Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

χρυσαλιφούρφουρο

  Άνοιξη. Το Ηρακλειάκι απόηχος του καλοκαιριού, ξεσέρνουνε τα χρώματα και γλείφουνε τις πολυκατοικίες εκστασιασμένα· οι παιδικές φωνές στις πλατείες βάζουνε τρικλοποδιές στα ρολόγια· μπερδεύουνε τις ημέρες με τις νύχτες. Ανθίζουνε στα τσιμεντένια πρόσωπα χαμόγελα· στις γειτονιές τ' απογεύματα οι συζητήσεις στα μπαλκόνια ηχούν σα μουσική· μουρμουρητά και τεντωμένες φωνές· ζάρια κυλούν και χορεύουνε στο ξύλο· μπάλες ποδοσφαίρου που ταξιδεύουνε από πέλμα σε πέλμα. Εισπνοές κι εκπνοές. Ρόδες και λιωμένες σόλες παπουτσιών τρίβονται στους πεζόδρομους· στα σύνορα μέρας και νύχτας γυμνή η ομορφιά, μόλις καταπιεί το σκοτάδι τον ήλιο να τρέξεις να τη βρεις. Τα χέρια κολλάνε· φταίει η ζάχαρη· στα αγχωμένα γραφεία οι γραβάντες χαλαρώνουν. Τα μάτια ξεκλέβουνε ματιές προς το παράθυρο.
  Κατακάθι από καφέ περιμένει καρτερικά στο τραπέζι· πλάι του σωριασμένες υποχρεώσεις.
  Η άγνοια δεν ειν' ευτυχία, μα μια ανάσα προλαβαίνω να πάρω.



  ..Γλυκιά ζωή· γλυκιά.
 Με μέθυσες πάλι, ξελογιάστρα. 

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

το πέρασμα

 Χέρια παιδικά χαϊδεύουνε το πόμολο, 
το μάτι στην κλειδαρότρυπα, τ' αυτί ένα με τον τοίχο
χαχανητά και παράπονα κρυμμένα κάτω απ' τα μανίκια. 

Το σώμα λες κι από μάρμαρο, 
ντουκ-ντουκ, ντουκ-ντουκ η καρδιά εκστασιασμένη.

Πίσω απ' την πόρτα περιμένουνε άψυχες πραγματικότητες
τοίχοι τέσσερις χωρίς παράθυρα

γυμνοί
σιωπές αράγιστες και σκόνη. 
Όπλα, μιζέρια, σύνεση, 
συμβιβασμός, ιστορία, σκουριά, 
τιμή, κέρδος, ορθογραφία και συντακτικό.

Απ' την κλειδαρότρυπα περνά μόνο φως.
Δίπλα της στέκουνε σφεντόνες και κούκλες,
γλειφιτζούρια,
γόνατα πληγωμένα, αθλητικά παπούτσια σκιστά στις μύτες, 
λεκέδες, ιδρώτας κι αγκάθια
τα δάχτυλα ζαχαρωμένα απ' το φραουλόζουμο.
Ποδοβολητά μπρος και πίσω, 
ένα νεύμα αγωνιώδες τ' αποσιωπά.
Σσσστ, θα μας ακούσουν!

Ο παράδεισος δεν παραμονεύει πίσω απ' την πόρτα.
Οι ενθουσιασμένοι αγνοούν.

Ζευγάρια μάτια μαγεμένα πλησιάζουνε την πόρτα
χαιδεύουνε το πόμολο
κολλάνε τ' αυτιά στην πόρτα λυσσασμένα. 

Σπρώχνονται και ποδοπατιούνται, 
κάτω απ' τα θυμωμένα βλέμματα περιμένουνε τα γέλια να φανούνε. 
Σσσστ!

Ο παράδεισος είναι η πόρτα. 
Οι ενθουσιασμένοι που μαθαίνουν, απογοητεύονται. 
Φεύγουν.
Ψάχνουνε άλλες πόρτες. 

Ο γέρο-Χρόνος κανέναν δεν περιμένει. 


Τους ευτυχισμένους δεν τους ένοιαξε η αλήθεια. 
Μείνανε και συνεχίσαν το παιχνίδι. 


Ψηλώσαν κάποτε τα μυαλά κι οι καρδιές ξωπίσω. 
Η πόρτα εκεί, αέναη, σαν αιωνόβιο δέντρο. 
Μα το παιχνίδι δεν αρμόζει στους μεγάλους. 
Φύγανε τότε σ' άλλους δρόμους, 
γνωστούς κι άγνωστους, 
άλλα περπατημένα κι άλλα απάτητα μονοπάτια. 
Οι ευτυχισμένοι βάλανε για σκάλα το μυστικό και σκαρφαλώσαν. 

Οι απογοητευμένοι είχανε πια ξεχάσει να κοιτάνε ψηλά. 
Λένε οι μύθοι πως τώρα φοράνε γραβάντες.
Ανοίγουνε όμως πότε-πότε τα παραθυρόφυλλα και κάνουν να θυμηθούν. 
Κλείσε, μπαίνει κρύο!

Ο γερο-Χρόνος κανέναν δεν περιμένει. 


https://www.youtube.com/watch?v=VU5GIpBbyiQ