Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Τι είναι καλό και κακό; Τα ξύλα στο τζάκι υποφέρουν απ'την φωτιά, καίγονται, βασανίζονται. Η φωτιά είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να τους συμβεί. Για μας όμως είναι πολύ καλό, ε; Ζεσταινόμαστε. Δεν μπορούμε να ζεσταθούμε χωρίς να υπάρξει φωτιά. Δεν μπορεί να υπάρξει φωτιά χωρίς κάποιος ή κάτι να καεί. Μα, και η φωτιά δεν είναι πάντα τόσο καλή και για μας. Αν αντί να βρισκόμασταν τώρα μπροστά στο τζάκι, ήμασταν σ'ένα δάσος, περιτριγυρισμένοι από φλόγες; Αν υποφέραμε κι εμείς μαζί με τα ξύλα; Ποιος θα ζεσταινόταν τότε; Κανείς. Και στις δυο περιπτώσεις κάποιος μένει ικανοποιημένος, πάντως. Η φωτιά. Ο κόσμος δεν είναι μια κατάσταση στην οποία καθένας εκμεταλλεύεται τον άλλο για να ταΐσει την κυνική του πλευρά. Η κυνική μας πλευρά εκμεταλλεύεται εμάς. Κι εμείς, βέβαια, την αφήνουμε.. 

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Νόρα

 Α, για εκείνη τη γάτα. Ηλίθιο γατί. Τι κατάλαβε τώρα; Καλόμαθε στην έτοιμη γατοτροφή και στα χαζά παιχνίδια και χάδια κάθε φορά που περνούσε απ'την πόρτα μας και τώρα μας τρίβεται. Δεν σε θέλουμε πια, κωλόγατο. Έγινες κακομαθημένη και εμείς δεν γουστάρουμε γάτες του καναπέ. Αυτό ψάχνεις; Μια στρογγυλή και ζεστή θεσούλα στον καναπέ μας; Πού πήγε η ανεξάρτητη γάτα που έκλεβε τη δική της τροφή, που 'έγλυφε' μόνο για φαγητό, που δεν είχε όνομα ή σπίτι, που τριγύριζε και δεν άνηκε, που είχε το δρόμο της, τον τρόπο της; Πού είναι η Νόρα; Την ξεπούλησες για ένα χάδι ρε; Για μερικά γαμημένα παιχνίδια και φλώρικα αγγίγματα που γουστάρουν οι γατούλες του καναπέ; Πού είσαι εσύ; Υπήρχες ποτέ; Αν εμείς σε παρατήσουμε τι θα κάνεις; Είναι λογικό να μπλέκεις με ανθρώπους; Δεν είναι. Γιατί εμείς θα σε βαρεθούμε όταν θα σταματήσει να είναι γαμάτο να έχεις μια γάτα στην είσοδο του σπιτιού σου και όταν αρχίσεις να μας σπας τα νεύρα επειδή θα νιαουρίζεις μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα και θα βρωμίζεις τον ανύπαρκτο κήπο μας. Γιατί είμαστε άνθρωποι και οι άνθρωποι βαριούνται, ηλίθιο γιατί! Και ενώ πριν μας είχες του χεριού σου και μας έκανες τα γλυκά μάτια για να σου δώσουμε φαγητό και μας εκμεταλλευόσουν τώρα μας φοβάσαι. Μας φοβάσαι! Βλαμμένο γατί, τι είχες στο μυαλό σου; Για ένα χάδι ρε; Βλαμμένη. 

  Για αυτό, έχω μία καλή συμβουλή προς όλες τις ανεξάρτητες γάτες του δρόμου. Μείνετε μακριά από χάδια. Κοιτάτε πως κατέληξε τούτη δω το γατί. Μακριά απ' τα χάδια. 

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

there are monsters on either side of the moon; and one is a creation of the other

  Μονόδρομος.Αν και η όρασή μου μέσα στο σκοτάδι δεν αρκεί ούτε για να κοιτάξω στο απέναντι πεζοδρόμιο, ξέρω πως βρίσκομαι στην άκρη ενός μονόδρομου. Γιατί κάθε άνθρωπος που περνάει από μπροστά μου έρχεται απ'τα δεξιά και φεύγει προς τα αριστερά. Εμφανίζονται απ'το σκοτάδι και χάνονται πάλι μέσα σ'αυτό, και στο ενδιάμεσο είμαι μόνη μου. Κι όσο ζω στο ενδιάμεσο εκείνο, δεν υπάρχει χρόνος. Κανένας. Μέχρι κι εγώ χάνω την αντίληψη του. Μπορεί να 'χουν περάσει 2 έτη και να μην το 'χω πάρει χαμπάρι. Μα κάθε φορά που εμφανίζεται ένας άνθρωπος, εμφανίζεται και ο χρόνος ξανά. Είναι υπαρκτός και μας κυνηγά. 
   Άλλο ένα πράγμα που δεν υπάρχει: το φως. Δεν βλέπω τίποτα. Ίσως να μην συνειδητοποιούσα πως περπατούν άνθρωποι μπροστά μου αν δεν άκουγα τον βηματισμό του καθενός. Κάθε ένας από αυτούς κρατά μία μικρή σπίθα φωτός - τόσο μικρή που ίσα φωτίζει τους ίδιους, πόσο μάλλον τον δρόμο γύρω τους. Θέλω πολύ να ακολουθήσω έναν από αυτούς, να τον στριμώξω και να κλέψω την σπίθα φωτός του. Μα ξέρω πως δεν είναι αρκετή. Καλύτερα στο απόλυτο σκοτάδι παρά στο ημίφως. 
   Και τότε, τότε ακριβώς, ο δρόμος λαμποκοπά ξαφνικά. Σαν να έπιασε φωτιά ένα ολόκληρο σπίτι. Σαν να πλησίασε η Σελήνη πιο κοντά στη Γη, μόνο και μόνο για να φωτίσει αυτόν τον δρόμο. Κλείνω τα μάτια μου από ένστικτο, προστατευόμενη απ'το ξαφνικό φως. Τα ανοίγω ξανά, σιγά σιγά. Μία κοπέλα με κατακόκκινα , μακριά μαλλιά χορεύει στη μέση του δρόμου. Και κουβαλά μαζί της τόσο φως... Βλέπω σχεδόν τα πάντα. Τα πάντα στο στενό που βρίσκομαι. Αλλά δεν βλέπω το τέλος του. Ούτε την αρχή του. 
    Κάθε κύτταρο του σώματός μου φωνάζει να την ακολουθήσω. Δεν το κάνω. Τα μάτια μου δεν φεύγουν λεπτό από πάνω της. Πρώτα το πρόσωπό της. Χαρούμενο, ζεστό. Μετά ολόκληρη. Φοράει ένα λευκό φόρεμα. Τα πόδια της- γυμνά. Χωρίς παπούτσια. Μετά, καθώς φεύγει, η πλάτη της. Τα μαλλιά της που χορεύουν μαζί της στο ρυθμό. Ταπ, ταπ, ταπ, ταπ, ταπ, ταπ... Βήματα. Τα δικά της. Αναρωτιέμαι πώς ένα γυμνό πόδι κάνει τόσο θόρυβο. Πλησιάζει στο τέλος του στενού. Όσο περπατάει, το τέλος απορροφά το φως της, σαν να μην υπήρχε ποτέ, το τέλος του στενού καταπίνει το φως της σαν διψασμένο κι αχόρταγο τέρας. 
   Και πέφτει. 
   Ούτε που σαλεύω. Το περίμενα. 
   Το φως χάνεται ξανά μα δεν φοβάμαι.
   Και να το πάλι- ταπ, ταπ, ταπ, ταπ... Τι είναι; Κοιτάζω γύρω μου. Τα μάτια μου κάνουν λίγη ώρα να συνηθίσουν στο σκοτάδι. Να 'τη. Μια κοπέλα. Δεν βλέπω τα χαρακτηριστικά της. Μόνο μια σιλουέτα. Ισχνή, σκοτεινή. Ξαφνικά ανυπομονώ για το δευτερόλεπτο που θα χαθεί στο τέλος του στενού. Την φοβάμαι πιο πολύ απ'ότι θα πρεπε. 
   Χάνεται κι αυτή. 
   Σκοτάδι ξανα.
   Περιμένω. 
   

  Την επόμενη φορά που ακούω βήματα, αρχικά τρομάζω γιατί δεν βρίσκω πουθενά καμία μαύρη σιλουέτα στο δεξί τέλος του δρόμου. Και να τος- ο μοναδικός μετά από χιλιάδες που περπατάει ανάποδα απ'τους άλλους. Μπαίνει απ'τα αριστερά και κατευθύνεται προς τα δεξιά. Δεν το σκέφτομαι. Τον ακολουθώ. 

  Περπατούσαμε για ώρες... Το μόνο που διέκρινα τώρα καθαρά απ'αυτόν ήταν η πλάτη του. Καθόλου γνώριμη. Δεν ήταν κανείς απ'αυτούς που πέρασε. Δεν ξέρω πού πηγαίνουμε.  Αλλά ξέρω πως είμαι ασφαλής.


  "Γιατί με ακολουθείς;" με ξαφνιάζει όταν γυρίζει να με κοιτάξει και χάνω την αναπνοή μου για ένα δευτερόλεπτο. Τον κοιτάζω κατάματα μα δεν βλέπω χρώμα. Δεν απαντώ στην ερώτησή του. 
   "Γιατί με ακολουθείς;" επαναλαμβάνει. 
   "Δεν ήθελα να πέσω στην μαύρη τρύπα."
    "Ποια μαύρη τρύπα;" βλέπω την απορία στο πρόσωπό του. 
    "Εκείνη που έπεφταν όλοι. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Στο τέλος."
    "Μαύρη τρύπα την είδες εσύ;"
    "Ίσως όχι μαύρη τρύπα... ίσως κάτι πιο μεγάλο, ένα τέρας, δεν ξέρω, το κενό; Πάντως-"
     "Δεν έχει σημασία. Τώρα..." απλώνει το χέρι του προς τα εμένα, η παλάμη να κοιτάζει τον ουρανό. 
     Το κοιτάζω για ένα λεπτό πριν κάνω να τον αγγίξω. Κάνω ν'απλώσω το χέρι μου για να πιάσω το δικό του, και τότε σηκώνει το άλλο του χέρι στον αέρα, για να με σταματήσει με μια χειραψία. "Είσαι έτοιμη να πετάξεις;" λέει, προειδοποιητικά. 
     Να πετάξω; "Ναι!" είμαι τόσο ενθουσιασμένη. Πάντα ήθελα να πετάξω. Απορώ με τον εαυτό μου πώς πείστηκα τόσο γρήγορα, μα νιώθω μουδιασμένη. Μεθυσμένη. 
    Μου χαμογελάει και ξεχνάω. "Έλα, λοιπόν." λέει ξανά, απλώνοντας και τα δύο του χέρια προς εμένα. Κάνω να σφίξω τις παλάμες μου στις δικές του, και μόλις που τον ακουμπάω, μαρμαρώνω. Γιατί το χέρι μου πέρασε μέσα απ'το δικό του σαν να 'ναι φάντασμα. Δοκιμάζω μια δεύτερη φορά, σίγουρη πως είναι απ'τη μέθη. Μα όχι, δεν είναι, κι εγώ δεν είμαι μεθυσμένη. 

 Δεν ξέρω πού βρίσκομαι. Είμαι μακριά και απ'την αρχή και απ'το τέλος, μα νιώθω και τα δύο πολύ κοντά μου, λες και ένα απ'αυτά θα συμβεί όπου να 'ναι. Ή και τα δυο μαζί. Τρέμω από φόβο μα δεν τρέχω, δεν έχω πού να πάω, άλλωστε. Ποια κατεύθυνση είναι η σωστή μέσα στο απόλυτο σκοτάδι; 

My name is Tessa Scott. A good name of three syllables.

  I walk. There is no place for me to go. No, actually, there is one. One place. Governed by a king who likes to play games. And this king is haunting me right now. He's waiting for me. Lurking beside me, like a shadow. He's dressed in black. Hollow black. He's waiting patiently for the time I'll be weak enough, so he can overrule me too. Like he's overruled millions of people. Actually he's overruled every life in this world. Every kind of life. There comes a time for all of us when we're too weak to deal with him. Nearly no-one's aware of him. He's decent. Enough so that he doesn't make his presence a big deal. But I am. I am aware of him. I've been walking with him stepping silently by my side for so long now that I'm kind of used to him. I know he's waiting and I know the purpose of my life is to meet him one day. I was born to meet this king. But that's not enough to stop me from being afraid. 
  I walk. I find a bench. I sit. And on the wall beside me, I write.
  "Keep breathing. Just keep doing it. It's easy. In and out."





It's easy


in and out 





Keep breathing



Just keep



doing it 




It's 









easy








in









and


















out.



and everything has an end.
Though this king is infinite

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

  Από όλα όσα θα μπορούσα να θυμάμαι, θυμάμαι αυτήν την στιγμή: Εσένα μπροστά στον καθρέπτη. Δεν ήξερες πως σε κοιτάζω και δεν ήθελα να το μάθεις. Δεν ήξερες καν πως είμαι εκεί. Θα σκότωνα να μάθω τι περνούσε απ'το μυαλό σου τότε. Και θα σκότωνα να μάθεις πώς σε έβλεπα εγώ. Δεν μέτρησα την ώρα, αλλά νομίζω ότι κράτησες για 2 τραγούδια την ίδια στάση. Απαράλλακτη, να κοιτάζεις. Τι; Και πάνω που σκέφτηκα πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο να δεις μέσα σ'αυτόν τον αντικατοπτρισμό, γιατί είναι αυτός που ξέρεις καλύτερα από όλους, γέλασα με τον εαυτό μου. Γιατί εσύ κάθε φορά που κοιτάζεις τον εαυτό σου στον καθρέπτη βλέπεις κάτι διαφορετικό. Μα τώρα που το ξανασκέφτομαι, όχι μόνο εσύ. Όλοι μας. Κάθε φορά που κοιτάζουμε στον καθρέπτη βλέπουμε κάτι διαφορετικό. Και αλλάζει η όψη μας; Μπα. Πόσο να αλλάζουμε απ'τη μια μέρα στην άλλη; Θ'αλλάζει ο τρόπος που τα βλέπουμε, τότε. Λες και κάθε μέρα φοράμε ένα διαφορετικό ζευγάρι γυαλιά... ή μάλλον τα γυαλιά μας αποκτούν έναν παραπάνω λεκέ. 
  Δεν γύρισες ποτέ να με κοιτάξεις, κι εν μέρη είμαι χαρούμενη γι'αυτό. Βέβαια αν με κοίταζες, θα σου 'λεγα πόσο όμορφη είσαι για μένα. Αλλά τι σημασία έχει αυτό; 


Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Και σαν αντικρίσεις τον Ήλιο, τι καταλαβαίνεις; Λένε ότι αυτός είναι ο λόγος που υπάρχουμε. Στο τέλος ή θα μας κάψει η θα μας αφήσει να παγώσουμε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτός μας κρατάει ζωντανούς και αυτός θα μας καταστρέψει. Και σημειώστε αυτό: δεν μπορεί να υπάρξει ζωή χωρίς τον ήλιο της. Πρώτα γεννιέται ο ήλιος και μετά η ζωή. Πώς, λοιπόν, θα φτιάξεις έναν δικό σου ήλιο, για μην εξαρτιέσαι από αυτούς, αφού ο ήλιος φτιάχνει εσένα; Ο ήλιος βρίσκει εσένα, όχι εσύ τον ήλιο. Ο ήλιος σε τραβάει πάνω του, δεν κολλάς εσύ στον ήλιο. Και ζούμε όλοι εμείς, οι ανίδεοι, ελπίζοντας πως δεν θα υπάρξει καταστροφή. Μας είπαν πως υπάρχει το άπειρο και το ατέλειωτο κι εμείς κατευθείαν πιστέψαμε πως υπάρχει και στον κόσμο μας. Εμείς όμως είμαστε γήινοι και ανήκουμε μέσα στη στρατόσφαιρα και αν βγούμε έξω απ'αυτή μας περιμένει ο θάνατος. Είμαστε μυρμίγκα και πρέπει να μελετάμε τον κόσμο των μυρμιγκιών, ο κόσμος των γιγάντων δεν μας αφορά και δεν μπορούμε ούτε να τον κατανοήσουμε αλλά ούτε και να τον φτάσουμε. Είμαστε αναλώσιμοι. Γυρνάμε, λοιπόν, στον αναλώσιμο κόσμο μας. Είμαστε γυαλί. Ή θα πάμε τόσο κοντά στον ήλιο που θα λιώσουμε, ή θα απομακρυνθούμε τόσο πολύ απ'αυτόν, που θα ψυχρανθούμε τόσο πολύ, ώστε να σπάσουμε. Και αυτό, αυτό ακριβώς, η γέννηση η ζωή και ο θάνατος, ονομάζονται αρμονία. Για αυτό είναι όμορφη η ζωή. Γιατί είναι αρμονική. 


Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

"The same day all over again. Routine absorbing me another little bit. Just a little bit. So it was like this: wake up, go to bathroom, have breakfast, brush teeth, dress up, do hair, go to school. Oh, and say 'bye to mom. Dad was already gone. Emergency, it was. Some random citizen in mortal danger, some kind of car accident or whatever. But that was just routine for my family anyway. Though for the man's family it was a first, I guessed. I was so in terms with accidents and sudden deaths -what with my dad being a doctor and all- that I sometimes thought that it wouldn't take me by much surprise if something happened to someone I knew. Someone I loved. When I was young, I used to thing that this random man my dad rushed to save again and again wasn't just a random man- it was the same man everytime. I couldn't come to grips with the fact that yes, it happens to everyone. Those people where too reckless, too negligent and -to my mind- they deserved whatever happened to them. They should've been more careful. Not drive around drunk or be on the phone while driving. Or whatever they'd been doing. It didn't matter to me anyway. 
  My dad earned a lot of praise for his job. Saving lives, that was. My mom used to be proud. And, mimicing her, mostly, I was proud, too. People owned their lives to my dad and I was proud of that. 
  I tripped over something and fell on the wet road. I remember that clearly. My thoughts went blank then, like I'd been thinking of nothing all the way until I tripped. I remember getting all wet- it'd been raining. Every affront I knew and could use played all over in my head until I reached school that day. I hated getting wet.  Maybe that's the reason why everything happened. Maybe God was punishing me for all this- the indignity, you know, the swearing. Although I don't really believe in God. And, as far as I know, he wouldn't punish indignity with something like that. So it was either something worse that I'd done or that's not how the world works. 
  I got to school. The hours dragged by. Two hours, to be exact. Because then, in the middle of Chemistry, a teacher I didn't know knocked on our classroom's door and asked for me. 
  No-one ever asked for me. I didn't cause any trouble, and I've never ever been to the principal's office. Low-key, I was. Well, okay, I smoked and ditched hours. But almost everybody did this. Wasn't something that you got punished for. Or, even if it was, I wouldn't be the first one to earn the penalty. So I was pretty anxious when she spoke my name. Half- certain she'd made a mistake. Nevertheless, I stood up and walked to her. She waved me to get out of the class and closed the door behind her. She said nothing, just started waking, so I followed. When I, ah, dared ask what was going on, she just said that I had a phone call. And when I asked who had made that phone call, she said she wasn't in position to explain. I wondered what that meant. I searched in her face for some underlying answer, but her lips were pressed into a hard line and, when her gaze met mine, I think I saw pity in her eyes. Yeah, pity. Like I was a poor man begging her for some money she couldn't give me. 
  There are things I don't remember, then. I don't remember getting to the principal's office or picking up the phone. I just remember the words. 
  Hello, Emily. My name is Darian Clearwater. I work with your dad. You have to come over to the hospital. 
 That's all I remember. My aunt Marian came and picked me up. That's just blind spots after that. I only remember people crying. And my scream. The scream I let out when that Darian Clearwater (who appeared to be the hospital's greater psychologist and was assigned the job of breaking the news to me) finally spoke the words. 
  Emily, your father passed away. 
  I screamed. A scream so loud my ears hurt to death. And then everything went pitch blank. 


   It's been years now. I'm still trying to remember his words, you know? How the man tried to pass it to me, the news. I'm still trying to recall the way he explained the accident, or my friend's 'comforting' words, or the people who were there in the hospital, but I can't. I don't think I'll ever will. And it doesn't really matter. 
  My mom was so out I had to remind myself that she was alive and needed to drink and eat. She didn't speak if you didn't ask her something, she didn't eat if you didn't remind her she had to, she didn't drink anything either. She was just a machine. Work, cook, sleep. That was all. 
  I had a hard time,too. But nothing compared to hers. 'Cause I was still young. Time would pass for me and I'd get used to the pain and life would offer me a handful of opportunities. So, the brightness of the future helped. Whatever, I'd been wrong all my life. It fucking does happen to everyone. My dad was the most precautious and careful man, he did nothing wrong. Nothing at all. It changed me, though. I was melancholic anyway, didn't really interact with people around me and hated crowded places- that's all I remember of how I used to be. It was like eternity washed over me when my dad died. Like I died myself and was born again when pain seemed to be easing. Whatsoever, I gotta admit, leaving me was the best thing he ever taught me. 


  So, now that the years have passed and it's less painful to think about it, I wonder. I wonder where he is now. Is he happy? I wonder where he's gone. Hell? Paradise? Eternal nothingness? I wonder witch of them holds true. Is he alone or in a crowded place? Maybe that's what hell is, living in a world where they teach you that the place you go when you die is full of people and then your time comes and you go to that place and it's freaking empty.  Maybe he's a soul wondering around the world. A phantom. Perhaps he'd be able to travel through space if he was that. But anyway, it's not like those thoughts we've all had about what's after, where we all go when we die and stuff. There's more to it. I've figured, you only really start searching for an answer when you're honestly looking for a dead person.  Your dead person. The one who left you behind and you're trying to catch up with. And I'm looking for him. In the night sky, in the light breeze, in the sea, under my bed at night. In my ciggarettes, in the smoke I breath out. At twilight. Or at dawn. He's nowhere to be found. But everytime I look out of a closed window, I know. The alive and the dead are parted by a huge glass wall that's dark from both sides. We can't see them and they can't see us, but if you stick your nose on the glass and look real close you'll see it; a world full of people. Nothing else. Just people. Like statues, they do nothing, just stand there, eternally waiting, their backs turned to us so we can't see their faces. All of them with their backs turned to us. "

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

trust & dependence

  Βάζει το χέρι του στην τσέπη και βγάζει μία ηλιαχτίδα. Εκείνη ξετρυπώνει απ'την γροθιά του και ταξιδεύει στην ατμόσφαιρα. Εκείνος αρχίζει να την κυνηγάει από 'δω κι από 'κει. Η ηλιαχτίδα τον κάνει ότι θέλει. Βουτάει κατά πάνω της με όλη του την δύναμη, χοροπηδάει προσπαθώντας να την φτάσει, κουνά τα χέρια του απροσδιόριστα προσπαθώντας να προλάβει την ταχύτητα του φωτός. Γελοίο ανθρωπάκι, σκέφτεται η ακτίνα. Την ώρα που εσύ διανύεις απόσταση από την δουλειά σου στο σπίτι σου εγώ φτάνω μέχρι τον Άρη. Πού ξανακούστηκε, άνθρωπος να πιάνει ηλιαχτίδες. Πού ξανακούστηκε... 
  Ο άνδρας της φωνάζει να γυρίσει πίσω. Στο κάτω κάτω, του άνηκε. Απ'την τσέπη του ξετρύπωσε. Του όφειλε την ελευθερία της. Μα εκείνη τον αγνοεί. Τι την νοιάζει; Η συνάντησή τους ήταν τυχαία. "Μα έδειχνες αλλιώς" λέει εκείνος, "σε ένοιαζε. Μου φώτιζες τον κόσμο!"
  Οι λέξεις του αυτές ήταν οι μοναδικές που μπόρεσαν να κάνουν την ηλιαχτίδα να κοντοσταθεί για ένα λεπτό, κι ύστερα να γυρίσει να τον κοιτάξει. "Το ότι φώτιζα γενικά δεν σημαίνει πως το έκανα για 'σενα, ηλίθιε!" Μα τα λόγια της ίσα που ακούστηκαν πάνω απ' τα ουρλιαχτά του άνδρα- το φως της ηλιαχτίδας τόσο κοντά στο πρόσωπό του τον έκαιγε, τον τύφλωνε, τόσο που θα 'ταν θαύμα να μπορέσει να ξαναδεί ποτέ του έστω και μια σιλουέτα. 
  "Σε παρακαλώ" λέει τότε εκείνος, προσπαθώντας να καταπιέσει τον πόνο του, "μείνε, σε παρακαλώ-"
   Η ηλιαχτίδα χάνεται στο σύμπαν πριν καν ολοκληρώσει εκείνος την πρότασή του, γελώντας. Πού ξανακούστηκε..
   

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Clair de lune

These violent delights have violent ends
and in their triumph die, like fire and powder,
which, as they kiss, consume.


  Χόρεψε μαζί μου.
 Εδώ, υπό το Σεληνόφως. Εδώ, στην πιο απόμακρη γωνιά του δάσους. Χόρεψε μαζί μου.
  Θα υποκριθούμε πως δεν υπάρχει κόσμος πίσω από αυτά τα πλατάνια.
  Απλώς χόρεψε μαζί μου.
  Θα τραγουδούν τα πουλιά μελωδίες κι εμείς θα λικνιζόμαστε, και καθώς τα σώματά μας θα χορεύουν μελαγχολικούς ρυθμούς, θα μουρμουρίζουμε στίχους. Χόρεψε μαζί μου.
  Μην με κάνεις να πέσω στα πόδια σου. Χόρεψε μαζί μου τώρα που στο ζητάω, τώρα που απλώνω απαλά το χέρι μου προς εσένα χωρίς να απαιτώ τίποτα. Αφέσου σ'εμένα, μην με κάνεις να σου επιβάλλω τον χορό.
  Έλα, κι αν δεν ξέρεις τα βήματα, θα πατήσεις πάνω στα δικά μου πόδια και θα χορεύουμε σαν μία σιλουέτα. Ίσως και να 'ναι πιο όμορφα έτσι. Να ενωθούν οι σκιές μας. Η μία δικιά μου και οι δύο δικές σου.
 Χορεύουμε; Θα περιμένω για πάντα ν'απαντήσεις. Θ'αρνηθείς τον κόσμο για χάρη μου; Θα ονειρευτείς μαζί μου; Θα υποκριθείς πως δεν υπάρχει πραγματικότητα, μόνο για χάρη μου;
 Ζητάω πολλά;
 Έναν μονάχα χορό.
 Κάτω απ'το φως της Σελήνης. Σαν αυτούς που χορεύαμε παλιά στο μπαλκόνι μας. Τότε που ονειρευόμασταν πως οι πολυκατοικίες είναι δέντρα και ο ουρανός γεμάτος αστέρια. Στις 3 το βράδυ μ'ένα τσιγάρο στο χέρι, που το καπνίζαμε κι οι δυο.
 Σαν αυτούς που χορεύαμε στους γεμάτους δρόμους της πόλης κάθε επτά το πρωί. Δυο πεζοί που περπατούσαν χορεύοντας γύρω απ'τα αμάξια που περίμεναν ανυπόμονα ν'ανάψει το πράσινο φανάρι. Θυμάσαι εκείνους που χαμογελούσαν μ'εμάς; Που δυνάμωναν τα ραδιόφωνά τους για να βρίσκουμε ρυθμό; Θυμάσαι εκείνους που ζήλευαν εμάς;
  Δεν θέλω τώρα εγώ να ζηλεύω αυτούς.
  Έλα μαζί μου για έναν τελευταίο χορό.
  Έναν χορό μέχρι το άπειρο, μαντάμ; Για κάθε μας βήμα θα προστίθενται 100 ακόμη δευτερόλεπτα μουσικής, κι έτσι δεν τα τελειώνει ποτέ. Έλα, έλα να κάνουμε το άπειρο πραγματικότητα. Έλα να το ζήσουμε.
  Χόρεψε μαζί μου. Να μπλεχτούν ξανά τα όνειρά μας. Θέλω να ανακαλύψουμε ξανά πως οι μεγαλύτεροί μας φόβοι και τα μεγαλύτερά μας όνειρα συμπίπτουν. Κάνε μου αυτό το δώρο. Θέλω να χορέψεις μαζί μου ξανά.
  Θέλω να σε δω ξανά να απλώνεις τα χέρια σου σε μένα και στην αγκαλιά σου να κουβαλάς το άπειρο.



 Γεράσαμε, Αμάντα, γλυκιά μου. Πάνε οι παλιές, καλές μέρες. Θυμάσαι τι σου 'χα πει πως με πλήγωνε περισσότερο; Πώς και δεν θυμάσαι. Και εσύ προσπάθησες να το κάνεις να μην υπάρχει. Μα αυτός είναι ο κόσμος μας, αγαπημένη μου Αμάντα. Αυτή είναι η φύση μας. Να τελειώνουμε. Να αναλώνουμε.
 Και τώρα, Αμάντα, μετά από τόσα χρόνια προσπάθειας να νικήσεις το τέλος, να το βγάλεις απ'την πραγματικότητά μου, να με κάνεις νέο κι αγήραντο, έγινες η μεγαλύτερη απόδειξη πως αυτό που με πληγώνει υπάρχει πράγματι: Τελείωσες, γλυκιά μου Αμάντα. Με άφησες.
 Μακάρι να χόρευες μαζί μου. Όπως θα μπορούσε ένας γέρος σαν κι εμένα να λικνίσει το κορμί του. Ακουμπώ σε μια μαρμαρένια πλάκα που κρύβει μέσα της ό.τι απέμεινε σ'εμένα από εσένα. Αναρωτιέμαι τι να είσαι τώρα. Αναρωτιέμαι αν είσαι εδώ και δεν μπορώ να σε δω. Μα, όπως κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, έτσι και σήμερα θα χορέψω μαζί σου. Κι ας μην είσαι εδώ.
 Θα γιορτάσεις μαζί μου τα γενέθλιά μου κι ας μην είσαι εδώ.
  Μου λείπεις, Αμάντα. Μα τα κατάφερες. Είσαι ο λόγος που το τέλος πια δεν με πληγώνει. Όταν έρθει, θα το χαιρετήσω σαν παλιό, καλό φίλο. Και θα το ευχαριστήσω που με φέρνει, επιτέλους, κοντά σου...Αμάντα, γλυκιά μου... Χορεύουμε;

  Δημήτρης.

"Oh here, will I set up my everlasting rest and shake the yolk of inauspicious stars from this world-wearied flesh. Eyes, look your last. Arms, take your last embrace! And lips, Oh you, the doors of breath, seal with a righteous kiss a dateless bargain to engrossing death!"

Debussy- Clair De Lune




Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

this is paradise

   Μια τρελή ιδέα δεν σε κάνει τρελό άνθρωπο.  Έζησα με αυτήν την αντίληψη. Οι περίεργοι συνειρμοί μου δεν ήταν περίεργοι. Ο καθένας έκανε τους ίδιους. Έτσι πίστευα. Και όταν, μερικές φορές, τύχαινε να πω δυνατά έναν συνειρμό μου και οι γύρω μου με κοιτούσαν πλαγίως, με ένα βλέμμα που εξέπεμπε απειλητικούς κεραυνούς τρομακτικά λευκού φωτός κατά πάνω μου, εγώ έλεγα πως δεν με μισούν επειδή ο συνειρμός μου είναι περίεργος. Οι άνθρωποι φοβούνται να ακούν δυνατά τις βαθύτερες σκέψεις τους. Κι έτσι κάποιες μεθυσμένες πριγκίπισσες δακρύζουν στο άκουσμα ενός τραγουδιού, ή διαβάζοντας ένα τυχαίο σύνθημα σ'έναν σκοτεινό τοίχο καθώς χάνονται στα μαύρα σοκάκια. Και κανείς δεν γνωρίζει το γιατί, μα ούτε αυτές καλά καλά τολμούν να το ξεστομίσουν. Αυτό δε, δεν το πίστευα, το ήξερα: ο κάθε ένας μισεί όποιον του μοιάζει. Απ'τη μέρα που το συνειδητοποίησα αποφάσισα να το αποφύγω. Έτσι, μια μέρα, ερωτεύτηκα ένα μοναχικό περιστέρι που προσπαθούσε χωρίς επιτυχία ν'ανοίξει τα φτερά του, πεταρίζοντας ασταμάτητα στη μέση μιας άδειας πλατείας, μες στο καταχείμωνο. Ποιο περιστέρι μένει πίσω μες στο καταχείμωνο; Ποιο περιστέρι δεν μεταναστεύει για πιο ζεστά μέρη κάθε φθινόπωρο; Είχα τους λόγους μου να είμαι σίγουρος πως τούτο εδώ το περιστέρι, αν εγώ ο ίδιος το φυλάκιζα στις δυο μου παλάμες, και το άφηνα να πέσει από το μπαλκόνι του τετάρτου ορόφου μιας πολυκατοικίας, ξαφνικά δεν θα είχε κανένα απολύτως πρόβλημα με την πτήση του. Κοίταξα γύρω μου, μα πουθενά δεν φαινόταν να υπάρχει κανένα άλλο περιστέρι. Γιατί λοιπόν ο μικρός μου έρωτας δεν σταματούσε να υποκρίνεται το αδύναμο, εφόσον είχε ήδη μείνει μονάχο; Στάθηκα εκεί, κοροϊδεύοντας ακατάσχετα το ηλίθιο αυτό πλάσμα, νιώθοντας οργή να ρέει σ'όλο μου το σώμα. Τι περίμενε τούτο δω το περιστέρι; Και ποιος ο λόγος να μένεις με τα πόδια πατημένα στην γη, όταν έχεις φτερά να πετάξεις; Αρκετή ώρα απλώς καθόμουν εκεί, αμέριμνος, χασκογελώντας με τις γελοίες κινήσεις του  ηλίθιου περιστεριού που προσπαθούσε, δήθεν, να πετάξει. Πέρασε μία κοπέλα με σκούρο μπλε κασκόλ και μαύρο παλτό, με βήμα ταχύ και το μυαλό της μίλια μακριά απ'το μέρος που βρισκόταν εκείνη. Δυο βήματα μετά που είχε περάσει το περιστέρι, κοντοστάθηκε. Σταμάτησε να περπατά. Γύρισε, κοίταξε το περιστέρι, κι ύστερα, κοίταξε εμένα. Δεν έχω αντικρίσει πιο όμορφα μάτια. Ήταν κοινά, βέβαια. Απλώς καστανά προς το μαύρο. Αλλά ήταν όμορφα. Με την έννοια του όμορφου, του γλυκού, του μελαγχολικού, του νοσταλγικού. Από εκείνα που όσο και να τα κοιτάζεις δεν αλλάζει το συναίσθημα που νιώθεις. Από εκείνα που δεν τα βαριέσαι, που δεν τα ξεχνάς, που σε στοιχειώνουν σ'όλη σου την ζωή. Έτσι και τα δικά της. Έγχρωμα κι άχρωμα μαζί, χαρούμενα κι ανέκφραστα συνάμα, σαν να χαροπαλεύει μέσα της η θλίψη, να μην νικηθεί απ'τη νέκρα. Σαν να 'χει βαλσαμώσει ο μισός της κόσμος κι ο άλλος μισός να προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να παραμείνει ανθισμένος. Με κοίταξε, λοιπόν. Σκέφτηκα να της χαμογελάσω αλλά δεν το έκανα. Γύρισε ξανά το βλέμμα της στο περιστέρι. Μόλις χάθηκε η ματιά της, νόμιζα πως ο κόσμος μαύρισε πάλι. Σηκώθηκα και πλησίασα προς το μέρος της. Στάθηκα δίπλα της. Οι άκρες των χειλιών της ήταν ελαφρώς σηκωμένες. Αντικρίζοντας αυτό, βάλθηκα κι εγώ να γελάω με το περιστέρι. Μόλις όμως ήχησε το πρώτο μου χαχανητό, εκείνη μαρμάρωσε, σοβάρεψε. Σα να έπεσε σκοτάδι ξαφνικά. Ήθελα να την ρωτήσω γιατί, αλλά δεν το έκανα. Σηκώθηκε κι έκανε να φύγει. Τελευταία στιγμή άλλαξε πορεία, κάνοντας τελικά δύο βήματα πιο κοντά μου. Απέχαμε τώρα ο ένας απ'τον άλλο μερικές ίντσες μονάχα. Κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια της και ένιωσα χαρούμενος. Σκέφτηκα να δείξω την χαρά μου, αλλά δεν το έκανα. Κράτησα το πρόσωπό μου σκληρό κι αμετάκλητο. Μου ανταπέδωσε το βλέμμα. Αναρωτήθηκα τι έβλεπε εκείνη σε εμένα. Δεν την ρώτησα. Περίμενα να κάνει αυτό που ήθελε να κάνει. Ξαφνικά, μέσα στην απόλυτη ησυχία, άρχισε να ψιθυρίζει, στην αρχή τόσο χαμηλόφωνα που ούτε εγώ δεν μπορούσα να την ακούσω. Το τελευταίο όμως το 'πε δυνατά, για να το ακούσω όχι μόνο εγώ, μα και το άμοιρο περιστέρι, κι όλα τα περιστέρια σ'όλη τη Γη. "Αυτός ο άνθρωπος ίσως να ενεργεί πάντα με κρυφούς λόγους: γιατί πάντα φροντίζει να έχει ανακοινώσιμους λόγους τόσο στα χείλη του όσο και στα ανοιχτά χέρια του." Η έκφρασή της δεν άλλαξε καθόλου όσο μιλούσε. Τόσο που για μια στιγμή αμφέβαλλα για το αν μίλησε όντως. Μα ούτε η δική μου άλλαξε. Ύστερα, πολύ αργά, και πολύ βασανιστικά, σηκώθηκε στις μύτες τον ποδιών της, κι ακούμπησε τα κατακόκκινα χείλη της στα δικά μου. Μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί, μα με πάθος. Τα χείλη μας ενώθηκαν και έμειναν ενωμένα χωρίς να φιλιόμαστε. Και χωρίστηκαν αργά και βασανιστικά. Με το λάθος τρόπο. Η έκφρασή της δεν είχε αλλάξει όταν απομακρύνθηκε και με κοίταξε ξανά. Τι είδους κοπέλα φιλά έναν απόλυτο ξένο; Σκέφτηκα να την ρωτήσω, μα δεν το έκανα. Δεν ήμουν και σίγουρος αν είμαστε απόλυτοι ξένοι. Ίσως, βέβαια, να μου έδειχνε άλλο απ'ότι θα 'θελε να δω. Γιατί μίλησε μέσα απ'τα λόγια του Νίτσε; Ας έλεγε τι πίστευε εκείνη. Ας μου έδειχνε τις δικές τις σκέψεις. Τι είδους κοπέλα κρύβεται ακόμη κι από έναν απόλυτο ξένο; Έκανε ένα βήμα πίσω. Έδειξε το περιστέρι με το δεξί της χέρι. "Αν μ'άφηναν να διαλέξω ελεύθερα" είπε, "ευχαρίστως θα διάλεγα μια θεσούλα στην μέση του παραδείσου. Και ακόμη πιο πρόθυμα, μια θέση μπροστά στην πόρτα του!" Κι έπειτα χάθηκε μέσα σε μια χιονοθύελλα που δεν υπήρχε πριν,αφήνοντάς με με χίλιες ερωτήσεις και δυο μόνο απαντήσεις, όπως θα 'κανε μια σωστή νεράιδα. Κοίταζα την πλάτη της καθώς έφευγε. Τι είδους κοπέλα απαρνιέται τον παράδεισο; "Περίμενε!" φώναξα πριν καν το σκεφτώ. Μαρμάρωσε ξανά, όμως έμεινε με την πλάτη γυρισμένη σ'εμένα. Έκανα να την ρωτήσω, μα με πρόλαβε, λέγοντας αυτό: "I'm just a dog chasing cars. I don't know what I would do if I caught one. I just do things." Κι ύστερα άρχισε να περπατά ξανά. Δεν της φώναξα να σταματήσει τότε, μα ούτε και κουνήθηκα απ'την θέση μου. Είχε βραδιάσει όταν πια έφτασα στο συμπέρασμά μου. Ο παράδεισος είναι μία ψευδαίσθηση. Ή, τουλάχιστον, ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζουμε εμείς τον παράδεισο είναι ηλίθιος. Σαν τον θάνατο. Ποιος φοβάται τον θάνατο; Όλοι φοβόμαστε τα δευτερόλεπτα πριν την ήττα. Βλέπω τον εαυτό μου ν'αυτοκτονεί πέφτοντας από ένα ψηλό κτίριο και δεν σκέφτομαι το μετά, μα ο νους μου τρέχει στις στιγμές που θα πέφτω, που ο αέρας θα με γλύφει, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να με κρατήσει απ'το να πέσω. Ποιος φαντάζεται τον θάνατο; Ποιος φαντάζεται το πως είναι ακριβώς να πεθαίνεις; Ποιος φαντάζεται το πραγματικό κενό με επιτυχία; Ποιος φαντάζεται τον παράδεισο; Ποιος φαντάζεται την πραγματική ευτυχία, την άγνοια και την πραγματική αγάπη με επιτυχία; Ποιος μπορεί να φανταστεί ακριβώς την έννοια του παραδείσου; Ή του θανάτου; Τότε ήμουν σίγουρος πως αυτά τα δύο κάπου συμπίπτουν, κάπου... Στην απώλεια της σκέψης. Η διαφορά τους όμως, ήταν αυτή: στο θάνατο δεν μπορείς να σκεφτείς. Στον παράδεισο δεν χρειάζεται. Όλες σου οι ερωτήσεις είναι ήδη απαντημένες. 
Κι ύστερα θυμήθηκα πως ο παράδεισός μου είναι η σκέψη. 

Ήμουν η τελευταία ψυχή που έφυγε από εκείνη την έρημη πλατεία. Η προτελευταία ήταν μια ψυχή ενός χαζού περιστεριού. 





Standing there by a broken tree
Her hands are all twisted, she was pointing at me
I was damned by the light, coming out of her eyes
She spoke with a voice that disrupted the sky
She said walk on over here to the bitter shade
I will wrap you in my arms and youll know that youre saved
Let me sign
Let me sign 

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Skinny Love

Εκείνη ήταν ερωτευμένη με τις ηλιαχτίδες. Εκείνος ήταν ερωτευμένος με εκείνη.
Και οι δύο σε επ' άπειρον κυνηγητό, προσπαθώντας να πιάσουν στα χέρια τους εκείνο που ο καθένας απ'τους δυο θεωρούσε μοναδικό, εξωπραγματικό και ανεπανάληπτο, σε έναν κόσμο που καθετί έχει τουλάχιστον από ένα αντίγραφο και τίποτα δεν είναι αυθεντικό. 
Εκείνη προσπαθούσε να ανέβει στους ουρανούς και να φτάσει στις ηλιαχτίδες. Εκείνος προσπαθούσε να κρατήσει τα πόδια της στη Γη, γιατί αν πετούσε μακριά του δεν θα μπορούσε να την φτάσει. Για εκείνον δεν υπήρχαν ηλιαχτίδες, συνεπώς δεν μπορούσε και να τις κυνηγήσει. 
Ο μάγος χτύπησε τα χέρια του μία φορά και ο χρόνος πέρασε.
Εκείνη γύρισε ολόκληρο τον πλανήτη της ψάχνοντας να βρει το κατάλληλο μέσο για να πετάξει. Της είπαν να φτιάξει φτερά από κερί, σαν τον Δαίδαλο, και να πετάξει μέχρι να φτάσει εκεί που θέλει. Εκείνος το έμαθε. Ήξερε πως τα κέρινα φτερά θα έλιωναν μόλις εκείνη έφτανε κοντά στον Ήλιο, μα δεν της το 'πε. Αντ' αυτού, σκέφτηκε να φτιάξει ο ίδιος ένα ζευγάρι φτερά για τον εαυτό του, με πιο ανθεκτικό υλικό. Μόλις έφταναν κοντά στον Ήλιο κι εκείνη άρχιζε να πέφτει, εκείνος θα πετούσε γρήγορα προς το μέρος της και θα την έσωζε. Κι έτσι εκείνη θα καταλάβαινε το λάθος της, θα καταλάβαινε ποιος την αγαπούσε πραγματικά, ποιος ήταν καλός για εκείνη. Θα τον ερωτευόταν. Ήταν το τέλειο σχέδιο.
Ο μάγος χτύπησε τα χέρια του μία φορά και ο χρόνος πέρασε ξανά. 
Η ώρα της πτήσης ήρθε. Εκείνη απογειώθηκε απ'το ψηλό βουνό, κι εκείνος, για να κρυφτεί από εκείνη, απογειώθηκε από την κοιλάδα. Όταν εκείνη ήταν 500 μέτρα ψηλά, εκείνος ήταν 5. Όταν εκείνη ήταν 1.000 μέτρα ψηλά, εκείνος ήταν 10. Εκείνος άρχισε να επιταχύνει. Εκείνη χόρευε στον αέρα, κάνοντας σβούρες, χαρούμενη που θα έφτανε επιτέλους τον έρωτά της, τις ηλιαχτίδες. Εκείνος σε λίγο θα την είχε φτάσει. Εκείνη άρχισε να πετάει προς τον Ήλιο ξανά. Και τα φτερά της άρχισαν να λιώνουν. Κι άρχισε να πέφτει. Κι εκείνος βιάστηκε να την προλάβει, μα ήταν κουρασμένος. Κι εκείνη έπεσε κι εκείνος δεν την πρόλαβε. 
Εκείνος δεν γύρισε στη Γη. Ποιος ο λόγος; Η κοπέλα, η μοναδική για εκείνον, δεν ήταν εκεί.  Κι έτσι εκείνος παντρεύτηκε τις ηλιαχτίδες, για να 'χει συντροφιά. Μα δεν ένιωσε ποτέ τις ηλιαχτίδες και δεν κατάλαβε ποτέ το νόημά τους. Κι εκείνη χάθηκε για πάντα. 

and now all your love is wasted
and who the hell was I
?

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

You can't get by, by burning out

 Είμαι η Δάφνη. Είμαι 11 χρονών. Αρκετά μεγάλη για να κοιμάμαι μαζί με τη μάνα μου. Κι όμως κοιμάμαι δίπλα της κάθε βράδυ, στο διπλό κρεβάτι. Γεμίζω την άδεια θέση του πατέρα μου. 
 Έτσι και σήμερα. Εγώ έχω ξαπλώσει μα εκείνη ακόμη να εμφανιστεί. Την περιμένω. Δεν θ'αποκοιμηθώ αν δεν έρθει. Ίσως να 'χουν περάσει και δυο ώρες από τη στιγμή που της είπα καληνύχτα και ξάπλωσε στο σκοτάδι. Μα τώρα τα μάτια μου έχουν συνηθίσει, διακρίνω σχεδόν τα πάντα. Όσο μεγαλώνεις, τόσο περισσότερο δυσκολεύονται τα μάτια σου να διακρίνουν στο σκοτάδι. Εγώ ίσως και να μην φτάσω τόσο μεγάλη. 
  Κλείνω τα μάτια μου ενστικτωδώς μόλις η πόρτα ανοίγει και ακτίνες φωτός τρυπώνουν απ'την πόρτα. Πληγώνουν τα μάτια μου, ακόμη και κλειστά, και οι σκιές που βλέπω παίρνουν χρώμα βαθύ κόκκινο. Αίμα, σκέφτομαι. Οι φίλες μου σκέφτονται τριαντάφυλλα. 
  Δεν τη βλέπω, μα την ακούω. Κλείνει την πόρτα, βγάζει τις παντόφλες της, πίνει μια γουλιά νερό απ'το μπουκάλι που υπάρχει πάντα στο κομοδίνο της, ξεσκεπάζει το πάπλωμα απ'την πλευρά της - νιώθω το κρύο- κι ύστερα χώνεται κι αυτή κάτω απ'τα σκεπάσματα. Μα δεν ξαπλώνει. Η πλάτη της ακουμπά στον τοίχο. Βγάζει τα χαρτιά της κι ένα στυλό απ'το συρτάρι του κομοδίνου της. Τα χαρτιά της, πάντα τα χαρτιά της. Περιμένω να ακούσω τον ήχο του στυλό που τρέχει στο χαρτί για ν'ανοίξω τα μάτια μου. 
  Στα επόμενα λεπτά, γίνονται 2 πράγματα που δεν θα έπρεπε να συμβούν: ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω τι γράφει. Τα φώτα όμως είναι κλειστά και δεν μπορώ να διακρίνω τις λέξεις, δυστυχώς. Είμαι σίγουρη πως ούτε κι εκείνη μπορεί. Από το ρυθμό του χεριού της καταλαβαίνω πως γράφει ακανόνιστες λέξεις σε χαρτιά χωρίς γραμμές. Λέξεις που δεν βγάζουν νόημα για κανέναν άλλο πέρα από εκείνη. Μένω να την κοιτάζω για ώρες. Να γράφει. Ξέρω πως σε αυτό το χαρτί λέει σίγουρα το όνομά μου, το όνομα του πατέρα μου, και τη φράση, "ο χρόνος τελειώνει". Γιατί, ναι, για εμάς τους μικρούς και χωρίς κανένα νόημα ύπαρξης ανθρώπους ο χρόνος τελειώνει. Αναζητώ εκείνον για τον οποίο ο χρόνος είναι ατελείωτος, μια ανανεώσιμη πηγή, που η λέξη "τέλος" δεν υπάρχει. Έχω κάνει σχέδιο. Θα ντυθώ όμορφη και θα τον δελεάσω, θα μ'ερωτευτεί και θα πάρει μαζί μου εμένα και τη μητέρα μου , και θα ζήσουμε μαζί στην αιωνιότητα. 
  Την βλέπω να δακρύζει και την ακούω όταν αρχίζει να κλαίει με λυγμούς. Τα ένστικτά μου χτυπούν ακανόνιστους ρυθμούς μέσα στο κεφάλι μου, κάτι πρέπει να κάνω. Αλλά τι; Ξέρω πως οι φίλες μου νιώθουν καλύτερα αν κλάψουν πρώτα. Τι να ξέρω εγώ, 11 χρονών κορίτσι; Εγώ σταμάτησα το σχολείο πρόωρα. Οι φίλες μου ξέρουν χίλια δυο πράγματα κι εγώ καλά καλά δεν θυμάμαι την προπαίδεια. 
  Βήμα πρώτο: στριφογυρίζω. Βήμα δεύτερο: μουρμουρίζω. Βήμα τρίτο: βγάζω μια κραυγή, εκκωφαντική, τρομοκρατημένη. Υποδύομαι εκείνη που μόλις έχει βγει από έναν ακόμη εφιάλτη, και ω, το καταφέρνω αρκετά καλά. Ίσως αν ξεφύγω απ'τη μοίρα να πάω σε δραματική σχολή. 
  "Δάφνη;" ρωτάει, μέσα στο σκοτάδι. 
  "Μαμά, φοβάμαι." της λέω. 
   "Τι είδες;"
   "Ήρθαν και με πήραν, μαμά. Φοβάμαι."
    "Σςςς, κανείς δεν θα ρθει να σε πάρει." προσπαθεί να είναι καθησυχαστική μα φοβάται το ίδιο μ'εμένα. 
   "Φοβάμαι, μαμά. Κράτα μου το χέρι να μην φοβάμαι."
  Μου δίνει το δεξί της χέρι και το σφίγγω δυνατά με το αριστερό μου. Κι έτσι μας παίρνει ο ύπνος και της δύο, εκείνη πιστεύοντας πως με σώζει απ'τον τρόμο κι εγώ γνωρίζοντας πως  προσπαθώ μάταια να την κρατήσω απ' το να πέσει.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Setting Fire To Our Insides For Fun

  Είμαι ένα γραμματόσημο. Ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα του είδους μου. Καταταγμένο, καταχωνιασμένο σε μια ηλίθια συλλογή με γραμματόσημα. Είμαι από αυτά που απέσυραν απ'την κυκλοφορία και τα έκαναν στολίδι. Γιατί; Έλα ντε. Ανιαρή η ζωή εδώ , στη συλλογή. Δεν ταξιδεύω πια και δεν βλέπω κόσμο. Όχι πως έκαμα και κάνα τρομερό ταξίδι όταν κυκλοφορούσα. Απ'το εργοστάσιο στο ταχυδρομείο κι απ'το ταχυδρομείο κολλημένος σ'ένα γράμμα. Εκεί, δε, στάθηκα τυχερός. Γιατί ενώ άλλοι φίλοι μου ήταν κολλημένοι σε λογαριασμούς εφορίας, αναγκελείες θανάτου και διαφημιστικά τραπεζών, εγώ ήμουν περήφανος να στολίζω ένα μοναδικό γράμμα. Δεν γνωρίζω τι έλεγε. Γνωρίζω μονάχα πως το χαρτί ήταν αρωματισμένο, και ο αποστολές κι ο παραλήπτης μοιράζονταν το ίδιο επίθετο. Γνωρίζω πως έφυγα από εμπόλεμη ζώνη κι έφτασα σε πόλη με ειρήνη. 
  Και να πως έφτασα εδώ: ο παραλήπτης με φύλαξε. Με φιλούσε όταν φιλούσε και το γράμμα. Γιατί, με είχε αγγίξει, λέει, ο αποστολέας. Γι'αυτό μ'αγαπούσε. Ζούσα σ'ένα συρτάρι για καιρό. Μια μέρα μετακομίσαμε. Άκουσα πως τα πράγματα θ'αλλάξουν. Πως ο παραλήπτης έπρεπε να πετάξει το γράμμα,ή, καλύτερα, να το κάψει. Γιατί αλλιώς ο αποστολέας θα έπεφτε θύμα δολοφονίας. Πέταξε το γράμμα, μα φύλαξε εμένα. Και ζούσα ξανά σ'ένα συρτάρι, σ' άλλο σπίτι, σ'άλλη πόλη. Μια μέρα με βρήκε μια γυναίκα. Ρώτησε τον παραλήπτη τι κάνω εδώ. Ο παραλήπτης απάντησε πως μάλλον θα παράπεσα. Με πέταξαν στα σκουπίδια. Νόμιζα πως η ζωή είχε τελειώσει, όμως το ίδιο βράδυ, ο παραλήπτης ήρθε και μ'έβγαλε απ'τα σκουπίδια και με φύλαξε ξανά. Σ'ένα βιβλίο αυτή τη φορά. Στο ίδιο που είμαι τώρα. Έκανε συλλογή γραμματοσήμων με αρχή εμένα. Κι είμαι περήφανο γ'αυτό. Για να με καλύψει θα το 'κανε, μάλλον. Επειδή μ'αγαπούσε. Επειδή με είχε αγγίξει ο αποστολέας. 
  Μα γιατί να μην το ξέρει εκείνη η κοπέλα που με βρήκε; Γιατί να μην της πει την ιστορία; Να την ακούσω κι εγώ, επιτέλους; Γιατί τώρα να έχουν περάσει δυόμιση χρόνια που μένω καταχωνιασμένος εδώ, γιατί αυτή η συλλογή με γραμματόσημα να 'χει γίνει η πιο γνωστή σ'όλη την πόλη, γιατί να έρχονται άνθρωποι να μας φωτογραφίζουν, κοιτάζοντας με δέος την περίφημη συλλογή;
  Και γιατί κάθε φορά να λέει πως είμαστε όλα αγοραστά; Εγώ δεν είμαι αγοραστό. 


  Για να κρυφτεί κι ο ίδιος ανάμεσά μας, μάλλον.

Μόχα ο τρελός, Μόχα ο σοφός, Μόχα ο πνιγμένος

  "Αν ρωτήσεις ένα ψάρι για τον κόσμο του, το τελευταίο πράγμα για το οποίο θα σου μιλήσει είναι η θάλασσα!" φωνάζει ο Μόχα χαρούμενος τρέχοντας στους δρόμους του χωριού, κι είναι χαρούμενος που η ζωή του έχει νόημα ξανά, γι'αυτές τις ώρες έστω. Οι συγχωριανοί του δεν ασχολούνται μαζί του πια. "Να τος πάλι ο τρελός." αυτό μονάχα ψιθυρίζουν, κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. Μονάχα ένας γέρος άντρας βγαίνει κάθε φορά που ο Μόχα τρέχει στους δρόμους χαρούμενος φωνάζοντας μια φράση που ο ίδιος ανακάλυψε, και του φωνάζει, με την ίδια οργή, "Σώπα, τρελέ, και γύρνα σπίτι σου!". Και ο Μόχα ακούει αυτόν τον γέρο. Μονάχα αυτόν τον γέρο. 

   Μετά το δεύτερο γύρο του χωριού, γυρίζει σπίτι του, κουρασμένος πια. Κι εκεί θα κλειστεί για καιρό, χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Ίσως να δημιουργήσει έναν ρυθμό βαρώντας το μολύβι του στο ξύλινο τραπέζι, μα αυτός θα είναι ο μοναδικός θόρυβος που θα ακούσεις να βγαίνει από το σπίτι του Μόχα. Η καλή γειτόνισσα θα του φέρνει φαγητό κάθε μέρα στις μία το μεσημέρι. "Πόσο καιρό θα μένεις κλεισμένος εδώ μέσα, Μόχα;" θα τον ρωτά κάθε φορά, "Πότε θα δουλέψεις επιτέλους; Δεν θα είμαι εδώ πάντα να σου φέρνω φαγητό."

  "Μέχρι το άπειρο" θ'απαντά ο Μόχα.


 "Κάθε γνώση βασισμένη σε αβάσιμη πίστη δεν είναι γνώση!" φωνάζει, δυο εβδομάδες μετά, κάνοντας ξανά το γύρο του χωριού. "Σώπα, τρελέ, και γύρνα σπίτι σου!" φωνάζει ο γέρος, με οργή. Κι ο Μόχα σκύβει το κεφάλι και γυρνά σπίτι του απογοητευμένος. Ο γέρος τον κοιτάζει να φεύγει. "Πότε θα σταματήσεις ν'ασχολείσαι επιτέλους με τον παρανοϊκό;" ρωτά η γυναίκα του, ενοχλημένη. "Όλο το χωριό συμφώνησε να μην του δίνει κανείς σημασία, κι εσύ συνεχίζεις." 
  



Περνούν έξι εβδομάδες και ο Μόχα ακόμη να βγει στο χωριό και να φωνάξει μία νέα σκέψη του. Το χωριό έχει βρει την ησυχία του, μα ο γέρος ανησυχεί πολύ. Μήπως σταμάτησε να σκέφτεται; Κι έτσι λοιπόν, φορά τις μαύρες του γαλότσες και το μάλλινο παλτό του, αρπάζει την μαγκούρα του απ'τη γωνιά δίπλα στο τζάκι και βγαίνει να βολτάρει στις 12 τη νύχτα, με προορισμό το σπίτι του Μόχα. Αυτή είναι η πρώτη φορά που τον επισκέπτεται μετά από είκοσι χρόνια. 

 Βρίσκει τον τρελό να περιμένει στο κατώφλι της πόρτας. Κοιτάζει το γέρο με δέος, κι εκείνος σκύβει το βλέμμα και μπαίνει στο σπίτι χωρίς να μιλήσει. 
  "Τι είναι ο κόσμος, Μόχα;"
   Δεν απαντά. 
   "Τι είναι ο χρόνος, Μόχα;"
  "Γιατί υπάρχουμε, Μόχα;"
   "Πού είμαστε, Μόχα;"
   "Ποια είναι η θάλασσα, Μόχα;"
  Στην τελευταία του ερώτηση, ο Μόχα γυρίζει για να κοιτάξει τον γέρο κατάματα. Στα μάτια του υπάρχει φως. Ξανά. Τα κατάφερε, λοιπόν. Σηκώνεται και κάνει α φύγει.
   "Περίμενε" μιλά επιτέλους ο Μόχα. "¨Αδερφέ, μην φεύγεις." Ο γέρος παγώνει, πάει καιρός απ'την τελευταία φορά που ο Μόχα μιλούσε σ'εκείνον συγκεκριμένα. 
   "Ποια είναι η θάλασσα, Μόχα; Εντυπωσίασε με. Ποια είναι η θάλασσα;" επαναλαμβάνει, κι ύστερα φεύγει, χωρίς ν'αφήσει τον Μόχα ν'αρθρώσει λέξη. 


 Τέσσερις εβδομάδες και τρεις ημέρες. Ο Μόχα ακόμη ν'ακουστεί. Ο γέρος βγαίνει ξανά, αυτή τη φορά για το σπίτι της καλής γειτόνισσας που δίνει φαγητό στον Μόχα. Η ώρα είναι περασμένη κι έτσι η καλή γειτόνισσα αναστατώνεται όταν ακούει χτυπήματα στην πόρτα της. 
  "Μάνα" λέει ο γέρος, κοιτώντας στη στα μάτια, "μία ερώτηση μόνο θα σου κάνω κι ύστερα θα φύγω. Μόνο απάντα μου σε παρακαλώ, και δεν θ'ασχοληθώ μαζί σου ποτέ ξανά, δεν θα με ξαναδείς, μα πες μου. Όταν πήγες να δώσεις φαγητό στον Μόχα σήμερα το μεσημέρι, και τον ρώτησες μέχρι πότε θα μένει κλεισμένος στο σπίτι του, τι σου απάντησε;"
  Η καλή γειτόνισσα δεν απαντά.
  "Μάνα!" γρυλίζει τώρα ο γέρος, "τι σου απάντησε, μάνα;"
  "Μου είπε, μέχρι το τέλος." η καλή γειτόνισσα είναι μαρμαρωμένη, κι αν δεν κουνιόνταν τα χείλη της θα 'λεγε κανείς πως είναι άγαλμα. 
   "Όχι μέχρι το άπειρο; Είσαι σίγουρη;"
   "Μέχρι το τέλος. Έτσι είπε. Είμαι σίγουρη." Κι ύστερα κλείνει την πόρτα, διώχνοντας ξανά απ'την ζωή της το γέρο που δεν είναι γέρος, τον πρωτότοκο γιο της, καταρρέοντας πίσω απ'την πόρτα. "Θεούλη μου" ψιθυρίζει στο σκοτάδι, "δεν συμβαίνει αυτό. Δεν συμβαίνει."


   Είκοσι δύο φεγγάρια πριν, ο Μόχα κι ο αδερφός του, δραπετεύουν απ'το σπίτι στις 12 τα μεσάνυχτα, καβάλα σε δυο άσπρα άλογα, να διασχίσουν τα βουνά και να φτάσουν στη θρυλική θάλασσα, να δουν την όμορφη κοπέλα με τη γαλάζια χαίτη από κοντά για μια φορά. Αναζητούν την μία και μοναδική γυναίκα που αγάπησε ο πατέρας τους, με την ελπίδα πως θα βρουν κι αυτόν μαζί της. Ο Μόχα είναι δεκαπέντε κι ο αδερφός του δεκαοχτώ. Ο Μόχα είναι πανέξυπνος κι ο μεγαλύτερος αδερφός του τον ακολουθεί. Μα σαν φτάνουν στο λιμάνι της Χώρας, μαθαίνουν πως η θάλασσα είναι ατέλειωτη. Μαθαίνουν πως για να τη διασχίσουν ολόκληρη θα τους πάρει παραπάνω από εκατό φεγγάρια. Ρωτούν τότε για τον Καπετάν Γιώργη, κι αφηγούνται την ιστορία του, όταν εκείνος παράτησε τη γυναίκα του και τα παιδιά του για να συναντήσει την κοπέλα με τα γαλάζια μαλλιά. Φήμες λένε πως την παντρεύτηκε, λένε ο Μόχα κι ο αδερφός του. "Αν την παντρεύτηκε" απαντούν οι θαλασσόλυκοι, "τότε μόνο στον άλλο κόσμο θα τον βρείτε. Γιατί εμείς οι θαλασσινοί, λέμε πως αυτοί που πνίγηκαν παντρεύτηκαν τη θάλασσα." 
  Τα δύο αδέρφια ένιωσαν τι εστί κόλαση εκείνη τη νύχτα. Μα αυτό το σκοτεινό και μυστηριώδες τέρας ήταν κάτι παραπάνω από ελκυστικό. Την ερωτεύτηκαν κι οι δυο τότε, κι αυτή η κατάρα τους κυνηγά μέχρι το άπειρο. Αποφάσισαν να μείνουν δίπλα της, να την ταξιδεύουν για την υπόλοιπη ζωή τους. Μα πάνω στη δεύτερη χρονιά τους ως θαλασσινοί, το καράβι τους βυθίζεται στην κακοκαιρία. Ο αδερφός ξεφεύγει μα ο Μόχα αρραβωνιάζεται την θάλασσα. Κι έτσι ο αδερφός ξανανεβαίνει στα καράβια, αναζητώντας το Μόχα, προσπαθώντας να τον προλάβει πριν την παντρευτεί κι εκείνος. Κάθε βράδυ στις 12 τα μεσάνυχτα βγαίνει στην πλώρη και φωνάζει τ'όνομά του. "Μόχα!" κι οι φωνές του φτάνουν ως τ'αυτιά της πιο μακρινής γοργόνας, οι φωνές του βουτούν στη θάλασσα και κάνουν το βυθό της να σύεται, και προκαλεί καταστροφή στην επιφάνεια. Οι φωνές του αδερφού σηκώνουν πελώρια κύματα και το καράβι του βυθίζεται για δεύτερη φορά. Εκείνος σώζεται, μα το πλήρωμά του παντρεύεται τη θάλασσα. Αποκλείεται ο Μόχα να επιβίωσε αυτήν την θαλασσοταραχή. Αυτή είναι η σκέψη του αδερφού. Και μ'αυτή γυρνά στο χωριό, με το κεφάλι σκυφτό από τότε και για πάντα, ένοχος για το θάνατό του. Τα δυο αδέρφια μπήκαν μαζί στην ζωή της θάλασσας μα βγήκαν χωριστά. 
  Κλειδώνεται στο σπίτι του για αυτοτιμωρία. Το χωριό τον τιμωρεί, και τον παντρεύει με τη γεροντοκόρη του χωριού. Η στεναχώρια του κάνει τα μαλλιά του ν'ασπρίσουν, το δέρμα του γερνά και γίνεται αδύναμος. Κι έτσι ο αδερφός γερνά χωρίς να έχει γεράσει. 
  Δύο μήνες μετά, φτάνει στο χωριό μια άμαξα με τέσσερα άλογα. Παραδίδουν έναν τρελό στην πιο λαμπρή χωριανή και της ζητούν να τον προσέχει. Αναρωτιούνται όταν η γυναίκα αγκαλιαζει τον τρελό με τα φύκια στα μαλλιά με περίσσεια αγάπη, μα δεν δίνουν σημασία. Την επομένη, η πόρτα του αδερφού χτυπά τρεις φορές. Η μάνα του στέκει στο κατώφλι, και τον κοιτάζει κατάματα όταν εκείνος της ανοίγει. "Δεν είσαι γιος μου εσύ." του λέει. "Ο Μόχα είναι ζωντανός. Γύρισε. Ο Μόχα γύρισε. Δεν είναι νεκρός. Δεν έψαξες αρκετά. Δεν είσαι γιος μου." κάνει να φύγει, μα γυρίζει να του πει ένα τελευταίο πράγμα."Δεν θυμάται τίποτα. Μονάχα εμένα. Γι'αυτό, καλά θα κάνεις να μην τον ενοχλήσεις ποτέ ξανά."
  Από εκείνη την ημέρα και για πέντε εβδομάδες, ο τρελός Μόχα έκανε τον κύκλο του χωριού δύο φορές, φωνάζοντας μία λέξη μονάχα: "Βίρα!". Και κάθε φορά ο αδερφός έβγαινε έξω, παριστάνοντας τον άκαρδο γέρο, και φώναζε ακριβώς τις ίδιες λέξεις: "Σώπα, τρελέ, και γύρνα σπίτι σου!" κι ύστερα κλειδωνόταν στο δωμάτιό του και προσευχόταν πεσμένος στα γόνατα ο Μόχα να συνεχίζει να έρχεται για πάντα. Ξαπλώνει στο κρεβάτι του για ώρες και ψάχνει έναν τρόπο να επαναφέρει τον αδερφό του χωρίς να τον πλησιάσει. 
  Κι έτσι, φτιάχνει το παρακάτω σχέδιο: Την επόμενη φορά που ο Μόχα θα περάσει μπροστά απ'το σπίτι του, θα του κάνει μια ερώτηση. Μία από αυτές που ξέρει πως ο Μόχα θα ποθεί να απαντήσει, γιατί οι πανέξυπνοι πάντα θέλουν ν'απαντούν στις ερωτήσεις. Θα του δίνει τροφή για σκέψη κι ο Μόχα θα βρει ξανά τον εαυτό του. 


 Οι μέρες περνούν. Ο γέρος περιμένει. Και τελικά, ο Μόχα εμφανίζεται μπροστά στο σπίτι του γέρου. Δεν κάνει το γύρο του χωριού. Περπατά σιωπηλός. Κι όταν φτάνει στο σπίτι, στέκεται και φωνάζει, κλαίγοντας: "Δεν ξέρω. Δεν ξέρω. Ήρθε το τέλος και πια δεν ξέρω."

"Μόχα ο τρελός, Μόχα ο σοφός, Μόχα ο πνιγμένος
Μόχα, αυτός που όσο και αν πιεί πια δε μεθάει
Μες το λιμάνι τριγυρνάει μαγεμένος
Μόχα, αυτός που όλο τα κύματα κοιτάει

Μόχα ο τρελός, ο σοφός, ο τελειωμένος
Μόχα, αυτός που τον ξεχώρισε η μοίρα
Τρέχει απ' τα μάτια του η σκουριά και η αλμύρα
Μόχα, αυτός που τραγουδάει ευτυχισμένος

Ξέρω τα κύματα μια μέρα αυτά τα βράχια
θα τα διαλύσουν, θα τα κάνουν όλα σκόνη
Θα 'ρχεται 'κείνο το κορίτσι να ξαπλώνει
πάνω στην άμμο και να τραγουδάει τάχα

Ότι θα έρθω από μακριά και 'γώ σε λίγο,
ότι θα μείνουμε εκεί μαζί για πάντα
Αντίο θάλασσες και κύματα σαράντα,
θα λέω ψέματα πως δε θα ξαναφύγω.

Έρχεται ο Μόχα ο τρελός πάλι χαμένος,
κοιτάει τις άγκυρες και όλο φωνάζει "βίρα!"
Μέσ' στο λιμάνι τριγυρνάνει μαγεμένος
Μόχα, η σκουριά η σκουριά και η αλμύρα..."


Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Πάντα θα φεύγω 
και θα γυρίζω
πιο χλωμός και πιο μεγάλος
ώσπου μια μέρα
δεν θα 'μαι αυτός 
που είχε μείνει μοναχός
δεν θα 'μαι αυτός,
δεν θα 'μαι αυτός 
που είχε μείνει μοναχός


μα ένας άλλος

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Παράθυρα. Παλιά κουφώματα. Παράθυρα 90 χρονών. Ξύλινα. Που δεν τ'άνοιξε κανείς για χρόνια και τώρα όσο και να προσπαθείς δεν θ'ανοίξουν ποτέ. 

Κρύσταλλοι. Ανθρώπινες ψυχές. Κάθε κρύσταλλος έχει διαφορετικό σχήμα. Σκίζουμε τα στήθη μας στα δύο, βγάζουμε απ'τα σωθικά μας τον δικό μας κρύσταλλο και τον παραδίδουμε σε ένα άτομο, ανεξάρτητα αν εκείνος μας χάρισε το δικό του. Του ζητάμε να προσέχει τον κρύσταλλό μας, γιατί είναι πολύ ευαίσθητος και σπάει πανεύκολα. Δίνουν και σ'εμάς έναν κρύσταλλο. Υποσχόμαστε να τον προσέχουμε, όπως υποσχέθηκαν και σ'εμάς. Μα στο τέλος όλοι οι κρύσταλλοι ανεξαιρέτως καταλήγουν έστω ραγισμένοι.

Μάτια. Μάτια ενός τυφλού. Είναι ξαπλωμένος κάτω απ'τον νυχτερινό ουρανό. Το κεφάλι του στραμμένο πάνω του κι ας μην μπορεί να δει. Αναρωτιέμαι τι πιστεύει για τον κόσμο. Πώς τον φαντάζεται να είναι. Πώς φαντάζεται τα χρώματα. Έχεις δει χρώματα; Μα ξέχασα, εγώ είμαι μια περαστική, δεν θα μ'ακούσει κι ας του μιλήσω. Ψιθυρίζει κάπου. Στον εαυτό του, ίσως. "Μου είπαν πως τ'αστέρια που βλέπουν οι άνθρωποι στον ουρανό δεν υπάρχουν τώρα. Είναι απλώς το φως τους που ταξιδεύει. Είναι μια ψευδαίσθηση. Δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχει τίποτα. Μονάχα φως."

"Είμαι τυχερός που είμαι τυφλός."




3 σκηνές. Έγινα φάντασμα, τρύπησα κρυφά στο μυαλό σου και αντίκρισα 3 επαναλαμβανόμενες σκηνές.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Σε ονειρεύομαι. Τη μία είσαι η σιλουέτα στην άκρη του διαδρόμου, κι εγώ τρέχω να σε φτάσω και φωνάζω τ'όνομά σου μα εσύ δεν έρχεσαι ποτέ, κι εγώ κάποτε σκοντάφτω και πέφτω στο απόλυτο κενό. Και την άλλη, είσαι ένας γίγαντας. Με κρατάς απ'το πόδι και απειλείς πως θα με ρίξεις στο καζάνι που βράζει. "Υποσχέθηκες." μου λες, κάθε φορά. Κι εγώ δεν έχω τίποτα να σου απαντήσω, δεν έχω τρόπο να δικαιολογηθώ, δεν έχω εξήγηση. Με μισείς παράφορα. Κι εγώ είμαι χαρούμενη, και δεν με νοιάζει το καζάνι, κι ας φοβάμαι, με μισείς, επιτέλους..

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Να τι απογίνονται, μικρέ μου φίλε, οι ψυχές. Μικρά, χάλκινα νομίσματα, στον κουμπαρά ενός φτωχού που κάθε ξημέρωμα τριγυρνά στους δρόμους με το κεφάλι σκυφτό και τα μάτια δεκατέσσερα, ψάχνοντας. Και μην ρωτήσεις τι ψάχνει, γιατί ξέρεις την απάντηση. Ψάχνει εμάς. Κάτω απ'τα σπασμένα παγκάκια, ανάμεσα στις χαραμάδες που χαράζουν τα πεζούλια, γύρω απ'τα σκουπίδια και μέσα σ'αυτά. Έξω απ'τις κλειστές καφετέριες και μέσα στα πηγάδια των ευχών. Εκεί δε, είμαστε συσσωρευμένοι μυριάδες. Όλες οι πνιγμένες ψυχές καταλήγουν νομίσματα στα πηγάδια των ευχών. Και από τι πνίγονται, μικρέ μου φίλε, οι ψυχές; Δεν μιλώ για τα σώματα που χάνονται στον πάτο του ωκεανού, ούτε για εκείνους που διάλεξαν να τελειώσουν την ζωή τους κάτω απ'το νερό μιας λευκής μπανιέρας μέρα μεσημέρι. Μιλάω για εκείνους που ήλπισαν. Για εκείνους που ήλπισαν πως εκείνος που πέφτει θα βγάλει φτερά, πως τα ουράνια τόξα δεν είναι άυλα και στις άκρες καθενός βρίσκεται κι από ένα τσουβάλι χρυσάφι. Οι πνιγμένες ψυχές είναι εκείνες που παραφούσκωσαν από ελπίδα κι έσκασαν στο τέλος. Και απ'έξω απ'τις κλειστές καφετέριες βρίσκονται όσοι κόλλησαν σε μια ανάμνηση. Όσοι αρνήθηκαν το παρόν και κόλλησαν σε μια στιγμή. Όσοι αναζήτησαν τη μηχανή του χρόνου, όσοι προσπάθησαν να πατήσουν στο κενό. Αυτά ειν' τα νομίσματα έξω απ'τις κλειστές καφετέριες.
  Κι άκουσες τι είπα πριν; Μας ψάχνει ο φτωχός, φίλε μου. Κανείς δεν μας παραδίδει σ'αυτόν και κανείς δεν του υπόσχεται πως θα είμαστε εκεί, στον πεζόδρομο, παραμελημένοι και παρατημένοι, βρώμικοι και μουντοί, νοσταλγώντας την πρώτη μέρα που γίναμε αυτό που είμαστε, την ημέρα που βγήκαμε στον κόσμο γυαλιστεροί κι ολοκάθαροι. Όμως εκείνος το ξέρει, πως κάθε ξημέρωμα θα μαζέψει τουλάχιστον δέκα ευρώ σε νομίσματα, αν κάνει έναν περίπατο. Γιατί κάθε ξημέρωμα φαίνεται ποιοι άντεξαν τη νύχτα. 
   Μα ο φτωχός, σαν φτωχός, ξέρει την αξία ενός νομίσματος. Την κατανοεί, τη νιώθει στο χέρι του. Μικρότερη του ενός. Ίση με το μηδέν. Μα γνωρίζει κιόλας, πως αυτό το μηδέν είναι δέκα για κάποιους. Και σ'αυτούς τους κάποιους μας παραδίδει ο φτωχός. Για ένα πιάτο φαΐ, για μια μονή κάλτσα. Μας ανταλλάζει, λοιπόν. Και να 'μαστε ξανά στον δρόμο, να πηγαίνουμε από χέρι σε χέρι, να κλειδωνόμαστε σε πορτοφόλια για εβδομάδες, να μας ξεχνούν πίσω από βιβλιοθήκες για μήνες μέχρι την επόμενη ανακαίνιση, να ταξιδεύουμε Ελλάδα- Τουρκία- Γερμανία- Γαλλία- Αμερική. Κι όταν παλιώσουμε πολύ, οι τυχεροί από 'μας θα καταλήξουν σε μυρωδάτες βιτρίνες σε Μουσεία, κι όλοι οι υπόλοιποι στην Κόλαση. Εκεί θα λιώσουμε, όλοι μαζί, σαν ένας, και θα γίνουμε ρευστό. Κι απ'αυτό το ρευστό θα έρθουμε ξανά στην ζωή μ'άλλο πρόσωπο, γυαλιστεροί κι ολοκαίνουριοι... Μα ποιος είναι τελικά ο τυχερός;

  Μην τους ακούς, λοιπόν, φίλε μου, αν σου λένε πως μια μέρα θα 'ρθουν να σε πάρουν. Κανείς δεν θα 'ρθει να σε πάρει. Ο δρόμος σου θα σε βγάλει εκεί, τελικά, θα το δεις. Όλοι θα γνωρίσουν τον φτωχό μια μέρα... 

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

I swim too far, Fly too high

  Δεν σε ξέρω. Το πρόσωπό σου φαίνεται γλυκό. Νιώθω μια έλξη για 'σενα. Κάθεσαι στην άκρη του δωματίου με τα χέρια σταυρωμένα, και την πλάτη να γέρνει στον τοίχο, κι απλώς με κοιτάζεις. Σου ανταποδίδω το βλέμμα. Νιώθω ηλεκτρισμό ανάμεσά μας. Ποιος είσαι; Προσπαθώ να μιλήσω, μα δεν ακούω τίποτα. Είτε δεν μπορώ να μιλήσω είτε δεν μπορώ να ακούσω. Μα ούτε εσύ φαίνεσαι να μ'ακούς, οπότε μάλλον είναι η φωνή μου που έχει το πρόβλημα. Προσπαθώ ξανά. Ποιος είσαι; Τίποτα. 
  Ακούω μια μουσική. Θέλω να ρωτήσω ξανά, μα δεν θα 'χει νόημα. Χιλιάδες ερωτήσεις πλημμυρίζουν το μυαλό μου και ψάχνουν τρύπα να δραπετεύσουν, μα δεν υπάρχει. Είμαι εγκλωβισμένη μέσα στο ίδιο μου το σώμα. Μια σκλαβωμένη ψυχή. 
  Προσπαθώ να κουνήσω με κάποιο τρόπο. Μα τα μάτια μου δεν μπορούν να φύγουν από πάνω σου - και αυτό όχι λόγω της έλξης... πραγματικά δεν μπορώ να τα κουνήσω- και νομίζω πως έχω μηδέν επικοινωνία με το υπόλοιπο σώμα μου. Είμαι παράλυτη, μάλλον. Έχω πεθάνει; Σε ρωτάω ξανά. Δεν μπορώ να μιλήσω. Όσο πιο πολύ το αντιλαμβάνομαι, τόσο πιο πολύ πανικοβάλλομαι. Κι αν δεν αλλάξει αυτό ποτέ; Κι αν μείνω για πάντα σκλαβωμένη εδώ; 
  Θέλω να κλάψω μα δεν τρέχουν δάκρυα απ' τα μάτια μου. Ή,έστω, δεν νιώθω τίποτα. Θέλω να ουρλιάξω μα δεν θα βγει ήχος. Θέλω να νιώσω την καρδιά μου να χτυπά σαν τρελή απ'το φόβο, έστω αυτό, μα...
  Γυρίζεις το βλέμμα σου. Κοιτάζεις στο πάτωμα. 
  "Μην προσπαθείς." αυτό λες. 
  Σε παρακαλώ, θέλω να σου πω, σε παρακαλώ, βοήθησέ με. Δεν θα 'πρεπε να ήμουν εδώ. Βγάλε με από εδώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ... Μα τίποτα ξανά. 
  Η φωνή σου μ'ακούστηκε όμορφη. Θέλω να μιλήσεις ξανά. Το μυαλό μου το φωνάζει, μα, όπως πάντα, τίποτα δεν ακούγεται. 
  Με πλησιάζεις. Με πιάνεις με τα δυο σου χέρια, και μόνο τότε είναι που αντιλαμβάνομαι πόσο μικροσκοπική είμαι. Με πετάς στον τοίχο. Δεν νιώθω πόνο. Βλέπω τις εικόνες να εναλλάσσονται γρήγορα καθώς αιωρούμαι για αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα. Προσγειώνομαι στο πάτωμα, δίπλα σ'ένα τεράστιο, μαύρο κουτί. 
  "Εσύ το ζήτησες." δηλώνεις. 
   Μα ποιος είσαι; Και τι ζήτησα; 
   "Ξέρεις τι έχει απομείνει απ'αυτό που ήσουν;" συνεχίζεις, "μία καρτελίτσα μόνο. Μία καρτέλα που λέει, κατασκευάστηκε στην Ρωσία.
   Δεν καταλαβαίνω. 
    Με σηκώνεις με τα χέρια σου ξανά. Πάμε μπροστά σε ένα κάδρο. Είσαι εσύ, ακίνητος, ανέκφραστος, και κρατάς στα χέρια σου μια λούτρινη κούκλα με ξανθιές μπούκλες και ραμμένο στόμα. 
   "Να 'σαι."
   Όχι, όχι, όχι...
   "Το ζήτησες. Και ζήτησες κι αυτό, κι αυτό, κι αυτό!" με πετάς στον τοίχο, στο ταβάνι, στο πάτωμα, πατάς πάνω μου. Δε νιώθω πόνο, όμως βλέπω το σώμα μου να σκίζεται, το εσωτερικό μου υλικό να γεμίζει το δωμάτιο. 
   Όχι,όχι,όχι...


  Ανοίγω τα μάτια μου ενστικτωδώς, σαν άνθρωπος που ξαναγεννιέται, έτσι νιώθω. Βαριανασαίνω. Είμαι λουσμένη στον ιδρώτα. Μ'ένα στυλό, γράφω στο χέρι μου τις παρακάτω λέξεις, τη μια κάτω απ'την άλλη, κι ύστερα τις προφέρω σαν τελετουργική προσευχή:
 "Are
   you
   my
   friend?"

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Έξι κοράκια. 
Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Τώρα κατάλαβα τι εννοούσε με τη λέξη "φίλους."

"Τι είσαι;" ρωτάω το πρώτο.
"Κοράκι." μου απαντά.
Φεύγω.

"Τι είσαι;" ρωτάω το δεύτερο.
"Πουλί." μου απαντά.
Φεύγω.

"Τι είσαι;" ρωτάω το τρίτο.
"Είμαι σπουργίτι." μου λέει.
"Είσαι κοράκι" δηλώνω.
"Όχι. Είμαι σπουργίτι. Δεν μ'ακούς που τραγουδάω;"
Κι ύστερα βγάζει ήχους, που περιέργως, ακούγονται μελωδικοί.
Φεύγω.

"Τι είσαι;" ρωτάω το τέταρτο.
"Είμαι χελιδόνι." μου λέει.
"Είσαι κοράκι" αποκρίνομαι.
"Όχι. Είμαι χελιδόνι. Βάφτηκα κοράκι να μην με φάνε οι άλλοι."
Φεύγω.

"Τι είσαι;" ρωτάω το πέμπτο.
"Δεν είμαι κοράκι" μου απαντά.
"Και τότε τι είσαι;"
"Δεν ξέρω. Πάντως δεν είμαι κοράκι."
"Κοράκι φαίνεσαι."
"Δεν πετάω σαν κοράκι."
Φεύγω.

"Είσαι κοράκι;" ρωτάω το έκτο. 
"Είμαι κοράκι, είμαι σπουργίτι, είμαι χελιδόνι, είμαι κούκος. Είμαι τα πάντα."
Φεύγω.

"Τι είσαι;" ρωτάω ξανά το πρώτο.
"Σου είπα. Κοράκι." μου απαντά.
"Λες ψέματα."
Χαμογελάει.
Με πλησιάζει λίγο, με αργά βήματα. Ξεδιπλώνει την ουρά του όσο πιο προσεκτικά μπορεί. 
"Είσαι παγώνι..." ψιθυρίζω.


Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Μερικές φορές ονειρεύομαι ότι μπορώ να πετάξω. Ότι ανοίγω τα χέρια μου διάπλατα, σκέφτομαι όμορφα πράγματα, και ξαφνικά έχω φτερά. Μπορώ να ξεφύγω από άσχημους ανθρώπους κ άσχημες καταστάσεις, να εξαφανιστώ και να μην κινδυνεύω από τίποτα. Μπορώ πάντα να πετάω πάνω από τα σύννεφα στις μπόρες, μπορώ να πάω μέχρι το φεγγάρι. Μόνη μου. Όμως είναι τρομακτικά στο φεγγάρι. Υπάρχει τόσο κενό που μου μοιάζει κλουβί. Λες και υπάρχουν αόρατα σύνορα. Μα συγχρόνως είναι και υπέροχα. Απερίγραπτα υπέροχα. Μακριά από τα πάντα και κοντά στο τίποτα- τόσο υπέροχα. 

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Her Story

  Εκατόν είκοσι επτά πεντάκοις εκατομμύρια χρόνια και δεκατρία δευτερόλεπτα πριν ακριβώς, όταν η Γη δεν είχε ανθίσει ακόμη πριν την απέραντη ξηρασία της, ήρθε στον κόσμο μια κατάξανθη κοπέλα με γαλανά μάτια. Η μόνη κοπέλα σ'ολόκληρη την καφετιά σφαίρα στην οποία κατοικούσαν δράκοι, νεράιδες, ξωτικά κι όλων των λογιών τα μαγικά πλάσματα εκείνης της εποχής. Δεν υπήρχαν δέντρα, ούτε λουλούδια, ούτε γρασίδι, ούτε βροχή, ούτε χιόνι, μονάχα σύννεφα, ήλιος και βράχια. Όλοι ζούσαν εξαρτώμενοι ο ένας απ'τον άλλο, κανείς δεν υπήρχε μόνος του, και κανείς δεν μάλωνε ποτέ με κανέναν.
   Τον καιρό όμως εκείνο, που μαγικά και μη πλάσματα βάσιζαν τις σχέσεις τους στο ψέμα για να ζουν ενάρετα, υπήρχε εκείνη η κοπέλα. Η μοναδική. Η κατάξανθη με τα γαλανά μάτια. Η μόνη. Εκείνη, λοιπόν, δεν είχε ανάγκη κανένα. Τίποτα δεν υπήρχε να την κρατά ζωντανή και τίποτα να την σπρώχνει στο θάνατο, τίποτα επίγειο που να ποθεί και τίποτα που να θέλει να ξεφορτωθεί. Εκείνη, λοιπόν, απαρνιόταν το ψέμα. Ήταν ειλικρινής, δεν φοβόταν κανένα κι ούτε νοιαζόταν κανένα, όταν μισούσε το 'λεγε κι όταν αγαπούσε το έδινε και της το δίναν πίσω. Ό,τι είχε να πει, το 'λεγε. Αφηγούταν ιστορίες για τους επόμενους και τους προηγούμενους κόσμους, για τ'αστέρια και το μαύρο πίσω απ'αυτά, για τον ήλιο και το μπλε πίσω από 'κεινον. Για κάτι χρωματιστές καμπύλες που θα εμφανίζονταν στον ουρανό και θα έκαναν τον κόσμο να χαμογελά και ν'αναρωτιέται... Αφηγούταν για όλα εκείνα τα περίεργα που τα πλάσματα της Γης δεν είχαν ξανακούσει ούτε ξαναδεί. Και τους πρόσβαλλε. Μπροστά της, όλοι ένιωθαν χαζοί. Και ήταν. Κανείς δεν την πίστευε αλλά όλοι κάμαν πως την άκουγαν με προσήλωση, χειροκροτούσαν στο τέλος της κάθε ιστορίας της και την αγκάλιαζαν όταν την 'πιάναν δάκρυα. Ένας προς ένας, έπαιζαν ένα θέατρο για χάρη της ευτυχίας της ξανθιάς κοπέλας με τα γαλανά μάτια. 
   Εκείνη το 'ξερε. Έβλεπε τα μάτια τους να την περιγελούν, να την αχρηστεύουν. Να την παραβλέπουν. Και τους μισούσε, τον κάθε ένα ξεχωριστά, για την υποκρισία τους. 

  Ξημέρωσε μια μέρα που άλλοι την λεν κατάρα κι άλλοι την λεν ευλογία. Η κατάξανθη κοπέλα με τα γαλάζια μάτια αποφάσισε να μιλήσει. Να τους προσβάλλει. Να τους βρίσει. Να τους ρεζιλέψει προβάλλοντας την αλήθεια που οι ίδιοι έθαβαν. Και τελικά, να τους ανακουφίσει απ'το ψέμα. 

  "Ξέρω τι σκέφτεστε!" αναφώνησε, μόλις και ο τελευταίος έλαβε την θέση του στον κύκλο γύρω απ'αυτήν. "Ξέρω τι προτιμάτε να κάνετε παρά ν'ακούτε εμένα! Ξέρω ότι νομίζετε πως εγώ είμ' ευτυχισμένη με την υποκρισία σας! Και ξέρω ότι κανείς σας δεν με πιστεύει, και όλοι νομίζετε πως κάθε φορά κατεβάζω ό,τι σας λέω απ'το μυαλό μου..." μονολογούσε επί ώρες, βρίζοντας, σπαράζοντας, κι ύστερα ψιθυρίζοντας. Είπε τα πάντα. Κι εκείνοι προσβλήθηκαν, οργίστηκαν, αγανάκτησαν. Μα κανείς δεν έφυγε. Την άκουσαν μέχρι το τέλος, δείχνοντας τάχα μου συμπόνια για το παρανοϊκό της δράμα. Κι όταν τελείωσε κι έφυγε εκείνη τελικά, οι ψίθυροι σκέπασαν το χώρο μ'ένα πέπλο μυστικότητας, κι όλοι τους μαζί κατέστρωσαν ένα σχέδιο για να τιμωρήσουν την αυθάδη ξανθιά κοπέλα με τα γαλανά μάτια. 


  Το βράδυ εκείνο, με μοναδικό οδηγό την λευκομαλλούσα γιαγιά Πανσέληνο, όλα τα μαγικά πλάσματα του κόσμου εκείνου έστησαν χωρό γύρω απ'την κοιμωμένη κοπέλα. Με βήματα ελαφρά σαν φτερούγες και φωνές ψιθυριστές σαν ενοχικές σκέψεις, τραγούδησαν μαζί ένα μοναδικό ξόρκι, που μονάχα μια φορά μπορούσες να προφέρεις και ίσαμε δυο φορές μπορούσες να μουρμουρίσεις... 


  Με φως μου μοναχό
την όμορφη σελήνη
και έναν τον καθοδηγό, 
τον ήλιο μες στην δύνη,
ζητώ απ'το ξόρκι τούτο 'δω,
ό,τι είν' να γίνει, ας γίνει. 

Εκείνη που αδιαφόρησε
για 'μενα και για εκείνους 
αυτήν που δεν απόρησε
για τις τιμωρίες του κτήνους,
εκείνη που δεν χώρισε
τα γέλια απ'τους θρήνους

Για 'κεινη, την αμαρτωλή,
ζητώ την τιμωρία
και ειν'οι λόγοι μου πολλοί, 
κι εκείνη μόνο μία. 

Αλμυρή, ας είναι
Θλίμμένη, ας είναι
Μονάχη, ας είναι
Μιλιά να μην έχει
κι απ'όλους ν'απέχει,
αναπνοή βραχνή,
και μια λέξη μονάχα να μπορεί να πει
Όνομα δωσ'της 
και παρ'της την ψυχή
Παρ'της το αίμα,
παρ'της το ψέμα
κι ας μη μιλεί.
Και χωρίς χρώμα
και χωρίς σώμα
και χωρίς σχήμα
πώς θα ζει; 
Μα δεν με νοιάζει
κακό μου μοιάζει
μα θέλω να τιμωρηθεί.


Με την εκδίκηση να στάζει απ' τα χαμόγελά τους άφησαν το πλευρό της κοπέλας να ονειρεύεται ακόμη εκείνο το βράδυ... Το τελευταίο της βράδυ. 


 Εκατόν είκοσι επτά πεντάκοις εκατομμύρια χρόνια αργότερα, μου αγκαλιάζει τα πόδια με μελαγχολία και προσπαθεί να με γραπώσει και να με πάρει μέσα της, γιατί τώρα μ'έχει ανάγκη, τώρα έχει κάποιον ανάγκη. Τώρα χρειάζεται τους ανθρώπους να την ψάξουν, ακόμη κι αν κρύβεται, ακόμη κι αν μοιάζει επικίνδυνη. Τώρα που δεν μπορεί να μιλήσει μα έχει τόσα να πει, χρειάζεται κάποιο να την κοιτάξει μέχρι πολύ πολύ πολύ βαθιά μέσα της, να δει τα πάντα, να μάθει τα πάντα για κείνη. 
  Εγώ όμως πρέπει να φύγω. Την χαϊδεύω για μια τελευταία φορά πριν γυρίσω την πλάτη μου, και τις ψιθυρίζω γλυκά, "Αντίο θάλασσα... υπόσχομαι πως θα ιδωθούμε ξανά σύντομα." 

 Και καθώς φεύγω, εκείνη μέσα απ'το μοναδικό ήχο που μπορεί να βγάλει, μ'αποχαιρετά μ'ένα, "Θα περιμένω...Θα περιμένω...Θα περιμένω..."