Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

διχρωμία

   Μέναμε στην ίδια γειτονιά. Τα πρωινά, με περίμενε κάτω απ' το σπίτι της, να περάσω να την πάρω και να πάμε μαζί ως το σχολείο. Στο θρανίο μαζί. Τελευταίο θρανίο. Πίσω δεξιά. Το μεσημέρι, γυρνώντας, ξανά μαζί. Όλα μαζί. Ή, τέλος πάντων, σχεδόν όλα. Το μεσημέρι το περνούσαμε χωριστά, κι ύστερα το απόγευμα, πηγαίναμε ξανά σπίτι της. Πάντα στο σπίτι της. Ώσπου βράδιαζε, κι όταν βράδιαζε, θα μου πρότεινε να περάσω τη νύχτα εκεί. Κι εγώ θα της έλεγα πως θέλω, μόνο πρέπει να τηλεφωνήσω πρώτα στους γονείς μου. Μ' αφήναν βέβαια μόνο τις Παρασκευές και τα Σάββατα, αλλά πάντα ρωτούσα, έτσι κι αλλιώς.
 Και βόλτες. Πολλές βόλτες. Η μάνα της ρωτούσε συνέχεια, με τον ίδιο τόνο, με ποιον γυρνάς όλη μέρα δεξιά-αριστερά; Κι εκείνη έδειχνε προς το μέρος μου. Η μάνα της με κοίταζε, επικριτικά, ανασήκωνε τους ώμους κι έπειτα γυρνούσε το κεφάλι. Τα χρόνια περνούσαν έτσι. Η μάνα της ν' ανασηκώνει τους ώμους κι εμείς στις βόλτες. Και στα παιχνίδια. Μαζί. Και μόνες. Εκείνη ήτανε καμιά φορά λίγο, ας πούμε, περίεργη. Κάπως περίεργη. Και κάπως περίεργα την κοιτούσαν κι οι τριγύρω. 

  Είχε υπάρξει κάποια φορά, τέλος πάντων, στις τουαλέτες. Δύο αγόρια. Της πήρανε τη μπλούζα της και την κλειδώσανε μέσα. Δύο αγόρια, απ' την τάξη μας κι οι δύο. Ήταν κάποιο αστείο που έκανε μόνο εκείνους να γελάνε. Εκείνη φώναζε. Βαρούσε τις πόρτες και φώναζε. Την άκουσα, μπήκα στην τουαλέτα, προσπάθησα να της ανοίξω την πόρτα, κλειδί δεν έβρισκα, είχα κι εγώ πανικοβληθεί. Μου έλεγε να μη φύγω, να μη φωνάξω κανέναν. Γιατί ντρεπότανε. Τέλος πάντων, τελικά, ήρθε ένας καθηγητής και της άνοιξε. Εκείνη ήτανε σκυφτή, δεν ήθελε να τη δει γυμνή ο δάσκαλος. Πήγε και της έφερε τη μπλούζα της. Γυρίσαμε στην αίθουσα, εκείνα τ' αγόρια λείπανε, μα τ' αστείο τους το 'χανε προλάβει σ' όλους τους υπόλοιπους· και το καταλάβαιναν όλοι. Όλοι εκτός από 'μας.
  Ο χρόνος περνούσε έτσι κι αλλιώς. Στηνόμασταν μπροστά στον καθρέπτη και μετρούσαμε τα στήθια μας που φουσκώνανε. 
  Μου 'χε πει για δυο φορές, την είχε πλησιάσει ένας καθηγητής, ο μαθηματικός μας, ο Γούναρης. Την είχε πλησιάσει και την είχε ρωτήσει αν είναι εντάξει. Αν είναι θλιμμένη. Δεν ξέραμε αν ήταν λόγω εκείνου του συμβάντος, τέλος πάντων, στις τουαλέτες, ή.. Ή δεν ξέρω 'γω τι. Εγώ πάντως, την θυμάμαι χαρούμενη. Μαζί μου. Δεν ήταν συμβιβασμός, η σχέση μας δεν ήταν συμβιβασμός. Αυτό το λέω επειδή πολύ συχνά οι άνθρωποι, κάποιοι άνθρωποι, πλησιάζονται από μοναξιά, κι όχι από ενδιαφέρον για την ουσία του άλλου. Όπως καπνίζουν στα μπαρ από βαρεμάρα. Ή πίνουν από βαρεμάρα. Κάποιοι, όχι όλοι. Εμείς όμως όχι. 
  Στο γυμνάσιο, η μάνα της σαν ν' άλλαξε γνώμη. Δεν ανασήκωνε πια τους ώμους. Όταν πηγαίναμε βόλτες και ρωτούσε με ποιον γυρνά κι έδειχνε εμένα, εννοώ. Με κοιτούσε πια βαθιά. Σαν να 'βλεπε κάτι ξένο. Ή και τίποτα. Ήθελε να φύγω. Φώναζε. Μα εκείνη δεν μ' άφηνε· μ' έπιανε απ' τον καρπό και δεν μ' άφηνε να κουνήσω. Εμφανιζόταν τότε ο πατέρας της. Μες στις φωνές και σ' όλα. Σήκωνε το χέρι, με φόρα, πολλή φόρα, και την χτυπούσε. Την χτυπούσε και της έλεγε, κωλόπαιδο, θα σε βαράω μέχρι να στρώσεις. Κι ούτε τότε μ' άφηνε το χέρι. Εγώ καθόμουνα εκεί, άπραγη. Και τι διάολο να 'κανα. Δεκατριών χρονών, δεκατεσσάρων, πόσο. Τι διάολο να 'κανα. Κάποια στιγμή, απροειδοποίητα, τα πράγματα ηρεμούσαν. Ο πατέρας της απλά σταματούσε. Γυρνούσε την πλάτη κι έφευγε απ' το σπίτι. Εκείνη μ' άφηνε το χέρι και πήγαινε στο δωμάτιό της. Βλέμμα κανένα. Έτρεχα από πίσω της, μου 'κλεινε όμως την πόρτα στη μούρη. Τότε, μόνο, έφευγα. 
  Κάτι θα μπορούσες να 'χες κάνει, έλεγε. Κάτι. Κάτι. 
  Όλο αυτό, απ' την στιγμή που άρχισε, ήτανε σαν, πώς να το πω, σαν καρκίνωμα. Μεγάλωνε και πολλαπλασιαζόταν. Γινόταν πια καθημερινό. Ο Γούναρης την πλησίασε ξανά. Εγώ της είχα πει να του μιλήσει, δεν μ' άκουσε. Τέλος πάντων. Αποφασίσαμε, τελικά, να πηγαίνω στο σπίτι της πιο αραιά. Να με βλέπουνε οι γονείς της λιγότερο. Κλείστηκε μέσα. Βόλτες δεν πηγαίναμε πια. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο λιγότερο. Πρώτη λυκείου, τελικά, είχαμε καταλήξει να περιμένουμε ν' αποκοιμηθούν οι γονείς της για να τρυπώσω μες στο σπίτι. Δεν ξέρω γιατί διάολο με μισούσαν τόσο. Δεν ξέρω. Τέλος πάντων. Πρώτη λυκείου. Τα γενέθλιά της. Είχα πάρει μία σοκολάτα, μπήκα στο σπίτι όπως τα 'χαμε συμφωνήσει, αργά το βράδυ. Γεια σου. Χρόνια πολλά. Κλείσαμε πίσω μας την πόρτα του δωματίου. Κλειδώσαμε. 
  Φιλί στο μάγουλο. Χρόνια πολλά. Άρχισε απλά. Έτσι. Την αγκάλιασα. Μιλήσαμε λίγο. Μου είπε πως θέλει σήμερα να δοκιμάσει κάτι. Της είπα εντάξει. Μου έδωσε ένα φιλί. Στο στόμα. Σύντομο, πολύ σύντομο. Ύστερα με κοίταξε, περιμένοντας. Την δεύτερη φορά, την φίλησα πρώτη εγώ. Για περισσότερη ώρα. Την άγγιξα, με άγγιξε. Ήταν σαν.. Σαν εξερεύνηση, ας πούμε. Μάθαμε το σώμα. Η μία της άλλης. Μάθαμε τον έρωτα. Μετά από 'κεινο το βράδυ, η σχέση μας άλλαξε. Άλλαξε κι ήταν και πάλι η ίδια, ήταν όμως κι άλλα, κι άλλα πολλά, περισσότερα. Πέρασε έτσι ένας χρόνος. Ένας ολόκληρος χρόνος. Της είχα πει ότι την αγαπάω, την αγαπάω με όλους τους τρόπους. Με όλα τα χρώματα. 
  Ένα βράδυ, είχε πάει αργά, καθόμασταν γυμνές, ανάσκελα, στο κρεβάτι της. Της χάιδευα τους καρπούς. Συζητούσαμε ανάλαφρα. Η πόρτα άνοιξε απότομα. Αναπάντεχα. Ο πατέρας της μας κοίταξε όλο ερωτήματα. Τα πράγματα γίνανε άσχημα. Την τράβηξε απ' τα μαλλιά και τη σήκωσε όρθια. Απ' τα μαλλιά. Η φασαρία ήταν τόση, που κάποιος γείτονας κάλεσε τους μπάτσους. Άσχημα. Πολύ άσχημα. Πήραν τον πατέρα της κι εμάς. Διαφορετικά αμάξια. Το επόμενο πρωί γυρίσαμε σπίτι. 
  Την πήγανε σε μία κλινική. Εγώ δεν καταλάβαινα. Η γιατρός της ούτε που ρώτησε τίποτα· μόνο τα βασικά· κι ύστερα έβγαλε το μπλοκάκι της και έγραψε μια συνταγή. Το πρώτο χάπι, το κατάπιε μπροστά μου. Και το δεύτερο. Ήταν αστείο, κατά ένα τρόπο· ποτέ πριν δεν είχε καταπιεί χάπι. Μόνο σιρόπια κι αναβράζοντα. Της πήρε ώρα. Γελάσαμε λίγο. Όσο περνούσε ο καιρός, βλεπόμασταν λιγότερο. Έκανα υπομονή. 
  Μια μέρα, μου είπε να πάμε μαζί στην κλινική. Είπα εντάξει. Είχε αλλάξει γιατρό. Άντρας αυτή τη φορά. Καθόταν πίσω απ' το γραφείο του, συγκρατημένος, λες κι απαγορευόταν, ας πούμε, να λυθεί. Μόλις κλείσαμε πίσω μας την πόρτα, χαλάρωσε. Τα γυαλιά του κρεμόντουσαν απ' το λαιμό μ' ένα σκοινάκι. Της ψυθίρισα πως μου θυμίζει τον Γούναρη. Εκείνη κάθισε στην καρέκλα, εγώ στάθηκα πίσω της, ακριβώς. 
  Δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε· εμένα ο γιατρός δεν με κοίταξε, κι ούτε έγινε καμιά αναφορά. Δεν με σύστησε, δηλαδή, εκείνη. Είπανε τα βασικά, πώς είσαι, τι κάνεις, πώς ήταν η βδομάδα σου, και τα λοιπά. Μετά, ο γιατρός σοβάρεψε. Άφησε να περάσει ανάμεσά τους μια μεγάλη παύση. "Λοιπόν", είπε ο γιατρός. "Πες μου. Συζητούσαμε τις προάλλες πως έχεις μια.. μία φίλη; Μία φίλη που θα έφερνες να γνωρίσω".
  
  Χαμογέλασε. Κοίταξε τον γιατρό, ύστερα εμένα. Τα μάτια της γυαλίζανε. Μέτρησα μόνο ένα δάκρυ. "Ναι", απάντησε, ενώ κοιτούσε εμένα. "Στέλλα", μου λέει. "Αυτός είναι ο γιατρός μου". Τον κοίταξε. "Καθόμαστε μαζί στο θρανίο. Όλα τα χρόνια" του είπε. 

 Ο γιατρός καθυστέρησε να απαντήσει. Χαμογέλασε κι ο ίδιος. Ευγενικά. "Δάφνη, καταλαβαίνεις ότι.." ξεκίνησε. 
  
 Δεύτερο δάκρυ. Το βλέμμα σ' εμένα. Τον διέκοψε. "Ναι".

 "Ότι δεν βρίσκεται κανένας εκεί που κοιτάζεις;" 

 Τα δάκρια τώρα γίναν πολλά. Έσκυψε το κεφάλι. "Ναι" απάντησε. 

   Την κοίταξα και περίμενα. Μου ψιθύρισε συγγνώμη. Έγνεψα. 
 Ύστερα, χάθηκα.