είναι το πρόβλημα, κατάλαβες; Άνοιξα τα μάτια και δεν σε είδα. Indeed a fool am I; για να πιστέψω, για λεπτά έστω, στις αισθήσεις μου.

  I journey through the desert of the mind; with the hope.. I follow. Θα κλείσω τα μάτια και θα υπάρχεις πάλι. Θ' απλώσω τα χέρια και θα σ' αγγίξω. Θα σε πιάσω, θα σηκωθούμ' όρθιοι ταυτοχρόνως. Θα σε χορέψω. I drift along the ocean. Dead lifeboats in the sun..

  They come undone. 
Τα χέρια μου θ' αγκαλιάσουν
  το λαιμό σου
  θα τον σφίξουν

  από πάθος
  
 και πόθο 

 θα σε νιώσω
 όπως δεν σ' έχω νιώσει ποτέ ξανά
 θα νιώσω την ζωή σου
 απτή μέσα στις παλάμες μου

 εύθραυστη

 θα στραγγαλίσω
 ό,τι έχει μείνει από 'σένα
 στις παλάμες μου

 θ' αναπνέεις μόνο εμένα
 για 'σένα θα υπάρχω μόνο εγώ
 

 θα μου ανήκεις

θα σε αισθάνομαι
θα σε ακούω
θα σε γεύομαι
θα σε κοιτάζω


θα σε αγγίζω


μόνο εγώ


θα σε σκοτώσω
μόνο εγώ
  Θέλω να υπάρχω για 'μενα κι εξαιτίας μου· πρέπει να φύγεις· πρέπει να σε σκοτώσω για να μ' αγαπάω· θα σφίγγω και θα περιμένω, θα περιμένω, θα περιμένω, θα με κοιτάζεις στα μάτια κι εγώ απλά θα σφίγγω το λαρύγγι σου με όλη μου τη δύναμη και θα περιμένω, θα περιμένω, θα περιμένω, κι εσύ θα με κοιτάζεις, θα με κοιτάζεις, θα με κοιτάζεις. Θα σε χτυπήσω. Θα με χτυπήσεις. Θα ματώσεις. Θα γευτώ το αίμα σου. Θα γευτείς το δικό μου. Κάθε κίνησή μας θα είναι τέχνη. Χορός. Πάθους. Πόθου. Και θα σε σφίγγω, θα σε σφίγγω, θα σε σφίγγω, και θα με κοιτάζεις, θα με κοιτάζεις, θα με κοιτάζεις.

 And I'll realise you're mine
 Indeed a fool am I


 I'll realise you're mine 
 Indeed a fool am I 


..και δεν θα πεθάνεις. Θα σε σκοτώνω και δεν θα πεθαίνεις. Θα ξεψυχάς και δεν θα πεθαίνεις. Γιατί δεν θα υπάρχεις. Δεν υπάρχεις. Δεν υπήρξες. Αυτό είναι το πρόβλημα. Κατάλαβες;

  You know you gotta be free. So free yourself. So kill yourself. Through me. Πρέπει να σε σκοτώσω για να μ'αγαπάω· πρέπει να με σκοτώσω για να σ' αγαπάω. We collide for one embrace, so...



 "Πήγαινε όπου αγαπάς." ..that's all I've got when you're in my head.

 


I close my eyes, I just can't sleep
Where have you gone again my sweet?

On a long slow goodbye?


On a long slow goodbye. 



Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Δε μας ακούς που τραγουδάμε με φωνές ηλεκτρικές


Σήκω ψυχή μου, δώσε ρεύμα 

βάλε στα ρούχα σου φωτιά
βάλε στα όργανα φωτιά 
να τιναχτεί σα μαύρο πνεύμα 


η τρομερή μας η λαλιά 

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Ρέκβιεμ

  Μείνε μακριά απ' ό,τι θέλει να πεθάνει. Έτσι έλεγε. Όταν δεν είχε όρεξη και δε μιλούσε. Έλεγε μόνο αυτό. Τη ρωτούσες, θες καφέ; Αυτή απαντούσε, μείνε μακριά απ' ό,τι θέλει να πεθάνει. Την ξαναρωτούσες, θες να πάμε καμιά βόλτα; Αυτή απαντούσε πάλι, μείνε μακριά απ' ό,τι θέλει να πεθάνει. Και μετά έφευγε. Κλεινόταν στο δωμάτιό της και δε μιλούσε σε κανένα. Ιδέα δεν έχω τι έκανε. Μουσικές δεν άκουγα, κιθάρες δεν άκουγα. Βιβλία δεν διάβαζε σίγουρα, γιατί τα 'χουμε όλα στη βιβλιοθήκη του σαλονιού, και δεν την έβλεπα ποτέ να παίρνει κανένα μαζί της. Την είχα ρωτήσει μάλιστα κάποτε, τι στον πούτσο κάνει τόσες ώρες εκεί μέσα κλεισμένη τις μέρες αυτές. Τις παράξενες μέρες. Τις θαυμάσιες μέρες. Μου είχε πει, έτσι ακριβώς, όπως θα σας το πω, πως περπατάει ήσυχα προς το θάνατό της. Περπατάω ήσυχα προς το θάνατό μου. 
  Μια φορά, μια τέτοια μέρα, παρόμοια, μου 'πε και Everywhere I go, it rains on me. 
  Όταν είχε όρεξη και γούσταρε, έλεγε πως η ζωή είναι σαν να κυνηγάς μια πάπια. Έλεγε κι άλλα πράγματα τότε, αλλά αυτό το επαναλάμβανε πιο πολύ απ' όλα. Γελαστά. Η ζωή είναι σαν να κυνηγάς μια πάπια. Αυτό το καταλάβαινα. Κι όποιος δεν το καταλαβαίνει, το μόνο που έχει να κάνει είναι να δοκιμάσει να κυνηγήσει μια γαμημένη πάπια. Όχι με την καραμπίνα, προς θεού. Απλά έτσι, να την πάρει από πίσω. Κυριολεκτικά. 
  Άλλαζε, ναι, βεβαίως και άλλαζε. Πότε ήτανε Έτσι και πότε ήτανε Αλλιώς. Έτσι ήτανε όταν δε γούσταρε, Αλλιώς ήτανε όταν γούσταρε. Κάποια πράγματα μένανε πάντα όμως. Να, ας πούμε, όταν την ρωτούσες που ήτανε, είτε Έτσι είτε Αλλιώς να 'ταν, εδώ κι εκεί θα σου απαντούσε. Εδώ κι εκεί. Ποτέ κάπου συγκεκριμένα. Δεν επιτρεπότανε να πας να τη βρεις εσύ κάπου. Πάντα ερχότανε αυτή να βρει εσένα. Την έπαιρνα στο κινητό και της έλεγα, έλα, πού είσαι; Ε, εδώ κι εκεί, μου 'λεγε. Here and there. Εσύ πού είσαι, να ρθω; Συνέχιζε. Δεν άφηνε περιθώρια. Ε, μετά από λίγο έμαθα κι εγώ, και της έλεγα κατευθείαν πού να 'ρθει.
  Μερικές φορές ρωτούσα απλά για να την ακούσω να το λέει. Γούσταρα. Έτσι είμ' εγώ. Το καταλάβαινε. Γελούσε. Μου 'λεγε τότε, you speak my language. Και μετά απαντούσε.
  Το παρελθόν είναι περίεργο πράγμα. Συμφωνείτε, δεν συμφωνείτε; Ώρες ώρες το σκέφτομαι κι αναρωτιέμαι άμα υπήρξε όντως ή εγώ τα 'χω χαμένα. Δηλαδή, αν υπήρξε όντως, τότε πού είναι τώρα; Γιατί δεν είναι εδώ; Γιατί μπορώ να δω μόνο τα αποτελέσματα της ύπαρξής της και όχι την ύπαρξή της την ίδια; Εννοώ, είναι λογικό, δεν είναι; Ώρες ώρες που σκέφτομαι πως είναι απλό απόκομμα της γαμημένης φαντασίας μου είναι αναμενόμενο, δεν είναι;
  Μείνε μακριά απ' ό,τι θέλει να πεθάνει. Έτσι έλεγε. Και μετά έφευγε. Και δεν ήξερες, σε 'σενα το λέει; Η σ'αυτήν; Ποιος θέλει να πεθάνει; Εσύ; Αυτή; Κανείς μας; Ποιον σώζει τώρα που φεύγει; Εσένα; Αυτήν; Κανένα; Δεν ήξερες. Κι άντε βγάλε κι άκρη. Ήξερες όμως πως έχει σκοτώσει. Ήξερες πως τα χέρια της έχουνε πιάσει αίμα. Το 'ξερες. Ήξερες, δηλαδή, πως κάποτε ήθελε να σκοτώσει. Και το 'κανε. Δεν της ξέφυγε ο θάνατος. Τον παρέδωσε. Με κανονική χειραψία. Αμέ.
  Ποιον σκότωσε, ειν' άλλη ιστορία. Γι' άλλη μέρα.
  Πολλά λέω. Φοβάμαι μην και τα δει κανείς που δεν πρέπει κι έχουμ' άλλα.
  Κάποτε με πήρε τηλέφωνο και με ρώτησε πού είναι. Όχι πού είμαι. Πού είναι αυτή. Με πήρε και μου είπε, πού είμαι; Πού είμαι; Απανωτές φορές. Πού είμαι, πού είμαι, πού είμαι; Πού είμαι; ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ; Κι εγώ αμέσως κατάλαβα,γιατί την ήξερα, που να με πάρει, μπορεί να μην την καταλάβαινα αλλά την ήξερα. Της είπα, λοιπόν, well honey, you're on the wrong side of the road. Obviously.
  Obviously. Αυτό το obviously τη σκότωσε. Είμαι σίγουρος.
  Μια άλλη φορά με πήρε και με ρώτησε πού στον πούτσο να πάει. Έτσι, το σήκωσα, και ρώτησε κατευθείαν, πού στον πούτσο να πάω; Κι έπειτα συνέχισε, χωρίς να μ' αφήσει ν' αρθρώσω λέξη, κι είπε, because everywhere I go, it rains on me. Να, τότε μου το 'πε. Everywhere I go, it rains on me.
  Ήρθε και σπίτι μου εκείνη τη μέρα. Χτύπησε την πόρτα. Σπασμωδικά. Κι εγώ κατάλαβα πως αυτό που με περίμενε πίσω απ' την πόρτα δεν ήθελα να το δω. Το κατάλαβε κι αυτή. Και γέλασε. Θλιμμένα. Είπε, η ζωή είναι σα να κυνηγάς μια πάπια που θέλει να πεθάνει. Γέλασε ακόμα περισσότερο. Την έβρισα. Δεν θυμάμαι τι είπα, αλλά την έβρισα. Της κόπηκε το γαμήδι το γέλιο. Άκουσα τα βήματά της ενώ απομακρυνόταν. Τ' άκουσα και όταν γύρισε πίσω ξανά. Χτύπησε πάλι την πόρτα. Της είπα να φύγει. Κι εκείνη απάντησε, do not go quietly unto your grave.
  Από τότε, δεν την ξανάκουσα. Ούτε την ξανάδα. Γι' αυτό σας λέω, έχω αμφιβολίες. Πολλές. Μια φορά βγήκα στο δρόμο κι άρχισα να ρωτάω από 'δω κι από 'κει αν την είδανε. Με κοιτάξανε περίεργα, με βρίσανε, με χαστουκίσανε, γελάσανε. Ουτ' ένας δεν μ' απάντησε. Οπότε εγώ το 'βγαλα το συμπέρασμά μου. Δεν είν' εδώ. Δεν είναι καν αλλού. Ορίστε. Το 'πα. Αμφίσημο, ε; Ε; Γιατί πού ξέρεις, μπορεί να 'ταν εδώ. Πού ξέρεις.
  Δεν ξέρεις. Αυτό είναι το πρόβλημα. 

  

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

"Τρόπικαλ"

  Τη μέρα που με έδιωξε απ' το σπίτι πήγα και την άραξα στο γνωστό παγκάκι που την άραζα και το καλοκαίρι και διάβαζα τα βιβλία μου και γούσταρα. Μόνο που εκείνη τη μέρα ήτανε καταχείμωνο. Ψωλόκρυο. Έτρεμα ολόκληρος. Στ' αρχίδια μου όμως. Άρχισε και να βρέχει. Πήγα και χώθηκα στην είσοδο μιας πολυεθνικής μαλακίας που -επειδή ήταν και πέντε το ξημέρωμα- ήταν ακόμα κλειστή για να μη βρέχομαι. Μαλακίες. Βράχηκα. Ήμουν όμως σωστός και είχα σκεφτεί να βάλω τον καπνό και τα λοιπά μου στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν, να μην τα πιάσει το νερό. Την άραξα, έβγαλα τον καπνό, φιλτράκια, χαρτάκια, έστριψα ένα, βάλθηκα να το καπνίζω. Δεν έλεγε να ξημερώσει. Δεν έλεγε και να σταματήσει να βρέχει. Περίμενα. 
  Ο ήλιος βγήκε στις έξι και σαράντα πέντε. 
  Ταπ, ταπ, ταπ, ταπ. Ποιος μαλάκας, πρωί πρωί; 
  "Έχεις φωτιά;"
   Φωτιά, ναι, έχω. Μέσα μου. Να σου ξεράσω λίγη; 
   "Ε; Ε, ναι, έχω."
   Έμεινα έτσι να κοιτάζω τον τύπο στα μάτια. Τι; Δεν την ζήτησε. Με ρώτησε αν έχω. Ε, ναι, έχω. 

    "Α. Νάις" Στρογγυλοκάθισε δίπλα μου χωρίς να ζητήσει τη φωτιά.Τα μπούτια μας αγγίζανε μεταξύ τους. Τον κοίταξα. Είχε στο στόμα ένα τσιγάρο στριμμένο, μισοτελειωμένο και σβηστό. Τα μαλλιά του ήτανε μαύρα, μακριά κι ανακατεμένα. Είχε κάτω απ' τα μάτια σακούλες. Όμορφος ήτανε, άμα ήμουν γκέι θα του έδινα έναν. Έτσι λένε οι Εγγλέζοι. Άι γουντ γκιβ χιμ ουάν. Μου το 'χε πει ο Αδάμ κάποτε. 
    "Βρέχει καλά, ε;" Μάλλον αυτόν τον έναν θα του τον έδινα αφού πρώτα του έραβα το στόμα. 
    Δεν απάντησα. Άραξα πίσω, συνέχισα να ρουφάω το τσιγάρο μου σα μαλάκας και να μη μιλάω.
   Μας πλησίασε ένα αδέσποτο. Το χάιδεψα. Μου έγλυψε το χέρι, έκανε να πλησιάσει και στις πληγές μου. Το άφησα να γλύψει το ξερό αίμα.
   "Εγώ δεν θα το άφηνα, στη θέση σου." Πήγα να του ψιθυρίσω ένα ξεγυρισμένο στ'αρχίδια μου, αλλά ο τύπος συνέχισε πριν καν προλάβω. "Θα πάθεις ψωρίαση ή λέπρα ή AIDS ή κάτι μολυσματικοτέτοιο, θα πρασινίσει το χέρι σου και θα στο κόψουνε." Μάζεψα το χέρι μου αηδιασμένος με την εικόνα του πράσινου χεριού τρολ που είχε μόλις διαμορφωθεί στο κεφάλι μου. Μου ρθε μια περίεργη αναγούλα.

   Το ξανασκέφτηκα. "Και πού το ξέρεις εσύ, ρε μαλάκα;" είπα και πλησίασα ξανά το αδέσποτο σαν πεισματάρης πεντάχρονος καριόλης που ήμουν, στην ψυχή έστω. Ο Περίεργος σήκωσε το δεξί του μανίκι και μου φανέρωσε το κενό που κρυβόταν από κάτω του, στη θέση του δεξιού του χεριού. Τα 'παιξα. Μάζεψα πάλι το χέρι μου μακριά απ' το σκύλο.
  Ο Ανάπηρος Καριόλης γέλασε με την καρδιά του. Με στράβωσε -με το μάτι- απογοητευμένος. "Ανάπηρος πολέμου είμαι, ρε στόκε. Γαμώ την κωλοκοινωνία σας, ό,τι σας πούνε αμέσως το χάβετε. Χάπατα." 
  Δεν ξέρω τι σημαίνει χάπατα. 
  Καθίσαμε πολλή ώρα στα σκαλάκια χωρίς να μιλάμε. Σταμάτησε η βροχή, ξημέρωσε κιόλας. Έστριψα και κάπνισα άλλα δύο τσιγάρα. Έβγαλα τον αναπτήρα μου και τ' άναψα αλλά ο τύπος δεν είπε τίποτα. Το τσιγάρο το 'χε ακόμα στα χείλη. Έκανα να του το ανάψω και τραβήχτηκε μακριά. 
  Δεν είπαμε τίποτα. 
 
  "Ξέρεις να στρίβεις;" 
  "Δεν με είδες;" Καλά, την παλεύει αυτός;
  "Σόρι, δεν πρόσεχα."
  "Ναι. Ξέρω."
  "Νάις."
   "Και 'συ, ε;" 
   "Τι κι εγώ;" 
   "Ξέρεις να στρίβεις." Δεν έχω ιδέα γιατί ρωτάω. 
   "Α. Όχι."
   "Και αυτό;" Έδειξα το τσιγάρο στο στόμα του. 
   "Μισαδάκι. Το βρήκα στο δρόμο." 
    "Α."
    "Δεν καπνίζω." 
    "Τότε γιατί;" 
    "Έτσι." 
     Πολύ σωστά. Έτσι. Γιατί; Έτσι. Πόσα; Πέντε. Τι πέντε; Τι πόσα; 
     Κατά τις δέκα το πρωί έφτασε στην πλατεία μπροστά απ' τα σκαλάκια κόσμος. Μαυροντυμένοι όλοι. Κλαμμένοι, άσχημοι και για τον πούτσο. Ήρθε και το μαύρο αμάξι. Βγάλανε από μέσα ένα μακρόστενο ξύλινο κουτί. Το κουβαλήσανε. Κατευθυνθήκανε προς την εκκλησία δίπλα απ' την πολυεθνική που καθόμουνα εγώ με τον τύπο. Μια γυναίκα ακολουθούσε τους μαυροντυμένους που κουβαλούσαν το κουτί. Κοιτούσε κάτω. Δεν της μίλησε κανείς και δε μίλησε σε κανέναν. Πίσω της προχωρούσε ο υπόλοιπος κόσμος. 
   "Μεγάλη καριόλα" είπε ο τύπος. 
   "Ποια;"
   "Αυτή." Έδειξε τη γυναίκα που περπατούσε μόνη της. 
   "Πού το ξέρεις;" 
   "Την ξέρω." 
   "Από πού;" 
   "Από παντού." Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό. Επίσης δεν ξέρω τι σημαίνει χάπατα. 
   "Γιατί;" 
   "Τι γιατί;"
    "Γιατί είναι καριόλα;" 
    "Ποιος είπε ότι είναι;" 
     Ένα παιδί έτρεξε και της φίλησε το χέρι. 
  
    "Μεγάλος μαλάκας." 
    "Ποιος;" 
     "Αυτός." Έγνεψε προς το μακρόστενο ξύλινο κουτί. Δεν θα πω την άλλη λέξη γιατί δε μ'αρέσει. Έχει μέσα πολλά ρο. 
    "Τον ήξερες;" 
    "Όχι." 
    "Τότε πού το ξέρεις;" 
    "Τον έχω δει μια-δυο φορές."
    "Πού;"
    Δε μίλησε για λίγο. "Εκεί που βλέπεις κι εσύ εσένα." είπε μετά. 
    Σαράντα επτά στάλες νερού έπεσαν απ' την τέντα στο πεζοδρόμιο. Τις μέτρησα. Ο κόσμος μπήκε μέσα στην εκκλησία. 
   
    "Δεν θα 'πρεπε να είσαι κάπου αλλού τώρα;" με ρώτησε. 
    "Δεν ξέρω. Εσύ;" 
    "Ούτε εγώ." 
    "Ίσως" είπα. 
    "Ίσως" συμφώνησε. 

   "Τελείως χάπατο." 
    "Ποιος;" 
    "Εσύ. Εγώ. Όλοι μας. Τέρμα χάπατα." 
    "Γιατί;" 
    Έδειξε τα ξεραμένα αίματα στα χέρια μου. Έγνεψε έπειτα προς την εκκλησία. "Χάπατα" μουρμούρισε πάλι. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη μου, έβγαλε τον αναπτήρα μου κι άναψε το τσιγάρο του. 
     "Δεν καπνίζω" είπε. 
     "Επίσης δεν είμαι νεκρός." είπε ξανά. "Ήθελα να είμαι αλλά δεν είμαι. Το έστησα όλο αυτό επειδή χρωστούσα." 
      Δεν εννοούσε στις Τράπεζες. 
      "Όποιος θέλει να πεθάνει είναι χάπατο." μουρμούρισα. Δε διαφώνησε. Δε συμφώνησε.
      Δεν έχω ιδέα τι σημαίνει χάπατο.  
       
      Ξανάρχισε να βρέχει. Πιο δυνατά αυτή τη φορά. Ο κόσμος βγήκε απ' την εκκλησία τρέχοντας. Όταν τελείωσε το τσιγάρο του, του έστριψα άλλο. Το πήρε, το έβαλε στο στόμα του και το άναψε κατευθείαν. Άρχισα πάλι να τουρτουρίζω. Έβρισα. Κοίταξα τα ρούχα του. Λεπτά σαν τα δικά μου. Κουρέλια. 
    "Βροχή ε;" Είπε. 
   "Αμέ" αποκρίθηκα. Θυμήθηκα κάτι. Γέλασα. "Τρόπικαλ." 
    
  

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

- Στη θέση που σου κράτησαν «στην τελευταία σειρά του θεάτρου» είσαι αρκετά μακριά από τη σκηνή, χάνεις τις λεπτομέρειες αλλά έχεις προοπτική και βάθος πεδίου. Είναι αυτό που σου πρόσφερε η απομόνωση στην Αμοργό ή βρέθηκες εκεί μόνο από την μεγάλη σου αγάπη για τη θάλασσα;
Π.Π.: Μακάρι να ήταν μονό φυσιολατρική η σχέση μου με τη θάλασσα. Φεύγουμε κάποια στιγμή νομίζω όλοι μας και απομακρυνόμαστε από τις λεπτομέρειες ελπίζοντας πως θα δούμε πιο καθαρά. Και καμία φορά βλέπουμε. Αν δεν είμαστε έτοιμοι αλίμονο... μεγάλη βλακεία.. λάθος κίνηση. Είναι η ερημία μια χαρά, αλλά θέλει και το χρόνο της. Πας για την ησυχία και βουίζει ο εαυτός σου. Ευτυχώς που αυτό δεν είναι πάντα κακό. Έτσι βρέθηκα και στην Ικάρια τότε. Νόμιζα πως είχα έρθει για διακοπές. Αγόρασα ένα τετράδιο απ’ αυτά που είχα να δω απ το δημοτικό και στην αρχή αισθανόμουν μια πρωτόγονη χαρά, σα να κάνω καμία αταξία. Έγραφα στην αρχή ασυναρτησίες και χαιρόμουν που κανείς δε θα με μαλώσει ή θα με βαθμολογήσει.. Μετά κατάλαβα ότι αυτές οι ασυναρτησίες ήταν και τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που είχα γράψει. Μου το είπαν αργότερα και οι φίλοι μου και πίστεψα ότι κάποια στιγμή θα τα κάνω βιβλίο. Θυμάμαι έναν όμορφο γέροντα που μου μιλούσε για τα κύματα και ότι δεν πρέπει να τα πλησιάζω αψήφιστα. Ότι από εκεί που πιστεύω ότι δε μπορεί να με πάρει το κύμα, να πάω άλλο τόσο μακριά γιατί θα περάσουν σαράντα εκεί κάτω αλλά ένα θα περάσει από πάνω μου και τότε να μην πάω να τρέξω αλλά να καρφώσω τα νύχια μου στο βράχο μέχρι να φύγει, αλλιώς άστα... Μου έσωσε τη ζωή χωρίς να το ξέρει. Κάποτε μου χρησίμευε η συμβουλή του στο κέντρο κάποιας πόλης .



Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Im(z)=

 Είχαμε κανονίσει ένα πρωί να έρθει να την πηδήξω. Έτσι, στο άσχετο, είχαμε πει: αύριο θα έρθεις να σε πηδήξω. Ήρθε. Άργησε βέβαια, πάντα καθυστερημένη ήταν, και κυριολεκτικά και μεταφορικά, της το 'λεγα κιόλας. Έχε χάρη που έχεις ωραίο κώλο, της έλεγα, μωρή καριόλα. Αν και δεν το εννοούσα. Πανέξυπνη ήτανε, στο καταβάθος. Σπίρτο. Ήρθε, λοιπόν, που λες, εκείνο το πρωινό που είχαμε πει πως θα έρθει να την πηδήξω. Αν και ήτανε Αυτή και ήμουνα ο Στέλιος και αυτά είχανε τελειώσει μεταξύ μας. Ειδικά απ' τη μέρα που της πέταξα αυτό το "έρωτας της στιγμής" και τα 'παιξε. Βέβαια μπορεί να τα 'παιξε και επειδή σηκώθηκα κι έφυγα και γύρισα μετά από δυο βδομάδες ζητώντας μόνο τα σλίπινκ μπαγκς. Τα τρύπια. Για να πάω στο Αιγαίο.
  Αλλά τι να κάνουμε. Ήμουν -είμαι, δεν πέθανα ακόμα- σωστό τυπάκι. Έτσι κάνουν τα σωστά τυπάκια. Σηκώνονται και φεύγουν κι έπειτα επιστρέφουν μόνο για να πάρουν τον υπνόσακό τους.
  Και αυτή σωστό τυπάκι ήταν, βέβαια. Λίγο σαλιάρα μόνο να μην ήτανε ώρες ώρες. Μεταξύ μας, όμως, δεν με πείραζε και τόσο, όπως και να το κάνουμε και τα σωστά τυπάκια θέλουν το σάλιο τους εδώ κι εκεί. Ντάξει, όχι να πούμε μωράκι μου, γλυκουλίνι μου, μαλακοπιτουρίνι μου και αηδίες τέτοιες, αλλά ένα σ'αγαπώ γαμώ τη μάνα σου της το 'λεγα. Έπαιρνε πολλές μπύρες κατεβατές αλλά της το 'λεγα. 

  Αυτή δεν απαντούσε. Ήτανε άλλη φάση. Ντοντ νόου γουάτ λοβ ιζ κι έτσι. Εντάξει, στ' αρχίδια μου. Αρκεί να την πηδούσα, να με άκουγε όταν μιλούσα και να τραγουδούσε όταν έπαιζα στην κιθάρα το Cocaine. Τα 'κανε όλα αυτά. Γούσταρε κιόλας. Μόνο όταν επέστρεψα μετά τις δύο εβδομάδες που την είχα κάνει μου 'πε πως της είχα σπάσει τ' αρχίδια με το κωλο-Cocaine και να πάω στο διάολο, γαμώ τον Έρικ Κλάπτον. Έτσι ακριβώς το 'πε, το θυμάμαι. Μετά πέταξε και κάτι για το φίλο μου τον κοκάκια, που τον κουβαλούσα σπίτι και έτρωγε το φαΐ μας και έπαιρνε τις κόκες του ανενόχλητος στο μπάνιο μας. Πέταξε επίσης και ένα πιάτο στο κεφάλι μου. Πλαστικό. Με γούσταρε.
  Της είχα πει και πως πηδιόμουνα με μια άλλη όταν έφυγα. Μούφες. Το 'πα απλά για να μη μου πρήξει τ' αρχίδια. Αν και δεν ήτανε τέτοια και δεν θα το 'κανε. Δεν ξέρω γιατί το 'πα. Είμαι λίγο μαλάκας γενικά. Γούσταρα να τη βλέπω έτσι για τον πούτσο. Κλαμμένη. Όσο καιρό τα 'χαμε ποτέ δεν κλαιγότανε. Μ' έβριζε, την έβριζα, είμαι το αρχίδι σου, είσαι καριόλα, χριστοπαναγίες, ξύλο, τέτοια, μετά άμα τραβούσε το βρισίδι για πολύ έβγαινε στο μπαλκόνι, τι Δεκέμβρης τι Γενάρης τη κατακαλόκαιρο το ίδιο της έκανε, και κάπνιζε. Αυτό το σάπιο καπνό που έπαιρνε, το βαρύ, τον χάλια. Μου 'ρχοτανε να ξεράσω και μόνο που τον σκεφτόμουνα. Έβγαινα κι εγώ έξω σα μαλάκας μετά από λίγο, μου έλεγε πως κάνει κύκλους, την άκουγα. Συζητούσαμε, εξωμαλυνόταν το πράγμα για λίγο, μετά αρχίζαμε πάλι τα βρισίδια. Σηκωνόμουν, έφευγα. Πήγαινα και κοιμόμουν σε παγκάκια. Τι Δεκέμβρης, τι Γενάρης, τι κατακαλόκαιρο, το ίδιο μου έκανε. Στις πέντε γυρνούσα ολόχεστος, αυτή η αναίσθητη ήτανε ήδη ξαπλωμένη και κοιμότανε. Στ' αρχίδια της. Στεκόμουνα λίγο, μην κάνω φασαρία και την ξυπνήσω ο μαλάκας. Την κοιτούσα, όμορφη ήτανε. Γδυνόμουνα, χωνόμουνα κάτω απ' τα σκεπάσματα και της έλεγα σ'αγαπάω, που να σε πάρει ο διάολος.
  Αν δεν τραβούσε για πολύ το βρισίδι εξ' αρχής, ήταν επειδή στη μέση του τσακωμού καυλώναμε ο ένας με τον άλλο και την πηδούσα. 

  Τι έλεγα; Α ναι. Κανονίσαμε λοιπόν και ήρθε σπίτι μου. Έμενα τότε σε μια γκαρσονιέρα στη Ζωγράφου. Τ' άξιζε τα λεφτά της. Απέναντί μου ήτανε μια πολυκατοικία που 'χε συνέχεια τα ρολά κλειστά. Μένανε άνθρωποι μέσα, αλλά είχανε τα ρολά κατεβασμένα. Γαμώ την Αθήνα σας, ανοίξτε τα παράθυρα να δείτε λίγο κόσμο. Στο διάολο, πρόβατα. 
  Ναι. Και ήρθε. Φορούσε ένα σορτς που δεν είχα ξαναδεί, και μια μπλούζα παλιά δικιά μου, μαύρη με μια στάμπα Lucky 13. Δώρο απ' τον αδερφό μου που σπουδάζε στα ξένα. Γαμάτη μπλούζα. Πολύ τη γουστάραμε και οι δύο. Εγώ και Αυτή, όχι εγώ και ο αδερφός μου. Του αδερφού μου στ' αρχίδια του. Είναι πιο κυρίλα. Δε φοράει Lucky 13. Πάντως εγώ κι Αυτή τη γουστάραμε πολύ. Τη μοιραζόμασταν. Έτυχε τη μέρα που έφυγα να είχε μείνει στη δικιά της τη ντουλάπα. Καβαζόπουστα και καριόλα. Έτσι ήτανε Αυτή. Άνοιξα την πόρτα, μπήκε, κάθισε στον καναπέ. Γεια δεν είπε. Ούτε εγώ βέβαια, αλλά αυτό είναι άλλο. Εγώ δεν έλεγα γεια ούτε τις μέρες που τη γούσταρα. Κάθισε, έβγαλε τον καπνό της, το σάπιο, το χάλια, έστριψε, κάπνισε. 
  "Δε σε πηδάω άμα βρωμάς σάπια καπνίλα"
  "Στ'αρχίδια μου" 
  Κακιά μέρα. Τις κακές μέρες πάντα ήτανε σκύλα. Έτσι, όπως σήμερα. 
  "Καφέ;"
 "Ναι, μια Φιξ θα την έπινα"
   Πήγα στο ψυγείο και πήρα δύο Heineken. Οι Φιξ είναι ακριβές και δεν τις αγοράζω. 
  "Πώς ήταν το Αιγαίο;"
  "Πότε;"
  "Δεν ξέρω. Τότε που πήγες."
  "Α, τότε. Κουλ."
  "Νάις."
  Την καριόλα.
  "Γαμώ τη μάνα σου"

  "Θενξ"
  "Όχι, το εννοώ."
  Με κοίταξε. Γέλασε. Ένιωσα καλύτερα. Δε μιλήσαμε άλλο μέχρι που τελείωσαν οι μπύρες. Σηκώθηκε, ήρθε, έκατσε πάνω μου, έβαλε τα χέρια μου στο σώμα της, να την αγγίξω, και καλά. Υπάκουσα. Την άγγιξα παντού. Την ήξερα κι απ' έξω. Κι από μέσα την ήξερα. Τη σήκωσα, την ξάπλωσα, την έγδυσα. Την πήδηξα. Τα στόματά μας δεν πλησιάσανε ούτε εκατοστό σ' όλη τη διάρκεια. Δεν αγγίξανε το ένα το άλλο. Ούτε με κοίταξε καθόλου. Όλο κοιτούσε τριγύρω. Σα να χάζευε. Αδιάφορη. Αφηρημένη. Θίχθηκα. Δεν το έδειξα.
  Δεύτερη φορά. Τρίτη. Μου έσπαγε τ' αρχίδια.
  "Μου σπας τ' αρχίδια." 

  Δεν απάντησε.
  "Η αδιαφορία σου κάνει φασαρία και μου σπάει τ' αρχίδια." 

   "Τελείωνε." Αυτό δεν ξέρω πώς το εννοούσε. 
   Έπιασα το πρόσωπό της με τα δύο μου χέρια, την ακινητοποίησα, τη φίλησα. Με δάγκωσε. Δεν έκανα πίσω. Έβαλα γλώσσα. Τη δάγκωσε κι αυτή. Συνέχισα. Πήγε να με χαστουκίσει, της έπιασα το χέρι, το ακινητοποίησα. Το ακούμπησα πίσω. Ενέδωσε. Το 'ξερα πως σου 'χα λείψει, καριόλα. Ήρθες εδώ να μας το παίξεις και καλά πληρωμένη πουτάνα. Χωρίς αισθήματα. Τα προσωπεία σου είναι για τον πούτσο. 
   Τα χείλη μας ξεκόλλησαν. Τα μάτια μου κλειστά. Ακούμπησα το κούτελό μου στο δικό της. "Ορίστε. Τώρα δε μου σπας πια τ' αρχίδια." Έτσι της είπα. Σωστός; 
  Τρίτη και μισή φορά. Τα βλέφαρά της κατεβασμένα. Ιδρωμένη. Πιο συγκεντρωμένη από ποτέ. Βαριανάσαινε κιόλας. Σαν να έτρεχε τρίτη φορά το Μαραθώνιο βαριανάσαινε. Σαν τους καταρράκτες του Νιαγάρα έτρεχε ο ιδρώτας. Η ανάσα της βρομούσε σάπιο καπνό και αλκοόλ. Θυμήθηκα τον πατέρα μου. Δεν μου τον θύμισε Αυτή, απλά έτσι, τον θυμήθηκα. Στο άσχετο. Έτσι είμαι εγώ. Λίγο μαλάκας. Θυμάμαι τον πατέρα μου τις πιο άσχετες στιγμές. Το πρόσωπό της ήταν εντελώς χαλαρωμένο. Ούτε σφιγμένα φρύδια ούτε τίποτα. Ούτε μαύρες σακούλες. Όταν μπήκε στο σπίτι ήτανε το ακριβώς αντίθετο. Δέκα χρόνια γερασμένη.
 Εικόνες. Γενάρης μήνας. Αυτή και η σκιά της. Ολόγυμνη, στο μπαλκόνι. Πάνω στο σεξ σηκώθηκε και βγήκε έξω να καπνίσει. Γενάρη μήνα. Γυμνή. Περίεργος τύπος. Χρώμα. Μαύρο. Κόκκινο. Τραγούδι. Come not when I'm dead. Δεν υπάρχει τέτοιο τραγούδι. Ή υπάρχει; Δεν ξέρω. Κάπου το 'χω διαβάσει. Το μυαλό του ανθρώπου είναι σαν την τσίχλα. Κολλάει. Κι αυτό κάπου το 'χω διαβάσει. Σ' ένα βιβλίο της. Απ' αυτά που διάβαζε και γούσταρε. Όταν ήταν κακόκεφη και το Cocaine της έσπαγε τ' αρχίδια και δεν υπήρχε τίποτα να κάνω εγώ για να πάρει στροφές. Αυτά διάβαζε τότε και γούσταρε και είχε πάλι κέφια. Come not when I'm dead. Come not when you're dead. You're dead. 
   Θυμήθηκα πού το είχα διαβάσει. Όχι αυτό με την τσίχλα, το άλλο. Το Come not when I'm dead. Μου το είχε στείλει σε μήνυμα. Η καριόλα. Στα γενέθλιά μου. Πέρυσι. Έτσι, στο άσχετο. Όπως θυμάμαι εγώ τον πατέρα μου στο άσχετο. Come not when I'm dead. Τι στον πούτσο σήμαινε αυτή η μαλακία δεν ήξερα. Γιατί με θυμήθηκε αυτή η καριόλα μετά από δύο χρόνια που δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε κουβέντα, πάλι δεν ήξερα. 
  Τα γενέθλιά μου τα έχω είκοσι έξι Ιούνη.  
  Δεν ήθελε πολύ-πολύ. Άρπαξα ένα μαξιλάρι. Από το πάτωμα. Αυτά που είχαμε πετάξει στο πλάι, να μη μας ενοχλούν, και καλά. Σκονισμένο. Της το έβαλα στη μούρη. Έτσι. Απλά. Το πίεσα κιόλας. Τα 'παιξε. Πιο πολύ απ' ότι τα 'παιξε τη μέρα που σηκώθηκα κι έφυγα. Έτσι είμαι εγώ. Παρορμητικός τύπος. Και γουστάρω. Είκοσι έξι Ιούνη. Come not when I'm dead. Άρχισε να με βαράει. Σταμάτησα να την πηδάω. Έμεινα από πάνω της γυμνός. Κάθισα στην κοιλιά της. Το μαξιλάρι ακόμα της το ζουλούσα στη μούρη. Άρχισε να βγάζει και ήχους. Μμμμμγκχ, μμμν, μαλακίες. Σκάσε. Μου έδωσε μία γερή στο μπράτσο. Τίποτα, απλά πέτυχε νεύρο. Η καριόλα, πάντα πετύχαινε νεύρο. Έχει στόχο. Και με μαξιλάρια στη μούρη έχει στόχο. Εμένα. Εγώ είμαι ο στόχος της. 
  Αυτή ήτανε η πρώτη γυναίκα που γάμησα. Και με γάμησε. Κι αυτό κάπου το 'χω διαβάσει. 
  Μου 'παιξε μία στην πλάτη με το γόνατό της. Πόνεσα. Συνέχισε να βγάζει ήχους. Σκάσε. 
  Έβγαλα το μαξιλάρι απ' τη μούρη της. 
  "Γιατί τότε;"
  Πήρε μια βαθιά αναπνοή. Ήτανε κόκκινη.
  "Πότε;"
  "Είκοσι έξι Ιούνη"

  "Γιόρταζα."
   Της έχωσα πάλι το μαξιλάρι στη μούρη. Το ξανάβγαλα.
   "Κι εγώ."

   "Το ξέρω. Δεν γιορτάζαμε το ίδιο."
   "Προφανώς."
   "Ναι."
   "Εσύ τι;"
    Κοίταξε αλλού.
    "Παγκόσμια ημέρα κατά των ναρκωτικών"

    Οι μύες μου έσφυξαν. Τόσο που ένιωθα ότι μπορούσα να τη στραγγαλίσω στο έτσι. Κρακ, έτσι. Της έχωσα το μαξιλάρι στη μούρη. Περίμενα. Άρχισε πάλι να με κλωτσάει, να με βαράει. Της έριξα μια δυνατή μπουνιά στο στομάχι. Περίμενα. Έβγαζε πάλι ήχους, μχχχ, μγγκκκ, παπαριές. Σκάσε.
   Έσκασε.

   Σταμάτησε και να με βαράει. Γενικά, σταμάτησε. Να με κλωτσάει, να βγάζει ήχους, να τρέμει. Δεν έκανε τίποτα. Περίμενα λίγο ακόμα. Είναι καριόλα αυτή. Μπορεί να υποδυόταν. 
   Πέρασε ώρα. Δεν άλλαξε τίποτα. 
   Σήκωσα το μαξιλάρι. Το παράτησα στην άκρη. Την κοίταξα στα μάτια, τα ορθάνοιχτα, τα νεκρά. Γέλασα. Πλησίασα τα χέρια της στη μούρη μου. Είδα τις τρύπες. Σηκώθηκα. Ντύθηκα. Πήρα τον καπνό της, έστριψα ένα τσιγάρο. Το άναψα. Βρομούσε, είχε και σκατά γεύση. Το παράτησα στο τασάκι να καίγεται. 
 Σήκωσα το βλέμμα, κοίταξα στον καναπέ. Δεν ήταν εκεί. 
  Γουάι ντιντ γιου κομ σινς γιου γουέαρ ντεντ????????????? 




Re(z)=

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Πέρασαν χρόνια και κατάλαβα τι φταίει που όλοι δειλιάζουνε μπροστά στην ομορφιά.

 Σήμερα ήρθε, μετά από τόσο καιρό, και με βρήκε πάλι. Χτύπησε την πόρτα μια φορά μόνο, απαλά και διακριτικά· θα 'λεγε κανείς πως τη χτύπησε σα να μην ήθελε ουτ' η ίδια ν' ανοίξω. Ήτανε όμως που στο δωμάτιο τη μέρα ετούτη -σα να το 'χα φροντίσει, θα πεις - επικρατούσε σιγή νεκρική από νωρίς. Ουδεμία μουσική, ούτε κάποιο παροντικό δρώμενο κι ουδεμία ανάμνηση δεν τόλμησαν σήμερα να εισβάλλουν στο δωμάτιο. Μείνανε όλα κλειδωμένα απ' έξω εσκεμμένα, λες και δεν είχανε χέρια ν' απλώσουν και ν' ανοίξουν. Κι έτσι το χτύπημά της ακούστηκε πολύ πιο ηχηρό απ' ότι κι η ίδια επιθυμούσε. Ήξερα, πριν καν ρωτήσω, ποιος κρυβόταν πίσω απ΄την πόρτα μου. Πέρνα, της είπα, πέρνα. Καιρό είχες. Μου χαμογέλασε· έκλεισε την πόρτα πίσω της μα δεν τόλμησε να κουνήσει ούτε σπιθαμή πιο πέρα απ' το κατώφλι. Κι ήτανε, να δείτε, τόσο όμορφη, που λιώσανε οι οφθαλμοί μου και κυλήσανε στα πόδια της, διψασμένοι ν' αγγίξουνε την ομορφιά. Πού χάθηκες, τη ρωτάω, τόσο καιρό; Με κοίταξε, το χαμόγελο έσβησε κι ύστερα σχηματίστηκε ξανά. Κάθε βράδυ ερχόμουνα, μου λέει. Κάθε βράδυ εδώ ήμουν και χτυπούσα την πόρτα μια φορά, απαλά, διακριτικά, σαν και σήμερα. Τι να σε κάνω, όμως, που δε μ' άκουγες, συνεχίζει. Είχες εδώ μέσα φασαρία πολλή.
  Αμέ, της λέω. Να με συγχωράς, μα ούτε που σε νοστάλγησα, κι ούτε που ένιωσα την έλλειψή σου. Μείνε όμως, μείνε- να μείνεις, της λέω. Να, για χάρη σου, τα κλειδώνω όλα απ' έξω. Τόσο όμορφη είσαι, της λέω. Να, ορίστε, να, τα κλειδιά- παρ' τα. Της τα δίνω. Φυλάκισέ με εδώ μαζί σου, συνεχίζω. Πέφτω στα πόδια της κι ικετεύω. Μη φύγεις μόνο, της λέω. Τώρα που 'ρθες πάλι. Αν και ούτε που σε νοστάλγησα ούτε που ένιωσα την έλλειψή σου.
  Εκείνη λόγια δεν είχε να μ' απαντήσει. Και τι να πει; Που ούτε που τη νοστάλγησα ούτε που ένιωσα την έλλειψή της, μα ξάφνου τώρα που εμφανίστηκε πάλι μπροστά μου δεν τολμώ ούτε να διανοηθώ το δωμάτιο χωρίς την παρουσία της. Κι απορώ πώς τον έζησα τον καιρό όλο ετούτο χωρίς εκείνη. Απορώ πώς δε μου πέρασε ούτε για ένα λεπτό η επιθυμία να διώξω τις φωνές και να κλείσω τα παραθυρόφυλλα, ν' αδειάσει πάλι ο χώρος και να εισβάλλει εκείνη. Γιατί -γνωστό είναι- πως στη φασαρία δεν θα επιζούσε.  Έσφαλα, της είπα τελικά, μετά από ώρα που στεκόμασταν εκείνη στο κατώφλι μου κι εγώ στην άλλη άκρη· έσφαλα και είναι ώρα μου να πληρώσω. Γδύσου, της λέω, γδύσου και πέτα τα ρούχα στη φωτιά. Να μείνεις γυμνή, της λέω, να νιώσω την ασκήμια σου να ρέει στα σωθικά μου. Γυμνή να 'σαι, της λέω, ατέρμονη, ατελείωτη, αστείρευτη. Να πονάς την κάθε σπιθαμή μου. I was the one to lock you out. It was my human error.