Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

άσε την Ζωή να λιώνει μέσα στα χέρια της σα χιόνι

Και έτσι όπως φυσούσε το αεράκι και μου δρόσιζε τη μούρη και ένιωθα τον ήλιο να καίει τα γυμνά μου πόδια και μύριζα πατόκορφα αλμύρα και ήταν τα μαλλιά μου ακόμη βρεγμένα απ' τη θάλασσα, έτσι όπως τη κοιτούσα απ' το βράχο κι έλεγα, άλλη μια βουτιά μόνο, μία ακόμη, έτσι λοιπόν, σε εκείνη τη στάση, ξαπλωμένη στο βράχο, σκεφτόμουν, να, να 'μαστε, έδω είμαστε, I'm home. I'm home ρε μαλάκες. I'm home. 

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Θυμίζεις μια μικρή κυρία που όλο ξεχνάω το όνομά της

 Σπάστε την, σπάστε την τη γαμημένη την πόρτα, σπάστε την να μπουκάρει μέσα η θλίψη με τα μαύρα της ρούχα να σταματήσει να χορεύει και να κουλουριαστεί στη μέση του δωματίου σαν το μαύρο σκυλί που κάποτε είχα, να κουλουριαστεί και να μην φεύγει, να την πάρει ο ύπνος στο κόκκινο χαλάκι μου, ταιριάζει ωραία, το κόκκινο με το μαύρο. Σπάστε την την κωλόπορτα, αφού το βλέπετε, δεν θα φύγει αν δεν την σπάσετε, ε, σπάστε την, να σταματήσει να μας τυρρανάει, να νομίζουμε για μια στιγμή πως την έκανε τελικά, πως βαρέθηκε να χτυπάει τοκ τοκ, είναι κανείς μέσα, και έφυγε, επιτέλους. Σπάστε την γιατί δεν πάει άλλο. Σπάστε την, αυτή δεν έχει χέρια και δεν μπορεί να την σπάσει, μόνο φωνή έχει, φωνή και μάτια και αυτιά, και γι' αυτό λέει, έχω αυτιά και ακούω, ή, έχω μάτια και βλέπω, βλέπω και ακούω τι θες και τι σου λείπει. Σπάστε την γαμώ το στανιό μου. Σπάστε την, δεν το αντέχω άλλο. Να μπει μέσα, να πάρει τη μορφή της, τη μορφή εκείνης που μου λείπει πιο πολύ, να γίνει αυτή, εκείνη, να την έχω μέσα στο δωμάτιό μου, αυτήν, τη μορφή της, και να πλησιάζει προς εμένα χαρούμενη, να με αγκαλιάσει και να τη φιλήσω παθιασμένα και να της πω πόσο μου έλειψε, κι ύστερα να κάνουμε έρωτα, έρωτα, όχι σεξ, έρωτα, να κάνουμε έρωτα. Και να πλημμυρίσει αγάπη το δωμάτιο, και απ' την πολλή ζωντανή αγάπη η θλίψη θα σηκωθεί να φύγει. Ζωντανή αγάπη, που να χτυπάει στις καρδιές μας, να τη νιώθουμε μέσα στο δωμάτιο, υπαρκτή, να ανταποδίδεται. Απ' αυτήν την πολλή ζωντανή αγάπη η θλίψη θα σηκωθεί να φύγει γιατί δεν θ' ανήκει πια εδώ. Το δωμάτιο γέμισε και δεν χωράτε πια, μις θλίψη. Και να 'ρθει η ευτυχία να πάρει τη θέση της. Ίσως η θλίψη η ίδια ν' αλλάξει τ' όνομά της σε Ευτυχία, ναι, ναι, αυτό θα 'θελα να συμβεί. Όχι το άλλο. Και να κάνουμε λοιπόν έρωτα, και μέσα σ' αυτόν τον έρωτα αυτή να φωνάζει τ' όνομά μου, κι εγώ το δικό της, να μην μιλάμε, να μην συζητάμε, να μην μάθω πού ήταν χαμένη τόσο καιρό και με πόσους πήγε στο μεταξύ, να μην μάθω ποτέ, να ζω στην άγνοια του έρωτα, χαμένος μαζί της, να φωνάζουμε ο ένας το όνομα του άλλου, να κάνουμε έρωτα, να κοιταζόμαστε, να φιλιόμαστε, και να φωνάζουμε ο ένας το όνομα του άλλου, έτσι απλή και συναρπαστική να είναι η αγάπη μας. 
  Σσσσς, θα μου πει, σσσς, θα μας ακούσουν! 
  Ποιος να μας ακούσει, μωρέ Ζωή, θα της πω εγώ.. Μην ανησυχείς, το κεφάλι μου είναι καλά εντοιχισμένο.. Δεν βγαίνουν οι σκέψεις παραέξω.. 

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Καθένας το κλουβί με ρόδες του και άντε σπιτάκια μας...

 ...στις ζεστές μας παντοφλίτσες που τις έχουμε από το γυμνάσιο και έχει μεγαλώσει στο μεταξύ το πόδι μας και τώρα η φτέρνα περισσεύει από πίσω αλλά κανείς δεν νοιάζεται, γιατί είναι οι αγαπημένες μας παντοφλίτσες. Κάθε φορά που γυρνάω σπίτι από βόλτα σκέφτομαι να γράψω ένα βιβλίο με τίτλο: Η Μίζερη Ζωή της Δάφνης Χ. Μετά αλλάζω γνώμη. Θα ήταν τρομερά βαρετό. Θα μπορούσα να αλλάξω τον τίτλο σε, "Η Μίζερη Ζωή της Δάφνης Χ. και Πώς Κατάφερε να την Αλλάξει" αλλά αυτό ακούγεται σαν σαλιάρικο βιβλίο ψυχολογίας που σου πρήζει τ'αρχίδια μέχρι να σου πει τελικά πώς διάολο να αλλάξεις την μίζερη ζωή σου. Βέβαια και ένα τέτοιο βιβλίο να έγραφα, πάλι θα κατέληγα να γράψω μία κλαψιάρικη μαλακία για να βγάζω κι εγώ τ' άχτι μου. 
 Τέλος πάντων.  

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

  Έλα. Έλα, εγώ είμαι. Εε, πήρα να σου πω, ξέρεις, αν θες, ρε παιδί μου, αν βαριέσαι, που θα βαριέσαι δηλαδή, σε ξέρω εγώ εσένα, τέτοια ώρα θα βλέπεις κανένα ανιαρό σήριαλ στην τηλεόραση, δηλαδή η τηλεόραση θα είναι ανοιχτή κι εσύ θα την κοιτάζεις αλλά δεν θα βλέπεις πραγματικά αυτήν, θα σκέφτεσαι άλλα πράγματα, σε ξέρω εγώ εσένα, τέλος πάντων, τι έλεγα, α.. Αν δεν βαριέσαι ρε παιδί μου, να πάμε για κανένα καφέ. Να τα πούμε. Ξέρεις. Όπως παλιά που τα λέγαμε με τις ώρες. Έλεγα να, εεε,  να πάμε στο Cine Studio να δούμε καμιά, εεε, καμιά ταινία μωρέ, μπορεί να 'χει και καμιά συναυλία να ακούσουμε και λίγο..λίγο μουσικούλα. Φέρνει καλά συγκροτήματα στο Cine Studio... Όχι για κανένα άλλο λόγο, δηλαδή, άμα δεν θες δεν πάμε στο Cine Studio, όπου θες πάμε αρκεί να πάμε μαζί ρε παιδάκι μου, παρεούλα, ξέρεις, να πούμε καμιά μαλακία να περάσει.. να περάσει η ώρα, δηλαδή σε πήρα γιατί τόσο καιρό η ώρα δεν περνάει, ρε μαλάκα. Δεν περνάει. Πώς να το κάνουμε. Ε, και μου τύχανε εκεί πέρα και δύο δωρεάν κουπόνια για σινεμά.. Στα δύο το ένα δώρο. Ε, και όταν μου λένε δύο εμένα, όταν μου λένε δηλαδή, να πάρω άλλο ένα άτομο μαζί μου, ε, εσένα σκέφτομαι πρώτα, λέω, δηλαδή, από μέσα μου εγώ, κάτσε να σε πάρω να δω πού είσαι, άμα θες να.. να έρθεις μαζί μου.. Δεύτερο πρόσωπο χρησιμοποιώ και μέσα στο μυαλό μου, σαν να σου μιλάω ένα πράγμα.. Κάτσε να σε πάρω να δω πού είσαι, ή, τι να κάνεις τώρα, ή, πού να είσαι τώρα, ή, γιατί δεν σηκώνεις το κινητό σου. Σου μιλάω και μέσα στο κεφάλι μου. Μην φανταστείς τίποτα τρομερό, με όλους το κάνω, είναι μια κακή συνήθεια μωρέ, απ' αυτές τις πολλές που είχα, μαζί με το κάπνισμα και το πιοτό και όλα αυτά πάει και το β' ενικό στις σκέψεις μου. Άμα θες, λοιπόν, πάμε στο.. στο τέτοιο, το.. ναι, στο Cine Studio. Άμα θες πάμε. Να δούμε καμιά ταινία που είπα, να φάμε κάνα ποπκορν, να σηκωθείς εσύ στη μέση της ταινίας να πας να πάρεις νερό γιατί το αλάτι σε διψάει, και μετά να γυρίσεις, να έχεις χάσει όλο το καλό μέρος της κωλοταινίας και να αρχίσεις να με πρίζεις με το μπλα μπλα σου, και τι έγινε και πώς έγινε και τι έχασα και πες ρε παιδί μου, πες, γιατί δεν μου λες. Και να σου λέω εγώ, σκάσε, σκάσε να δω τη συνέχεια και θα σου πω μετά στο διάλειμμα, σκάσε. Αν και, τώρα πια, στο σινεμά δεν έχει διάλειμμα. Το κόψανε. Δεν πειράζει. Θα βρω κάτι άλλο να σου λέω για να στη σπάσω. Και άμα τελειώσει η ταινία, πάμε απέναντι, στο ζαχαροπλαστείο, να πάρουμε στο χέρι μία τουρτίτσα, ή ένα μιλφέιγ, ή μια τάρτα, ένα κάτι, ένα γλυκό, να γλυκαθεί το μέσα μας, γιατί εσένα σου άνοιγε πάντα η όρεξη για γλυκό μετά τα ποπ κορν και εγώ δεν έλεγα όχι. Να πάρουμε το γλυκάκι μας και να πάμε να κάτσουμε στο παγκάκι μπροστά εκεί, να 'ναι γύρω στις μία το βράδυ, και να τρώμε, και να γελάμε, και να τρώμε.. Και να λερώνεσαι εσύ με σοκολάτα και να γελάω εγώ με τη μούρη σου. Και να γελάω εγώ, και να πειράζεσαι εσύ.. Κι έπειτα να σε πιάσει κατούρημα γιατί ήπιες όλο το νερό του Βόσπορου στο σινεμά για να ξεπλύνεις το στόμα σου απ' το αλάτι του ποπ κορν, και να φεύγεις ένα λεπτό να γυρίσεις πίσω στο Cine Studio να ρίξεις ένα κατούρημα να ξαλαφρώσεις, ε, και στο δρόμο να σταματάς για να πάρεις νερό απ' το περίπτερο απέναντι, και να γυρνάς να με βρεις στο παγκάκι με δύο σακούλες πράγματα, που θα είναι τα πάντα εκτός από νερό. Και να τρώμε πάλι, και να γελάμε πάλι, και να μου κράζεις εσύ τους γονείς σου για πλάκα, και να σου κράζω εγώ τον αδερφό μου πάλι για πλάκα, κι έπειτα να γυρνάει στο σοβαρό.. Και να κατεβάζεις εσύ το βλέμμα και να μου μιλάς αληθινά, και να σε κοιτάζω εγώ στα μάτια και να σ' ακούω αληθινά. Και να μην γελάμε πια, αλλά να περνάμε ακόμα καλά. Να μην γελάμε πια, αλλά η ώρα ακόμα να περνάει, όπως περνούσε και τότε. 
  Ένα τέτοιο πράγμα θέλω ρε μαλάκα. Αλλά πού; Πού; Αφού δεν το σηκώνεις το γαμίδι, να σου μιλήσω, δεν το σηκώνεις, και με κάνεις να σου αφήνω τέτοια μηνύματα στον τηλεφωνητή, δεν το σηκώνεις, μα δεν είσαι σπίτι σου καν τώρα, και το περίπτερο δίπλα στο Cine Studio έκλεισε, και το ζαχαροπλαστείο άλλαξε ιδιοκτήτη και φτιάχνει σκατά γλυκά, σαν χώμα ένα πράμα, και οι ταινίες που έχει το σινεμά είναι το ίδιο σκατά, και το νερό δεν είναι το ίδιο γλυκό με τότε και η μουσική του σήμερα είναι κι αυτή σκατά, όσο σκατά όσο ποτέ, δηλαδή, βασικά, το Cine Studio ακόμα γαμάτους μουσικούς φέρνει, αλλά εμένα δεν μ' αρέσουνε πια ρε παιδί μου αυτοί, τι να τους κάνω, δεν είσαι κι εσύ εκεί μαζί μου να τους ακούσουμε παρέα.. Τι να τους κάνω άμα δεν είσαι εσύ να τους ακούσουμε παρέα.. Να χορέψουμε τουίστ και να σε κεράσω μπύρες.. Πού να τα βρω τώρα όλα τα ωραία αφού χαθήκανε ρε μαλάκα; Πού; Πού στο διάολο; Και ξέρεις κάτι, μέχρι και το παγκάκι ξηλώσανε, το ξηλώσανε για να πλατύνουνε το δρόμο, γαμώ τα σπίτια τους πια, μέχρι και το παγκάκι μας ξηλώσανε, πέρασα μια μέρα και απλά δεν ήταν εκεί, λες και δεν ήτανε ποτέ εκεί, έφυγε.. Και εγώ τώρα που χάθηκε και το παγκάκι, τι έχω να σε θυμάμαι; Τι έχω να μου επιβεβαιώνει πως ήσουνα εδώ κάποτε; Ε; Εεεεεε;;;;;;
   Ξέρεις τι. Μάλλον που θα 'ρθω να σε βρω. Εύκολο θα 'ναι. Πόσο κοστίζει ένα ταξίδι από εδώ μέχρι εκεί που είσαι εσύ; Ένας θάνατος δρόμος.. 



and these feelings won't go away
they've been knockin' me sideways
I keep thinking in a moment that
time will take them away

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

  Πάντα φανταζόμουνα πως ο θάνατός μου θα είναι ξεχωριστός. Δηλαδή, έλεγα, εντάξει, η ζωή μου ήτανε πάντα πίσω από ένα γραφείο με τα χέρια πάνω στο πλητρολόγιο, πλικ πλικ, γράφε γράφε, αλλά ο θάνατός μου, θα είναι ξεχωριστός. Ο θάνατός μου θα είναι το πιο ωραίο πράγμα που συνέβη στην ζωή μου. Δηλαδή, όχι ότι είχα αυτοκτονικές τάσεις και τέτοια. Απλά, έλεγα, θα πεθάνω με ωραίο τρόπο, φαντασμαγορικό. Θα πνιγώ στη θάλασσα, θα πέσω από κανέναν ουρανοξύστη (από τους μεγάλους, της Νέας Υόρκης), θα φυτέψω μία σφαίρα στο κεφάλι μου στη μέση μιας μεγάλης πλατείας, θα κρεμαστώ από ένα φανάρι με τη γραβάτα μου, κάτι τέτοιο, έτσι περίεργο, πώς να το πω. Ένα θάνατο που θα τον θυμούνται. Αυτοκτονία, έλεγα, θα είναι. Να την θυμούνται πολλοί. Θα έλεγαν, ο Παπαδόπουλος αυτοκτόνησε. Τώρα ποιοι θα το έλεγαν, αυτό δεν το σκέφτηκα ποτέ μου. Έλεγα απλώς, "θα λένε". Δεν έλεγα ποιοι. Τι ποιοι δηλαδή, αυτοί. Το θέμα είναι πως δεν ξέρω ποιοι είναι οι αυτοί. Φίλους δεν έκανα. Όπως είπα, ήμουν ένας άνθρωπος που ζούσε πίσω από ένα γραφείο, εργένης, σοβαρός, αξιοπρεπής. Ήμουν όσο κοινός όσο δεν πήγαινε. Το πρωί, έπλενα τα δόντια μου με Max White οδοντόκρεμα, για να είναι όσο πιο λευκά γίνεται τα δόντια μου, να ταιριάζουν με το πουκάμισο. Έπινα καφέ, πήγαινα στη δουλειά, χαιρετούσα ευγενικά τους συναδέλφους μου, δούλευα, έβγαζα το ψωμί μου, γυρνούσα σπίτι, έτρωγα το μεσημεριανό που μαγείρευε η μάνα μου, κοιμόμουν, έπειτα ξανά έπλενα τα δόντια μου με την Max White οδοντόκρεμα, ξανά καφές -τώρα που το σκέφτομαι, είχα και μια παραξενιά, έπλενα τα δόντια μου κι ύστερα έπινα καφέ, ήμουν, ρε παιδί μου, κι εγώ, λίγο ξεχωριστός-  ξανά χαιρετούρες σε όλα τα άτομα στη δουλειά, δούλευα, μετά σπίτι, τηλεόραση, ύπνος. Και πριν κοιμηθώ, σχεδίαζα το θάνατό μου. Πώς άλλοι άνθρωποι σχεδιάζουν το πάρτι γενεθλίων τους, την αυριανή μέρα, τις καλοκαιρινές διακοπές. Ε, εγώ σχεδίαζα τον θάνατό μου. Τους θανάτους μου δηλαδή, γιατί κάθε φορά πέθαινα και με διαφορετικό τρόπο. 
  Ήμουν τόσο κοινός άνθρωπος, κοινός μέχρι θανάτου, κοινός τόσο, μα τόσο, μα τόσο, τόσο που δεν φαντάζεστε. Φαντάζεστε βασικά, γιατί το περιγράφω. Ήμουν που ήμουν κοινός, με έλεγαν και Μανώλη Παπαδόπουλο. Τι πιο κοινό από το να σε λένε Μανώλη Παπαδόπουλο. Το αμάξι μου ήταν ασημί. Τι πιο κοινό από ένα ασημί αμάξι. Φορούσα πουκάμισα με γραβάντα, ήμουν μέσου ύψους και μέσου πάχους. Τι πιο κοινό από αυτό. Γενικά ήμουν κοινός. Δηλαδή, όταν μιλάνε για μέσο άνθρωπο στις τηλεοράσεις, εμένα λένε. Μέσος Άνθρωπος θα έπρεπε να ήταν το πραγματικό μου όνομα. Ένα καιρό σκεφτόμουν να πάω να το αλλάξω, στο λυξειαρχείο, ξέρετε. Να το κάνω από Μανώλης Παπαδόπουλος, Μέσος Άνθρωπος. Αλλά, σκεφτόμουν, πώς θα με φωνάζουν μετά; Κύριε Άνθρωπε; Ο φίλος μου ο Μέσος; Πού 'σαι ρε Μέσε; Πού χάθηκες αγόρι μου; Αν και κανείς δεν με φώναζε με τα τελευταία, μόνο το πρώτο χρησιμοποιούσαν. Κύριε Παπαδόπουλε. Όπως είπα, δεν είχα φίλους. Η μάνα μου, βέβαια, με έλεγε Μανωλάκη. Πώς θα με έλεγε μετά η μάνα μου αν με έλεγαν Μέσο; Μεσάκη; Για τα παραπάνω λοιπόν, δεν άλλαξα το όνομά μου. Αλλά μου είχε κολλήσει στο μυαλό, πως είμαι ο Μέσος Άνθρωπος προσωποποιημένος. Έτσι ήρθε και η ιδέα του περίεργου θανάτου. Ο Μέσος Άνθρωπος δεν πεθαίνει περίεργα. Ο Μέσος Άνθρωπος πεθαίνει στα 70-80, από πέσιμο ή από χέσιμο. Ή από έμφραγμα, ή καρδιακό. Εγώ, λοιπόν, ο Εμμανουήλ Παπαδόπουλος, δεν θα πεθάνω έτσι, σαν το Μέσο Άνθρωπο, είπα. Θα ξεχωρίσω.  Θα πεθάνω ξεχωριστά. Θα θυμούνται τον θάνατό μου. 
  Γύρω στον ένα χρόνο μετά από αυτήν την απόφασή μου, να πεθάνω ξεχωριστά, αρχίσανε να με πιάνουνε κάτι ζαλάδες, κάτι περίεργα. Κάτι λιποθυμίες  κάτι πυρετοί που δεν φεύγανε, και μία κούραση συνέχεια, άλλο πράγμα. Έπεσε και η επίδοσή μου στην δουλειά, αφήστε τα. Ερχόταν η μαμά σπίτι να μου φτιάχνει σούπα κάθε βράδυ. Ωχ τι έπαθα, έλεγα, ωχ τι έπαθα. Εγώ δεν ήμουνα άνθρωπος συνηθισμένος στα βάσανα, εγώ πέρασα μία ζωή λουκούμι, μία ζωή ισορροπημένη, σαν τη διατροφή των αθλητών. Πρόσεχα εγώ. Ούτε μελανιές είχα όταν ήμουν μικρός, ούτε γραντζουνιές, ούτε αρρώσταινα, ούτε λερωνόμουνα, ούτε τίποτα. Ήμουν ισορροπημένο παιδί εγώ, από πάντοτε. Και ο πατέρας μου μ'αγαπούσε, και η μάνα μου μ'αγαπούσε, και καλός μαθητής ήμουν, και παιδί κοινωνικό, και αξιοπρεπές, και καλός πιστός, όλα τα είχα. Μόνο που τώρα που μεγάλωσα έμεινα ανύπαντρος, αλλά αυτό δεν πείραζε τόσο, είχα χρόνια ακόμα μπρος μου. Τέλος πάντων, μέσα στην ισορροπία μου αυτή, με βρήκανε οι ζαλάδες και έπεφτα χάμω και δεν ήξερα να σηκωθώ. Πήγα στο γιατρό, του είπα τα προβλήματά μου, μου έκανε εκεί πέρα κάτι εξετάσεις, κάτι αιματολογικές, κάτι αξονικές, με ψαχούλεψε και λίγο στο σώμα, έτσι περίεργα που τα κάνει ο γιατρός και δεν ξέρεις άμα είναι διεστραμμένος ή απλώς κάνει τη δουλειά του ο άνθρωπος. Και όταν τον ρώτησα τι έχω, μου τα μάσησε λίγο, και δεν είμαι σίγουρος, και ελάτε ξανά την άλλη εβδομάδα που θα έχουν βγει και οι εξετάσεις να συζητήσουμε, και κάτι τέτοια. Καλώς, είπα εγώ, καλώς. Κανένα φάρμακο για τα συμπτώματα; Και μου έγραψε εκεί πέρα ένα Μπλαμπλαμπλα ούτε το όνομά του δεν μπορώ να πω, περίεργο ήτανε, για τις ζαλάδες. 
  Ήρθε η επόμενη η εβδομάδα. Πήγα στο γιατρό. Κύριε Παπαδόπουλε, μου είπε, τα νέα είναι πολύ άσχημα. Παναγία μου, είπα εγώ, και έκανα το σταυρό μου, πόσο άσχημα δηλαδή; Κοιτάξτε, κύριε Παπαδόπουλε, είπε αυτός, πάσχετε από λευκαιμία. 
  Ώπα. Ώπα κάτσε. Τι; 
  Και συνέχιζε αυτός, έχετε λευχαιμία, οι πιθανότητες είναι λίγες αλλά υπάρχουν θεραπείες, μην χάνετε την ελπίδα σας, θα σας κανονίσουμε την περίθαλψη, μπλα μπλα μπλα, μπλι μπλι μπλι, μπλο μπλο μπλο.. Μα τι λέτε τώρα κύριε, έλεγα και ξανάλεγα εγώ. Λευχαιμία; Αμέ, απάνταγε αυτός, λευχαιμία. 
  "Και πώς θα πεθάνω δηλαδή;" ρώτησα εγώ. "Ε;" σαν χαζό κατσίκι ήτανε η μούρη του. "Μα κύριε Παπαδόπουλε, μην φέρνετε το τέλος ακόμη στο μυαλό σας, σας λέω υπάρχουν ελπίδες, είναι μεγάλη η πιθανότητα επιτυχίας της θεραπείας-" 
  "Πώς θα πεθάνω, άνθρωπέ μου;" επανέλαβα εγώ, αγανακτησμένος. 
  Αναστέναξε. "Εμ, όπως πεθαίνουν όλοι οι καρκινοπαθείς θα πεθάνεις, χριστιανέ μου, στο κρεβάτι του νοσοκομείου, γιατί αυτή η κωλοθεραπεία δεν δουλεύει, και εγώ είμαι ο καταραμένος που τους θάβει όλους, την τύχη μου μέσα!" και άρχισε να βρίζει και να πετά βωμολοχίες από 'δω κι από 'κει, λες και του 'φταιξα εγώ, φαίνεται ο άνθρωπος ήτανε κουρασμένος, να αντιμετωπίζει τόσους θανάτους κάθε μέρα. Έκανα να σηκωθώ να φύγω. "Πού πάτε κύριε Παπαδόπουλε;" "Εγώ δεν θα πεθάνω σε κρεβάτι νοσοκομείου σαν όλους τους άλλους." ξεστόμισα εγώ και έκλεισα την πόρτα. 
  Βάζω στοίχημα ότι ο γιατρός πέρασε αυτό που είπα ως στάδιο της άρνησης, και περίμενε να τον ξαναπάρω τηλέφωνο, να κανονίσουμε ραντεβού, για να δεχθώ θεραπεία. Εγώ δεν πήρα. Του είπα, δεν θα πεθάνω στα κρεβάτια του νοσοκομείου και δεν θα το κάνω. Αντίθετα, αγόρασα ένα πανάκριβο αμάξι, απέτησα να φθάσει όσο πιο σύντομα γινόταν. Ήταν ένα μαύρο κάμπριο. Μία κούκλα. Αγόρασα και ένα περίστροφο από τη μαύρη αγορά. Και ένα απόγευμα, μπήκα στο καμπριολέ με το περίστροφο. Έκανα την πρώτη μου βόλτα, για καμιά ώρα περίπου, στις εθνικές οδούς και τις λεωφόρους. Κι ύστερα, πήγα εκεί, σε κάτι παλιά σπίτια, ερηπομένα, σαν στοιχειωμένα ήτανε. Πήρα τηλέφωνο ένα ασθενοφόρο να έρθει εκεί που ήμουνα, έπειτα έβγαλα το περίστροφο και φύτεψα μία σφαίρα στο κρανίο μου, μάλιστα μέσα απ' τ' αυτί, για να μην ακούω, ποτέ δεν μ' άρεσε που άκουγα. Αυτοκτόνησα μέσα στο πανάκριβο μαύρο αμάξι μου. Την καμπριολέ. Την κούκλα. Πέθανα με ένα ξεχωριστό θάνατο. 
  

 Με βρήκανε νεκρό, με τα αίματα παντού. Αλλά ούτε οι εφημερίδες γράψανε για εμένα, ούτε έκλαψε κανείς, μόνο η μανούλα μου, ε και ο γιατρός μου εκπλήχθηκε λίγο. Λιγάκι. Ε, και στη δουλειά, εκεί πέρα, είπανε ένα δυο λόγια. Η εκκλησία δεν με κήδεψε γιατί αυτοκτόνησα, και η αυτοκτονία είναι αμαρτία. Και έτσι κάψανε το σώμα μου, και τις στάχτες τις πετάξανε κάπου, ένας θεός ξέρει πού. Γενικά ο θάνατός μου δεν ήταν τόσο ξεχωριστός όσο περίμενα. Γενικά στ' αρχίδια τους ολονών, πώς πέθανα. Ε, και στην τελική, στ' αρχίδια μου κι εμένα.. 
  

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Le Grand Bleu

Do you know what you’re supposed to do, to meet a 

mermaid? You go down to the bottom of the sea, where the 

water isn’t even blue anymore, where the sky is only a 

memory, and you float there, in the silence. And you stay 

there, and you decide, that you’ll die for them. Only then do 

they start coming out. They come, and they greet you, and 

they judge the love you have for them. If it’s sincere, if it’s 

pure, they’ll be with you, and take you away forever."

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Σαν Λευκή Καταιγίδα

  Κρασί. Κατακόκκινο, του αίματος: το αγαπημένο σου. Σε θυμάμαι ξέρεις, εδώ κι εκεί, στα βρεγμένα στενάκια το χειμώνα, με τις μαύρες γάτες και τα σκουπίδια, σαν σκηνικά ταινίας, σε θυμάμαι στα ξεχασμένα κουτούκια με τα χαμηλά φώτα και τις όμορφες μυρωδιές που σου γεμίζουν τη μύτη και σε κάνουν χαρούμενο. Σε θυμάμαι κάτω απ' τον μαύρο ουρανό, σε θυμάμαι μέσα στην κάπνα των τσιγάρων, στη βρωμιά αυτή της γόπας στο τασάκι, στην κάπνα εκείνη που μυρίζει αυτοκαταστροφή, βλακεία, θλίψη και θάνατο. Γενικά σε θυμάμαι, εδώ κι εκεί, ξέρεις, όταν οι δρόμοι μυρίζουν σαν εσένα, σε θυμάμαι. Στα χρώματα που μοιάζουν με εσένα, σε θυμάμαι. Και όταν φυσάει το ελαφρύ αεράκι και το νιώθω να γλύφει το σώμα μου νωχελικά σε θυμάμαι, αλλά για λίγο, για μια στιγμή, για όσο προλάβει να με γλύψει το αεράκι σε θυμάμαι. Ζεις μέσα σ' αυτό το αεράκι. Μου μιλάς μέσα απ' αυτό. Ακούω τη φωνή σου. Εδώ κι εκεί, ξέρεις, την ακούω. Μου μιλάς. Τα βράδια εδώ κι εκεί έρχεσαι στον ύπνο μου και με τρομάζεις- γιατί; Γιατί με τρομάζεις; Γιατί να σε φοβάμαι; Φταίω εγώ, φταις εσύ, ποιος ξέρει.. Εγώ σε φέρνω, εσύ έρχεσαι; Μερικές φορές ακούω τη φωνή σου στο μυαλό μου και σκέφτομαι, εσύ μου μιλάς ή εγώ σε φαντάζομαι; Κι αν είσαι όντως εσύ που μιλάς μέσα στο μυαλό μου; Και αν σε φαντάζομαι εγώ; Πήγα στην κυρία Ελένη μια- δυο φορές, ξέρεις, όπως πήγαινες κι εσύ. Της είπα πως σ' ακούω. Μου είπε πέντε χιλιάδες πράγματα. Αν είσαι όντως εσύ ή όχι, αυτό δεν μου το 'πε. Νομίζω πως μου το 'φερνε πλαγίως. Δεν με νοιάζει, δεν άκουγα τι έλεγε έτσι κι αλλιώς. Πεταμένα λεφτά, θα έλεγες. Σε θυμάμαι, λοιπόν, που λες, γενικά, εδώ κι εκεί. Να, στιγμές σαν και τώρα, σε θυμάμαι. Αν και τώρα ούτε κρασί έχω μπροστά μου, ούτε σε κάνα βρεγμένο στενάκι είμαι, ούτε κουτούκια πέρασα, ούτε βρωμάει τσιγαρίλα.. Μόνο νύχτα είναι. Είπα, σε θυμάμαι κάτω απ' το μαύρο ουρανό. Αλλά δεν είμαι κάτω απ' αυτόν τώρα, τώρα είμαι κάτω απ' το λευκό ταβάνι μου, της κρεβατοκάμαρας, που είχες κολλήσει εκείνα τα φωσφοριζέ αστεράκια, λες και ήμασταν πέντε χρονών. Και όταν σε ρώτησα γιατί το έκανες είπες πως τα βράδια πριν κοιμηθείς σ' αρέσει να ονειρεύεσαι. Κι ας μεγαλώσαμε. Έτσι είπες. Ακόμα τα κοιτάζω κι ακόμα σε σκέφτομαι. Ποιο από αυτά τα αστέρια είσαι; Θα δώσω σε ένα από αυτά το όνομά σου. Για χάρη σου. Για να σε θυμούνται, όπως σε θυμάμαι κι εγώ. Και όταν περάσουν τα πολλά χρόνια και έρθει καιρός να ταξιδέψει κάποιος πλάι σε αυτό το αστέρι θα πει να, να, εσύ είσαι αυτό το αστέρι. Θα πει το όνομά σου και ύστερα θα πει, μόλις πέρασα δίπλα από αυτόν τον αστέρα. Από αυτόν τον ήλιο. Θα είσαι ένας ήλιος. Ένα φωσφοριζέ αστεράκι κρεμασμένο απ' το κενό. Ένα λαμπερό φως που αιωρείται στην ατμόσφαιρα. Θα είσαι αυτό που ονειρευόσουν κάθε βράδυ πριν κοιμηθείς. 
  Σε θυμάμαι. Θυμάμαι πάντα αυτά που έλεγες. Θυμάμαι εσένα, εσένα, εσένα. Θέλω να σου τραγουδήσω: Το μόνο που θα 'θελα αν κάποτε σε ξαναδώ, είναι να πω ευχαριστώ για το θαύμα που είδα.. Και να δώσω για μια τελευταία φορά το ρυθμό, στον τρελό σου χορό, στην Λευκή Καταιγίδα. Ίσως και να θέλω απλά να στο πω. Αυτό ακριβώς, με αυτά τα λόγια, όπως ακριβώς το λέει το τραγούδι. Έτσι ακριβώς. Να δώσω για μια τελευταία φορά τον ρυθμό, στον τρελό σου χορό, στη Λευκή Καταιγίδα. Και να πω ευχαριστώ για το θαύμα που είδα. 
  Ακούω τη φωνή σου. Εδώ κι εκεί, ξέρεις. Αν τύχει, όταν τύχει. Μου μιλάς..(;)
 Ένα ανέκδοτο μου έλεγε η γλυκιά μου. Ένα ανέκδοτο σκατά, αλλά ωραίο γιατί το έλεγε εκείνη. Σκατά ήταν βέβαια, εγώ όμως γέλασα έτσι κι αλλιώς, και γέλασα πολύ, γελούσα μόνος στην αρχή, μετά ξεκίνησε κι εκείνη να γελάει, και με το γέλιο της γελούσα εγώ μετά. Χαχαχα, χιχιχι. Κάτι με σαλιγκάρια ήτανε, κάτι με δύο σαλιγκάρια σε ράγες τρένου, να λέει το ένα, ρε μαλάκα έρχεται το- πχχχ, ποιο -πχχχ. Και καλά, στο πχχχ τα πατάει το τρένο. Γελούσαμε μέχρι θανατά. Δάκρυζα. Καιρό είχα να γελάσω έτσι, με πόνεσε η κοιλιά μου απ' τα γέλια, σώπα της έλεγα, σώπα και είμαστε στο αμάξι, σώπα και οδηγάω, θα τρακάρουμε, σώπα. Σώπα έλεγα και μετά ξαναέσκαγα στα γέλια. Κάτσε, κάτσε να σταματήσω εδώ στην άκρη, να ηρεμίσουμε, γιατί θα τρακάρουμε, είπα εγώ. Έλα μωρέ τώρα, μου είπε η γλυκιά μου, έλα, μην σταματάς, σιγά, θα αργήσουμε κιόλας. Και μετά ξανά γέλια για τα σαλιγκάρια. Ρε μαλάκα έρχεται το- πχχ, ποιο- πχχχ. Με πονέσανε οι κοιλιακοί μου. Και ξαφνικά, εκεί που γελούσαμε και λέγαμε για τα σαλιγκάρια, μπαμ, κρας, χτυπάμε σ' ένα άλλο αμάξι. Δύο τούμπες κάναμε. Εγώ ακόμα να γελάω με τα σαλιγκάρια. Πχχχ. Η γλυκιά μου γελούσε κι αυτή, μα όταν τρακάραμε της κόπηκε, εμένα δεν μου κόπηκε, έμεινα κάτω από τα συντρίμια να γελαω ακόμη, χαχαχα χιχιχιχι, με το πχχχ. Γλυκιά μου, είσαι καλ- χαχαχα. Πχχχ. Γλυκιά μου; Μάρθα, Μαρθούλα είσαι καλά; Μάρθα; Χαχαχαχα, πχχχ.. Μάρθαχαχαχα! Απάντηση δεν πήρα, και μέσα στα συντρίμμια και στη σκόνη και την κάπνα εγώ ακόμα γελούσα, ένα γέλιο ασταμάτητο, ασυγκράτητο, χαχαχα, χιχιχι, προσπαθούσα εκεί πέρα να σκεφτώ πως η Μάρθα δεν είναι καλά, πως τρακάραμε, αλλά, πχχχ, χαχαχα, πχχχ. Χαχαχα, χιχιχι. Γελούσα μέσα στα σκοτάδια. Και όταν ανοίξανε την πόρτα οι διασώστες και με βάλανε πάνω στο φορητό κρεβάτι ακόμα γελούσα, και όταν κοιτούσα τους πυροσβέστες που σβήνανε τη φωτιά ακόμα γελούσα, και όταν είδα να βγάζουνε τη Μάρθα απ' τ' αμάξι μ' αίματα σ' όλο το πρόσωπο ακόμα γελούσα. Ρε μαλάκα έρχεται το -πχχχ, ποιο- πχχχ. Χαχαχα. Και όταν μου είπανε, κύριε η κόρη σας και εσείς χρειάζεστε επειγόντως χειρουργείο, εγώ ακόμα γελούσα. Χαχαχα, χιχιχι. Όσο μακριά και να πήγαινες από ΄μένα θα με άκουγες που γελούσα. Και στην ταράτσα του απέναντι σπιτιού να ήσουν, θα με άκουγες. Και στο αεροπλάνο που περνούσε από πάνω, με τους χίλιους επιβάτες που δεν έχουν ιδέα πως εμείς εδώ κάτω πεθαίνουμε, θα μ' άκουγες, που γελούσα. Χαχαχαχα. Και στα σύννεφα να έκανες τούμπες, θα με άκουγες. Και στο φεγγάρι να ήσουν, θα άκουγες. Χαχαχα, χιχιχι, για το πχχχ. Και Θεός να ήσουν, ή και δίπλα του να στεκόσουν, πάλι θα με άκουγες να γελάω με όλη μου την ψυχή. Και όσο το σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ γελούσα- θα ξεράσω τ' άντερά μου, τους έλεγα. Απ' τα γέλια θα ξεράσω τ' άντερά μου. Και εκεί που πήγαινα να σταματήσω τα γέλια, το σκεφτόμουν ξανά και μ' έπιαναν τα γέλια. Και όταν το βαρέθηκα πια το αστείο, σκεφτόμουν το άλλο: Σαν τα σαλιγκάρια πήγαμε και 'μεις. Χαχαχα- κρας. Μόνο που εμάς η σύγκρουση δεν μας έκοψε το γέλιο. 

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

 Ποτέ μου δεν είχα παράπονο από τους γκόμενους που προέκυψαν στην ζωή μου, προφανώς και δεν είχα, εδώ πέρασα το μισό της ζωής μου πάνω από ένα τεστ εγκυμοσύνης, από εκείνα με τις γραμμούλες, τα μάπα, ξέρετε. Βεβαίως όλοι τους ήταν μαλάκες και σαβουρογάμηδες, του ενός του ξίνιζε το προφυλακτικό, ο άλλος έλεγε προσέχω προσέχω, ο τρίτος ήταν τόσο προικισμένος που το έσπαγε. Πες ρε άνθρωπέ μου πως είσαι γύφτουλας και το πράμα είναι χρησιμοποιημένο. Δεν θα σε φάμε. Και γω χρησιμοποιώ επί τρεις μήνες το ίδιο ξυραφάκι της μίας χρήσης. Τέλος πάντων. 
  Όταν γνωρίστηκα με το Στέλιο ήμουνα εικοσιπεντάρα. Νιάτο. Μεγάλος έρωτας, αλλά έρωτας της στιγμής, όπως μου είπε ο ίδιος αργότερα. Της στιγμής. Πώς είναι το ρύζι της στιγμής, το Uncle Ben's, που το βάζεις στο φούρνο μικροκυμάτων και είναι έτοιμο σε τρία λεπτά; Κάτι τέτοιο. Πόσο διαρκεί μία στιγμή; Έλα ντε. Ως αναφορά το Uncle Ben's, διαρκεί τρία λεπτά. Η δική μας 'στιγμή' κράτησε τρία χρόνια συμβίωσης. Τρία γαμωχρόνια ξοδεμένα να κοιμάσαι με το ροχαλητό του, να τρως με τα ρεψίματά του και να μαγειρεύεις ενώ τον ακούς να παίζει το Cocaine του Eric Clapton (τη μανία και αυτή, κάθε μέρα τα ίδια άκουγα για 3 χρόνια) είναι της στιγμής για τον Στελάρα μας. She don't mind, she don't mind, she don't mind cocaine. Αφιερωμένο σε εμένα με πολλή αγάπη. Όμως I did mind cocaine, δεν την ήθελα ρε παιδί μου, πώς το λένε. Και εκείνος ο φίλος του ο κοκάκιας, κάθε φορά που πατούσε σπίτι μας, τα μάτια ήθελα να του βγάλω. Ωξ' από 'δω, παραπέτασμα. Άκου της στιγμής. Έρωτας της στιγμής. Θα σας δώσω εγώ ορισμό για τη στιγμή: χρονικό διάστημα της οποίας η αρχή ορίζεται ως το ξεκίνημα μιας πράξης και το τέλος της είναι και το τέλος της πράξης. Ορίστε. Όλα τα καλύπτει. 
  Γνωριστήκαμε όπως θα γούσταρα να γνωριστώ με αυτόν που θα έπαιρνε τη θέση που είχε ο Στέλιος στη ζωή μου: στη στάση του λεωφορείου, μια ηλίθια μέρα που μισούσα πολύ, είχε κλείσει και το κινητό μου από μπαταρία και δεν είχα να ακούσω μουσική, έβρεχε κιόλας, έκανε κωλόκρυο. Τότε λοιπόν, με πλησίασε ένας τύπος με μπλε φούτερ και κουκούλα, γελαστός, και μου είπε, "Έχω βάλει στοίχημα πενήντα ευρώ με αυτούς εκεί τους μαλάκες" έδειξε μια παρέα κωλόπαιδα στην άκρη του δρόμου με μπύρες και τσιγάρα στα χέρια (α, δικοί μου είναι αυτοί, είχα σκεφτεί) "να φιλήσω την πρώτη γκόμενα που θα πατήσει στη στάση." Γέλασα. "Δεν είμαι η πρώτη γκόμενα που πάτησε στη στάση." αποκρίθηκα. Ανασήκωσε τους ώμους χαμογελώντας. "Δεν είσαι η πρώτη αλλά είσαι η πιο γκόμενα." και μετά, πριν προλάβω να μιλήσω, "Σκατά, γιατί το είπα αυτό; Σόρι, μιλάω πολύ όταν είμαι μαστουρωμένος." και μετά, ξανά, "Σκατά, γιατί είπα αυτό;
  Δεν με πείραξε που ήταν μαστουρωμένος, ούτε που τον έλεγαν Στέλιο (το Στέλιος είναι σκατά όνομα, εκτός αν είσαι παππούς και δώσεις το όνομά σου στο εγγόνι σου και τη λένε Στέλλα, τότε είναι ωραίο) , δεν με πείραξε καν που δεν άκουγε πολύ Ξύλινα Σπαθιά. Έρωτας της στιγμής, αλλά έρωτας. Καψούρα. Oh darling, please believe me, I'll never do you no harm..
  Πώς ήταν η ζωή με το Στέλιο: όμορφη ήταν, άσχημη ήταν, δύσκολη ήταν, εύκολη ήταν, αναποδιές είχε, στροφές είχε, ξύλο είχε, άγριο σεξ είχε, ροκ εν ρολ είχε, ρεμπέτικα δεν είχε, μπύρα είχε, κρασί δεν είχε. Μαλαματίνα είχε, ουίσκι όχι. Στις άσχημες ώρες είχε τσιγάρα, στις εύκολες μουσική. Πριν το σεξ Nirvana, μετά το σεξ Pink Floyd ή Placebo. Το πρωί Σιδηρόπουλος. Κυρίλα δεν έζησα ούτε μία στιγμή σε εκείνα τα τρία χρόνια, για αυτό είμαι περήφανη. Τα μεσημέρια είχε αραλίκι. Durba, ξυλίκι, αραλίκι έλεγαν οι φίλοι του- ξυλίκι στους φασίστες, συμπλήρωνα εγώ. Τα απογεύματα του χειμώνα είχε ταινία, χαρτιά, φιλαράκια. Τα απογεύματα του καλοκαιριού είχε τάβλι, καφέ και πάρκα. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού είχε σεξ- άρεσε και στους δυο μας η καλοκαιρινή ιδρωτίλα και η μυρωδιά που σου αφήνει. Κάθε μέρα μετά τις δύο ανάβαμε τσιγάρα και μιλούσαμε. Για τις μαύρες τρύπες, τα μαθηματικά και τα λαχανικά του σούπερ μάρκετ. Και καυγάδες, πολλούς καυγάδες, ξύλο. Τον περιτρυγύριζαν πουτάνες και με περιτρυγύριζαν σαβουρογάμηδες. Μια στο τόσο ένας από τους δυο μας κοιμόταν έξω. Εγώ στης Αλίκης, αυτός στα πάρκα, δεν γούσταρε να κοιμάται σε φίλους. Δεν γούσταρε να κοιμάται με ανθρώπους γενικά, εγώ ήμουν η εξαίρεση και για αυτό ήμουν ευτυχισμένη. Το χειμώνα έμενε έξω μέχρι τις πέντε, και στις πέντε γυρνούσε σπίτι, χωνόταν κάτω απ' τα σκεπάσματα, έβριζε το κρύο για κάμποση ώρα και μετά μου έλεγε, "Σ'αγαπάω, που να σε πάρει ο διάολος." 
  Ήταν όμως έρωτας της στιγμής. Έρωτας της στιγμής σημαίνει έρωτας που συνέβη και πέρασε. Έρωτας που δεν εξελίχθηκε. Καψούρα. Κεραυνός. Μπαμ, φως και σβήνεις. Δεν συνέβη τίποτα. Απλά, ήρθε, μάζεψε τα πράγματά του, και μου είπε, "Γαμιέμαι με άλλη. Φεύγω. Γεια." Εγώ έμεινα, τίποτα δεν είπα, τον κοιτούσα να φεύγει από την πόρτα και δεν έλεγα τίποτα. Πού πας ρε μαλάκα; Πού πας; Κάτσε εδώ, μαζί μου, φτιάχνω μακαρόνια για το μεσημέρι. Ποια είναι αυτή, πού πας; Πού πας, έλα εδώ, πού πας ρε Στελάρα.. Ξαναπέρασε από το σπίτι καμιά- δυο βδομάδες μετά. Με βρήκε όπου με είχε αφήσει. Άρχισε να μου μιλάει, ούτε τα μισά δεν άκουγα. "Κοίτα, ρε" ρε; ρε; "ήταν έρωτας της στιγμής, 'ντάξει; Μην κλαψουρίζεις." και μετά, λες και δεν είπε τίποτα πριν, λες και σβήστηκαν τα δέκα αυτά δευτερόλεπτα, "Θυμάσαι εκείνο το σκισμένο σλίπιν μπαγκ που είχαμε πάρει στη Γαύδο; Ο Άκης δεν έχει και θα του δανείσω αυτό, θα πάμε Αιγαίο. Πού το έβαλες;"
  Έφυγε λοιπόν ο Στελάρας. Έτσι, απλά. Πήρε και το σκισμένο σλίπιν μπαγκ. Πού πας ρε Στελάρα; Πού πας αγόρι μου; Τι στιγμιαίος έρωτας και μαλακίες; Εγώ τι θα κάνω τώρα; Πού με αφήνεις ρε μαλάκα Στέλιο; Γιατί διάολο δεν μου είπατε να 'ρθω κι εγώ στο γαμωαιγαίο, το στανιό μου, τρία χρόνια παρέα κάναμε με τους δικούς σου, χωρίσαμε δεν έγινε και τίποτα, δεν είμαστε παιδιά ρε Στέλιο γαμώ το στανιό μου. Και στην τελική, δεν με νοιάζει που γαμιόσουν με την άλλη ρε Στέλιο. Έλα εδώ ρε μαλάκα. Μ'αφήνεις μόνη μου, αφού το ξέρεις πως δεν την παλεύω μόνη μου ρε Στέλιο, όλα στα είπα. 
  Αλλά, ξέρεις κάτι; Πέρασε ο καιρός. Τώρα γαμιέμαι μ' έναν Παύλο. Και μάντεψε. Ο Παύλος ακούγει και Creedence και Σπαθιά. Μου τραγουδάει τη Λόλα, τη Λόλα που τα καίει όλα, αλλά πού να ξέρεις εσύ. Ένα Cocaine τραγουδούσες εσύ και ούτε που καταλάβαινες γιατί. Σ'αγαπάω. Καλά να περάσεις στο Αιγαίο σου. Δώσε φιλιά στους ωκεανούς από εμένα. Μετάφραση: άντε πνίξου.