Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Λόλα ΙΙ

 Ο πατέρας μου κάπνιζε Πρινς. Γκόλντεν τέιστ. Κάθε Κυριακή, ήταν σαν εβδομαδιαία τελετουργία, μ' έστελνε να του φέρω δέκα πακέτα. Η ανάσα του βρωμούσε πάντα, τ' αμάξι βρωμούσε πάντα, το σπίτι βρωμούσε πάντα, εμένα δεν μ' ενδιέφερε και πολύ, ο πατέρας μου, έτσι κι αλλιώς, το μόνο που έκανε ήταν, πάνω-κάτω, να περιμένει να πεθάνει. Όλα τ' άλλα ήταν μικροαπασχολήσεις για να περάσει η ώρα. Τέλος πάντων. Ήμασταν στο χωριό, για δουλειές· εκεί υπάρχει ένα μόνο ψιλικατζίδικο· η περιπτερού είναι μια καμπουριασμένη γριά που μοιάζει λες κι είχε πάνω από δέκα χρόνια να κάνει βήμα έξω απ' το ένα-επί-ένα δωματιάκι· αντιμετώπιζα, από μικρή, πάντα με θάρρος τα δύο χρυσά δόντια στην μασέλα της, την οποία φρόντιζε να μου επιδεικνύει, υπό τύπον χαμόγελου, κάθε φορά που την έβλεπα μπροστά μου. Μιλούσαμε, εγώ δεν ήξερα το όνομά της αλλά εκείνη σίγουρα θα 'χε κάπως ακούσει το δικό μου· συχνά οι περιπτεράδες φαίνεται να ξέρουν τα πάντα, έτσι κι αλλιώς. Με 'χε στείλει ο πατέρας μου για τα τσιγάρα. Την περιπτερού την έπιασε -όπως πάντα- η γνωστή πάρλα, δεν μ' άφηνε να φύγω με τίποτα, ντρεπόμουνα και να την διακόψω. Ίσως να την πήγαινα και λίγο, κατά βάθος, στην εικόνα που είχα πλάσει, τέλος πάντων, γι' αυτήν, στο μυαλό μου. Με κέρασε και κάτι μπισκότα. Και αυτός ο Μανώλης, μου λέει, όλο το χωριό έχει αναστατώσει. Το 'πε αυτό μ' ένα βλέμμα όλο υπονοούμενα. Γιατί, την ρωτάω. Αυτό στ' αλήθεια μ' ενδιέφερε. Έκανε πως διστάζει· ε, λέει, ε.. μόλις που τον προλάβανε, τις προάλλες.. Είχε πάει να κρεμαστεί.. Να κρεμαστεί; Ναι, να κρεμαστεί, ν' αυτοχτονήσει, πώς το λένε. Το είπε έτσι, αυτοχτονήσει, έτσι, πρόχειρα, ας πούμε. Ίσα που τον προλάβανε, συνέχισε αυτή. Η μάνα του τονέ βρήκε. Η φωνή της έσβησε, έκανε μια παύση σερβιρισμένη κατευθείαν απ' τις μεσημεριανές σαπουνόπερες, κι ύστερα άρχισε τα κουτσομπολιά, κάτι για μια Ειρήνη, τέλος πάντων, δεν άκουγα.

  Στο χωριό εμένα μ' άρεσε, είχα την ησυχία μου· δεν ήξερα και κανέναν· ή, τέλος πάντων, ελάχιστους. Πηγαινοερχόμασταν όλη την ώρα, απ' την πόλη στο χωριό, για δουλειές και τα λοιπά. Υπήρχε αυτός, αυτό το παιδί, ο Μανώλης, στα δεκαοχτώ είχε ανέβει φοιτητής στην Αθήνα κι έμπλεξε με την πρέζα· κι είχε, λέει, ξαναγυρίσει στο χωριό, εικοσιπεντάρης πλέον, μπας και ξεφύγει. Ή, τέλος πάντων, αυτή ήταν η ιστορία που έλεγε η περιπτερού. Εγώ με τον Μανώλη δεν τα 'χαμε πει ποτέ, ίσως μόνο τα τυπικά -έμενε στο απέναντι σπίτι άλλωστε- ένιωθα όμως μια σύνδεση. Αν σημαίνει κάτι αυτό. Και μετά, που, τέλος πάντων, μου 'χε πει αυτά η περιπτερού, για την αυτοκτονία, είχα, δεν ξέρω, ήθελα πάρα πολύ κάπως να τον πλησιάσω. Αυτό, βέβαια, δεν συνέβη· κι ο ίδιος ήξερα πως δεν μιλούσε και πολύ· τον είχα δει μόνο μ' έναν, ας πούμε, εργάτη, ήτανε ένας μετανάστης που 'χε έρθει στο χωριό κάπου δυο χρόνια, μόνο μ' εκείνον ίσως τα λέγανε πότε-πότε. Ήταν, λοιπόν, εκείνη η μέρα στο χωριό· καθόμουνα μόνη στην αυλή, χειμώνας, μ' άρεσε όμως, είχαμε και το σκυλί, τον Λίβα, τέλος πάντων.. Ήμουν ξαπλωμένη, δεν ξέρω τι ήταν αυτό που πρώτο μου τράβηξε την προσοχή, σύντομα όμως το πήρα πρέφα, κι ο Λίβας ούρλιαζε, ούρλιαζε..


  Οι εικόνες διακόπτονται, ήταν πολλή η ένταση της στιγμής, έτρεξα, κι ο Λίβας μαζί, η μπόχα ερχότανε απ' το σπίτι του Μανώλη, δεν ήξερα τι να κάνω, φώναζα, αν είναι μέσα κανείς, αν ακούει κανείς, και κοιτάζω, το σπίτι ξερνούσε καπνούς, καπνούς από παντού, μα στο παράθυρο φαίνεται μια σκιά, ένα χέρι, είναι ένα γαμημένο ανθρώπινο χέρι, στο μεταξύ να 'χει μαζευτεί κόσμος τριγύρω.. Φώναζα και τους έλεγα, υπάρχει ένας άνθρωπος μέσα, είναι μέσα ο Μανώλης, τι θα κάνουμε, και τα λοιπά. Κι έβηχα, όλοι βήχαμε, ήτανε να σε πνίξει αυτή η μυρωδιά. Κι αυτοί στέκανε και κοιτάζανε. Ήρθε κι ο πατέρας μου, στάθηκε κι αυτός μαζί με το πλήθος, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα, κι όλοι μαζί κηδεύανε κάτι, κάτι που δεν είχε ακόμη συμβεί. Τέλος πάντων, δεν θέλω και να μακρυγορώ, δεν το σκέφτηκα πολύ, απλά βούτηξα, βούτηξα μέσα από 'κεινο το παράθυρο, όλα αυτά σε διάστημα δευτερολέπτων, τον έπιασα απ' το χέρι τον Μανώλη, η φωτιά ν' αγκαλιάζει το δωμάτιο, αποφάσισα να φύγω ακριβώς όπως ήρθα. Έσπασα το τζάμι, το παιδί αναίσθητο, τον σήκωσα όπως-όπως, βοήθεια δεν ήρθε. Γονάτισα στο γρασίδι κι άφησα το σώμα του να κυλήσει στο χώμα. 


  Υπήρχε κι άλλο ένα παιδί, μ' αυτόν τα ψιλολέγαμε κιόλας, ήταν ο Μοχά· ένας απ' τους πολλούς που φτάσανε στο νησί μ' ένα σαπιοκάραβο απ' το Λιβυκό· είχε αφήσει πίσω οικογένεια, πάνω στο πλοίο έχασε τον αδερφό του. Στο χωριό, δούλευε στα χωράφια· ο Αλβανός, έτσι τον λένε, κι ας μην είναι. Έναν καιρό τον είχανε να κοιμάται με τα ζώα.  


   Ο Μανώλης δεν άνοιγε τα μάτια του, κι εγώ μιλούσα, έλεγα, πού πας ρε μαλάκα, πού πας, και τον κουνούσα, και ο πόνος από πάνω μου δεν έφευγε, ο σωματικός, σωματικός πόνος, κοίταξα τα χέρια μου, τα πόδια μου, ήταν τα εγκαύματα παντού, παντού πάνω μου. Τους κοίταξα, κοίταξα το πλήθος, είχαν τώρα κάνει κύκλο, γιατρός δεν υπήρχε, και φώναξα, τότε φώναξα, είπα, τι κοιτάτε, γαμώ τον χριστό μου, τι κοιτάτε, καριόληδες. Δεύτε λάβετε φως, ρε μαλάκες. Και γέλασα με την ψυχή μου. Δεύτε λάβετε φως, που να με πάρει! 


  Ο γιατρός ήρθε, γονάτισε πάνω απ' το σώμα του Μανώλη κι εγώ βρήκα την ευκαιρία μου να εξαφανιστώ· ο Μοχά με βρήκε πριν τα καταφέρω. Χρόνος δεν υπήρχε για εξηγήσεις. Μου 'δωσε κάτι πάγους, κάτι επιδέσμους, μα ο πόνος, διάολε, ο πόνος, τα δάκρυα τρέχανε χωρίς να τα ελέγχω, σωματικός πόνος, κι έβηχα, έβηχα βαριά. Με τον Μοχά τρέχαμε, ίσως εκείνος έτρεχε επειδή έτρεχα εγώ, δεν είχε σημασία, διασχίσαμε όλο το μονοπάτι, χειμώνας, ούρλιαζα ή γελούσα, δεν είχε σημασία. 


  Φτάσαμε σύντομα στο μέρος, ήτανε ένα ξέφωτο που μ'άρεσε και πήγαινα συχνά, του είπα πως θα πρέπει να βιαστούμε· γδύθηκα και του ζήτησα να με γαμήσει. Δεν αρνήθηκε. Δάκρυα ατελείωτα. Τελείωσε μέσα μου. Τραβήχτηκε και ξάπλωσε δίπλα μου· του είπα τότε πως θα πρέπει να με θάψει, θα 'ναι καλύτερα εδώ, δίπλα σ' ένα κυπαρίσσι, υπήρχε βλέπεις κι εκείνο το νανούρισμα, μεγάλο σαν ψηλό βουνό, ψηλό σαν κυπαρίσσι, ν' απλώνονται οι κλώνοι του σ' ανατολή και δύση, ήθελα έτσι να κοιμηθώ. Είχα μια ονείρωξη, δεν ήταν δα και πρόβλημα, ήταν άλλωστε η τελευταία μου, να φυτρώσει απ' τ' απομεινάρια μου άλλο ένα δέντρο ψηλό. Είχα ξαφνικά, δεν ξέρω, δεν ξέρω τι μ' έπιασε, άρχισα να μιλάω πολύ, είπα πρώτα για τον Λίβα, είπα, να μην μείνει με τον πατέρα μου, Μοχά, να πας το βράδυ κρυφά ν' ανοίξεις την αυλόπορτα και να τον αφήσεις να φύγει, να μην μείνει μ' αυτόν· δεν ξέρω αν πράγματι το 'κανε. Του 'πα ύστερα και κάτι ιστορίες, δεν είχα και πολλές, μικρή ήμουνα, πολύ μικρή, του είπα, Μοχά, ήσουν ο πρώτος μου, και γέλασα απίστευτα, γέλασα πολύ, και μετά, είχα, τέλος πάντων, είχα πάλι όρεξη, ήθελα πάλι να ζήσω, ήθελα πολύ! Σηκώθηκα όρθια, τα πόδια μου όμως πια δεν με κρατούσανε, ξάπλωσα ξανά. Σύρθηκα ως το δέντρο, εκείνο το κυπαρίσσι που έλεγα, τέλος πάντων.. Αφηγήθηκα όλη την ιστορία της ζωής μου. Είπα, Μοχά, είσαι τώρα ο καλύτερός μου φίλος! Και γέλασα διπλά. 


  Ήτανε, όπως είπα, χειμώνας. Το χώμα στο ξέφωτο ακόμα λασπωμένο απ' τη χθεσινή βροχή, οι ώρες περνούσαν κι εγώ ξαπλωμένη περίμενα το αναπόφευκτο. Σκεφτόμουνα, λοιπόν, αυτό: όταν πλακώνει ο θάνατος, αρχίζει η καταγραφή της ζωής. Κι έτσι κυκλοφορούν τα βιβλία. Αυτό, το είχα διαβάσει, είναι απ' τα γραπτά του Άσιμου. Κλισέ; Γελούσα, γελούσα με όλα, γελούσα και μ'αυτό, ίσως πια όχι φωναχτά, όμως, ναι.. Έλεγα, να λοιπόν, πώς και 'γω, είμαι και 'γω έτσι, τόσο ασήμαντη -και τότε το παρατήρησα· στην αρχή δεν μου 'κανε εντύπωση, όμως, μετά, τέλος πάντων.. Οι πατημασιές, λοιπόν, οι πατημασιές στο χώμα! Ήτανε μόνο από ένα ζευγάρι. Ένα ζευγάρι πόδια. Δεύτερο δεν υπήρχε. ΄

  Είχα έρθει μόνη. 
  Οι πιο πολλοί που καταγράφουν την ζωή στον θάνατό της, δεν το ξέρουν, και το νομίζουν αυτό ζωή. Έτσι έλεγε στο βιβλίο. 


 Κανέναν δεν ξανάδα· κανείς δεν ξέρω τι απέγινε. Αν έζησε ο Μανώλης ή όχι. Αν είναι τώρα ελεύθερος ο Λίβας, αν κάπνισε ο πατέρας μου στην κηδεία μου, αν, τελικά, ήτανε η φωτιά αυτοχειρία. Μόνο ο Μοχά, κάποτε, κάποια στιγμή, ήρθε κι άφησε στις ρίζες μου, μωβ κι άσπρα λουλούδια. 





https://www.youtube.com/watch?v=awYm_pDO4WI