Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Καθρέπτες

  Στριμωχτήκαμε στις τελευταίες πέντε θέσεις ενός λεωφορείου η Ζωή, η Ανατολή, η Δάφνη, ο Μαγιόλ και εγώ. Πέντε θέσεις κι ήμασταν πέντε άτομα και στριμωχτήκαμε, θα μου πείτε, πώς έτσι, αφού μας έρχονται ακριβώς. Ε, όχι, καθίσαμε βασικά πέντε άτομα στις τέσσερις θέσεις, γιατί την πρώτη θέση από αριστερά την είχε πιάσει κάποιος άλλος, κάποιος πολύ χοντρός και μεγάλος του οποίου το πρόσωπο όμως δεν μπορούσα να δω· με κάποιον τρόπο η Ζωή κατάφερνε να τον καλύπτει εντελώς. Καθόμασταν, λοιπόν, σε σειρά, από αριστερά προς δεξιά, ο άγνωστος χοντρός τύπος, μετά η Ζωή, δίπλα της εγώ, ύστερα ο Μαγιόλ, δεξιά του η Ανατολή, και κολλητά στο δεξί παράθυρο η Δάφνη. Εγώ δεν ήμουν εγώ, εγώ δεν ήμουν κανένας, δεν υπήρχα, δηλαδή, ήμουν σαν φάντασμα μέσα στο λεωφορείο, ήμουν παρούσα αλλά δεν είχα προσωπικότητα, ήμουν άυλη, δεν μπορώ ακριβώς να το εξηγήσω. Κατακαλόκαιρο ήταν, βράδυ μάλιστα, κατά τις 12. Η Δάφνη κοίταζε έξω απ' το παράθυρο, η Ανατολή είχε καρφωθεί στην εκπληκτική συμμετρία μεταξύ των θέσεων του λεωφορείου, η Ζωή έγραφε με κόκκινο ανεξίτηλο μαρκαδόρο στο μπροστινό κάθισμα, "Είμαστε φυλή άγριων ινδιάνων, μόνοι μείναμε στη χώρα των ρουφιάνων" -δηλαδή μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε γράψει μόνο το 'είμαστε φυ' αλλά ήξερα τι ήθελε να γράψει- και ο Μαγιόλ ήταν χαμένος, αφηρημένος. Πότε- πότε γυρνούσε να με κοιτάξει και εγώ του έλεγα, πάρε με μαζί σου, και απλώς μου έγνεφε κι ύστερα τραβούσε το βλέμμα του μακριά. Πολύ πιο μακριά απ' τα σύνορα ενός αστικού λεωφορείου. Δεν ξέρω αν βρεθήκαμε εκεί τυχαία, ή αν ήμασταν μια παρέα που πήραν όλοι μαζί το λεωφορείο, δεν είμαι σίγουρη καν πως όλο αυτό οδηγούσε κάπου, δηλαδή, δεν ξέρω αν το λεωφορείο είχε προορισμό. Έχω την αίσθηση πως ανεβήκαμε στο λεωφορείο μόνο και μόνο για να στριμωχτούμε. 
  Σιωπή. Γνώριζα τις σκέψεις και των πέντε μας παράλληλα. Ίσως και να μιλούσαν βέβαια, και να μην θυμάμαι καλά. Το μόνο που θυμάμαι ν' ακούγεται μέσα στο λεωφορείο είναι η μηχανή, οι ρόδες που κυλούσαν, που τρίβονταν με το έδαφος, οι ρόδες που έκαναν αυτό που έπρεπε να κάνουν, που κυλούσαν. Παλιά, όποτε έβλεπα μια σταματημένη ρόδα, ξέρετε από αυτές τις ξαπλωμένες στο έδαφος, την ισοδυναμούσα με ένα νεκρό άτομο. Τώρα αυτό δεν είμαι σίγουρη αν το σκέφτηκα εγώ ή η Ζωή ή η Ανατολή. Πάντως, είναι μια σκέψη που υπήρξε και μέσα στο άυλο μυαλό μου, στο ανύπαρκτο. Περίμενα να δω αν θα φτάσει κάπου το λεωφορείο, μέσα στη σιωπή. Χίλιες ώρες ίσως και να περίμενα, μια στάση δεν κάναμε όμως. Είτε είχαμε πολύ συγκεκριμένο προορισμό, είτε δεν είχαμε κανέναν. Κι εκεί, εκείνη τη σκέψη μου τη διέκοψε η Δάφνη, γιατί μόλις έκανα εκείνη τη σκέψη, η Δάφνη ανασηκώθηκε λίγο, κάπως σαν να ήθελε να αλλάξει τη στάση της, σα να ένιωθε άβολα, κάτι τέτοιο, πάντως ανέβασε τα πόδια της στο κάθισμα και τα αγκάλιασε. Σαν να αγκάλιαζε τον εαυτό της ένα πράγμα, έτσι το είδα εγώ. Σαν μια χελώνα που κρύβεται στο καβούκι της στον κίνδυνο. Μόνο που η Δάφνη δεν είχε καβούκι. Τέλος πάντων, κάπως έτσι, ανασκουμπωθήκαμε όλοι, στριμωχτήκαμε λίγο παραπάνω γιατί τώρα η Δάφνη έπιανε περισσότερο χώρο. Λες και μεγάλωσε ξαφνικά αυτό το παιδί, θα έλεγε κανείς, και πιάνει πιο πολύ χώρο, αλλά αν τη βλέπατε, πράγματι, αν τη βλέπατε πώς είχε κουλουριαστεί, θα καταλαβαίνατε για τι πράγμα μιλάω, για τι μεγάλη παρεξήγηση. 
  Η Ζωή άρχισε να μουρμουρίζει ένα τραγούδι. Δεν μπορούσα να ξεκαθαρίσω ποιο ήταν, τραγουδούσε πολύ σιγανά, πάρα πολύ, αλλά ήταν εκεί, το τραγούδι, το άκουγα. Η Ανατολή τότε, γυρίσε να την κοιτάξει, με ένα χαμόγελο πολύ ενθαρρυντικό, κι έτσι η Ζωή πήρε λίγο τα πάνω της, αναθάρρησε και το 'ριξε στο τραγούδι, τραγουδούσε τώρα δυνατά, αρκετά. Τραγουδούσε ένα του Παυλίδη, ένα πολύ ωραίο, αγαπημένο μου, που μ' άρεσε τόσο που ήθελα να της πω, ευχαριστώ, σ' ευχαριστώ που τραγουδάς, ευχαριστώ. Μα η Ανατολή δεν ήξερε Παυλίδη, δεν ήταν της εποχής της, δεν τον άκουγε. Κάτι άλλο πες, είπε, κάτι άλλο, να χορέψω. Άστραψε η Ζωή ένα χαμόγελο από 'δω μέχρι το αύριο, ένα όμορφο χαμόγελο, γλυκό, με μια κρυμμένη παιδικότητα, και άλλαξε από Παυλίδη σε Beatles. Το For No One συγκεκριμένα. And in her eyes you see nothing, no sign of love behind her tears- όχι, όχι αυτό ρε Ζωή, ένα άλλο, να χορέψω λέμε, να χορέψω, παράπονο η Ανατολή. Και τσουπ, σαν να έβγαζες τον ένα δίσκο απ' το πικάπ και να 'βαζες τον άλλο, άρχιζε η Ζωή, yeah they got a new dance and it goes like this, yeah the name of the dance is the peppermint twist! : το Peppermint Twist. Σηκώθηκε η Ανατολή και άρχισε να χορεύει twist, να κλείνει τα μάτια και να κουνιέται στους ρυθμούς εκείνους που της άρμοζαν, μέσα στην καλοκαιρινή νύχτα, στα σκοτάδια, στο περίεργο λεωφορείο εκείνο, η Ανατολή γλεντούσε με το twist όπως θα 'πρεπε. Η Δάφνη το 'ριξε στο χασκογελάκι, αφέθηκε, κατέβασε τα πόδια απ' το κάθισμα και ήταν ξανά ήρεμη, το λεωφορείο γέμισε χρώματα, κέφι, μεταμορφώθηκε σ' ένα απ' τα βανάκια των χίπις που γύριζαν τον κόσμο το '60. Μέχρι και ο Μαγιόλ βαρούσε παλαμάκια, δεν ήταν εκεί που θα 'θελε να 'ταν αλλά και 'δω καλά ήταν, για την ώρα. Άλλωστε στο δρόμο ήμασταν και για εκεί που θα 'θελε να πάει, για εκεί που άνηκε, στο δρόμο ήμασταν. Να, έτσι μου ήρθε η φλασιά μέσα στο όνειρο: βέβαια και είχε προορισμό το λεωφορείο. Στη θάλασσα πηγαίναμε, ή μάλλον, μας πήγαινε, η θέληση του Μαγιόλ οδηγούσε το λεωφορείο. Απ' όλους εμάς τους πέντε που είχαμε στριμωχτεί σ' εκείνες τις θέσεις, μόνο ο Μαγιόλ ήξερε που ήθελε πράγματι να πάει, ίσως και η Ζωή να επιθυμούσε μια μουσική σκηνή, μια καριέρα στο τραγούδι, αλλά η θέληση του Μαγιόλ υπερίσχυε όλων. Και την Ανατολή δεν την ένοιαζε αρκεί να χόρευε. Dance while you can, μάγκες, dance while you can. Και στη Δάφνη άρεσε η ιδέα, πολύ, η ιδέα της θάλασσας ήταν η καλύτερη, και η ιδέα της βόλτας με το λεωφορείο μέσα στη νύχτα εξίσου καλή. Βολευόταν η Δάφνη, με ό,τι να 'ναι βολευόταν. Και εκεί πάνω στο κέφι λοιπόν, πάνω στα γέλια και στα παλαμάκια, στα τραγούδια και το τουίστ, σηκώθηκε η Ζωή όρθια, να χορέψει κι εκείνη, όσο μπορούσε. Γαμώ το σου, Ζωή, που να μην έσωνες. Ξέχασες, ρε ηλίθια, ξέχασες το ρόλο σου, ξεχάστηκες ρε Ζωή. Σηκώθηκες να χορέψεις και φάνηκε ο χοντρός που κρυβόταν πίσω σου, ο χοντρός που δεν έπρεπε να δω, ο χοντρός φάνηκε ρε Ζωή, τον έκρυβες, θυμάσαι; Σηκώθηκες και φάνηκε, παρ'τα, ηλίθια. 
  Μόλις σηκώθηκε όρθια η Ζωή, εγώ έστρεψα το βλέμμα μου προς εκείνον το μυστηριώδη τύπο που εξ' αιτίας του στριμωχνόμασταν τόσο πολύ σ' εκείνες τις θέσεις. Έστρεψα το βλέμμα μου πάνω του και εκείνος ανταπέδωσε, με κοίταξε, και δεν ήταν τύπος, ήταν τύπισσα, και μάλιστα, ποια τύπισσα! Η Μόνα Λίζα η ίδια με κοιτούσε. Στη Μόνα Λίζα άνηκε αυτό το ογκώδες σώμα, αυτό το τερατώδες και άσχημο πράγμα άνηκε στη Μόνα Λίζα. Το 'ξερα εγώ πως κρυβόντουσαν πολλά πράγματα από το τέλος του πίνακα και κάτω. Τι χοντροκώλος είναι ετούτος; Πώς είσαι έτσι μωρή; Το μόνο που άξιζε δηλαδή ήταν το χαμόγελό σου; 
  Και αχ, και να το βλέπαμε κιόλας το χαμόγελο! Γιατί η Μόνα Λίζα φορούσε μια μάσκα, από αυτές που φοράνε που καθαρίζουν τον αέρα από τοξικές ουσίες και εισπνέουν μόνο οξυγόνο, δεν θυμάμαι πώς τη λένε, τέλος πάντων, και από όλο της το πρόσωπο, έβλεπα μόνο τα μάτια. Αλλά έτσι όπως ήταν, έτσι όπως με κοιτούσαν αυτά τα μάτια, δε νομίζω να έκρυβαν χαμόγελο κάτω απ' τη μάσκα. Όχι, όχι δεν έκρυβαν. Όχι. 
  Χάθηκαν τα χρώματα μόλις συναντήθηκαν τα βλέμματά μας, και το χρωματιστό βανάκι άλλαξε πάλι και πήρε τη μορφή ενός πολύ πιο άχαρου, πολύ πιο βρώμικου και πολύ πιο σκοτεινού λεωοφορίου από 'κεινο που βρισκόμασταν πριν.
  Πανικός. Οι πέντε μας σηκωθήκαμε όρθιοι με μιας. Η Δάφνη ούρλιαξε, ύστερα κουλουριάστηκε πάλι σαν τη χελώνα στη γωνία, κρύφτηκε· η Ανατολή γύρισε την πλάτη της στο τέρας και κοίταξε έξω απ' το παράθυρο, άρχισε νομίζω και να σιγοτραγουδά στον εαυτό της, δεν είμαι σίγουρη· ο Μαγιόλ έτρεξε, μέσα στο λεωφορείο, προς το πιο κοντινό παράθυρο, θα 'θελα να τρέξω μαζί του, να φύγουμε, ήταν έτοιμος να πηδήξει πάνω στα τζάμια, να τα σπάσει και να πέσει στο δρόμο, νομίζω πίστευε πως έξω απ' τα τζάμια ήταν η θάλασσα... ΜΗ! η Ζωή του φώναξε μ' όση δύναμη είχε. Μη. Δεν είναι εκεί η θάλασσα. Μη. Και μας μάζεψε όλους δίπλα της, πήγα κι εγώ, δεν είχα πόδια να πάω αλλά πήγα. Μας μάζεψε όλους δίπλα της και μας είπε κάτι που δεν θυμάμαι, αλλά, πάνω κάτω, τέλος πάντων, είπε, ισχύς εν τη ενώσει, βρε μαλάκες. Ελάτε να ενωθούμε όλοι μαζί να πολεμήσουμε το τέρας, βρε στόκοι. Θα το φάμε το μαλακισμένο. Ελάτε να ενωθούμε. Κι εγώ συμφώνησα γιατί έμελλε να συμφωνήσω. Γύρισα την πλάτη μου στους τέσσερίς τους και προχώρησα προς το τέρας χωρίς σχέδιο επίθεσης, άοπλη, ανέτοιμη, χωρίς θάρρος, χωρίς αποφασιστικότητα, τρεκλίζοντας δηλαδή, τρέμοντας λίγο, κάπως έτσι περπάτησα προς τη Μόνα Λίζα με τη μάσκα και τον χοντρό κώλο. Και το γλαφυρό βλέμμα, μην ξεχνάμε το γλαφυρό βλέμμα. Περπάτησα με τα άυλα πόδια μου, με την άυλη καρδιά μου και χωρίς ψυχή, ξανά πίσω προς τη γαλαρία, νομίζοντας πως πίσω μ' ακολουθούν και με στηρίζουν όλοι τους, πως είμαστε ενωμένοι και περπατάμε ενάντια σ' αυτό που τόσο μας τρόμαξε, χωρίς λογική. Γιατί πού ξέρεις τι πράγματι κρύβεται κάτω απ' αυτή την περίεργη μάσκα. 
  Σβήνουν τα φώτα του λεωφορείου. Απόλυτο σκοτάδι. Δεν βλέπω τίποτα, ακούω όμως ακόμα τις ρόδες που κυλάνε, τη μηχανή που λειτουργεί ακόμη. "Θα ρθει καιρός που θα σπάσω την πόρτα, και η καρδιά μου στο φως θα χιμήξει." Ποια ήταν αυτή; Η Ζωή; Ζωή, εσύ ήσουν; Δεν έμοιαζε η φωνή σου. Ζωή; "Θα φύγω μακριά, θα πετάξω ψηλά, θα πετάω σ' ασύλληπτα ύψη." Αυτή είναι, αυτή μουρμουρίζει, μα γιατί ακούγεται έτσι η φωνή της; Γιατί βάρυνε η φωνή σου Ζωή; Και γυρίζω να κοιτάξω ποιος είν' αυτός που τραγουδά, ποιος είν' αυτός που μέσα στο χάος μουρμουρίζει στιχάκια- και τι στιχάκια!- ποια ειν' αυτή η φωνή μέσα στο σκοτάδι. "Και τότε πια, δεν μπορεί.." και σ' αυτό το δεν μπορεί, κάτι αστράφτει στο βάθος του λεωφορείου. 'Ποιος είναι εκεί;' ρωτάω εγώ. "Αυτή η φτηνή, αυτή η χλωμή, η τιποτένια μου θλίψη.." συνεχίζει η φωνή ακάθεκτη. Περπατάω με γρήγορο βήμα. "Θα μείνει ορφανή, θα γυρνάει σαν τρελή, θα ζητάει να με βρει και δεν θα με βρίσκει." Επιταχύνω κι άλλο το βηματισμό μου· μου φαίνεται το τέλος του λεωφορείου είναι πιο μακριά απ' ότι ήταν πριν. Κάτι αστράφτει εκεί ξανά, ύστερα χάνεται. Αστράφτει πάλι, χάνεται έπειτα. Δεν αναβοσβήνει ακριβώς, απλά κρύβεται κι επανεμφανίζεται, κάπως έτσι. Δεν είναι φως, είναι κάτι άλλο.. 
  Φτάνω στο τέλος του λεωφορείου χωρίς να το συνειδητοποιήσω, μα συνάμα έχει περάσει τόση ώρα που τρέχω, τρέχω, τρέχω και δε φτάνω. Ή, έστω, δεν έφτανα. Με περιμένει μια εικόνα που δεν περίμενα να δω. Στη γαλαρία λοιπόν, δίπλα στην χοντρή κι άσχημη Μόνα Λίζα που βρομούσε απελπισία και θάνατο, είναι καθισμένοι όλοι τους. Όλοι. Η Ανατολή, η Ζωή, η Δάφνη. Μονάχα ο Μαγιόλ λείπει. Κοιτάζω γύρω μα δεν τον βλέπω, έχει χαθεί. "Ζακ;" καμία απάντηση. "Ζωή, πού είναι ο Μαγιόλ;" ούτε που γυρνά να με κοιτάξει. Είναι καθισμένη μπροστά στην χοντρή και της μιλάει. Τι της λέει; Κι εκείνη τη στιγμή αστράφτει ξανά το περίεργο αντικείμενο· εμφανίζεται καθώς σηκώνει η Ζωή το χέρι της μέσα στο σκοτάδι: ένα χρυσό πιρούνι. Ολόχρυσο. "Κι ούτε πρόκειται ελπίζω ποτέ να μου λείψει" ψιθυρίζει ξανά η Ζωή, με τη χοντρή της φωνή, ταΐζοντας μια ακόμη μπουκιά στην βρωμιάρα Μόνα Λίζα που έχει βγάλει τη μάσκα απ' τη μύτη και κάτω για να μπορεί να καταβροχθίζει το φαγητό απ' το χρυσό πιρούνι. Και κάτι μου θυμίζει εμένα αυτό το στόμα, κάτι μου θυμίζει αυτή η καλλίγραμμη μύτη, το πιγούνι αυτό κάτι μου θυμίζει. 
 "Και δεν πρόκειται ελπίζω ποτέ να μου λείψει.." 

Όπως ξυπνούν οι εραστές

Εκστασιάζομαι και μόνο στη σκέψη πως υπάρχεις.

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Δεν έχω ιδέα.

   Είμαι ένα αστείο, ένα τραγικό αστείο. Ένα αστείο που δεν θα 'θελε να 'ναι αστείο. Κάτι γελοίο, ναι, κάτι γελοίο. Μια υπερπροσπάθεια για κάτι που δεν φτάνω, κι η υπερπροσπάθειά μου αυτή μοιάζει ξεκαρδιστική σ' όλους εκείνους που μπορούν κι απλώς απλώνουν το χέρι κι απλώς το πιάνουν, αυτό π' αναζητώ. Σαν ένα μωρό που μόλις φτάνει το μισό μέτρο στο ύψος, και παρ' αυτά πηδά όσο πιο ψηλά μπορεί με στόχο τα μπισκότα στο τελευταίο ράφι της κουζίνας. Θα τον βρω, μαλάκες, τον τρόπο. Κι όταν τον βρω θα σας κοπεί το γέλιο, όλων εσάς που χαχανίζετε με το βάσανό μου.
   Όλο καπνίζουμε τσιγάρα και πίνουμε ποτά και κουβεντιάζουμε άλλοτε για ψείρες κι άλλοτε για γίγαντες, όλο καθόμαστε χάμω κι όλο περπατάμε στο δρόμο, όλο ερωτευόμαστε ο ένας τον άλλο κι αγαπάμε ο ένας τον άλλο και πληγωνόμαστε ο ένας απ' τον άλλο και δεν λέω, δεν λέω πλάκα έχει, μα μερικές φορές όταν μένω πια μόνη και μακριά απ' όλα αυτά που όλο διαπράττουμε σκέφτομαι, τι νόημα είχε αυτό; Ε; Ποιο το όφελος; Σε τι αποσκοπούσε; Τι απέμεινε απ' αυτό; Γιατί συνέβη; Κι άντε ν' απαντήσω στο πρώτο γιατί. Κι αν ξαναρωτήσω την ίδια ερώτηση στην απάντησή μου πια, άντε πες πως τ' απαντάω κι αυτό. Κι αν επαναλάβω την ερώτηση στην δεύτερη απάντηση που έδωσα, κι ύστερα στην τρίτη, και στην τέταρτη, κι αν γενικά αρχίσω να ρωτάω το ένα γιατί μετά το άλλο, θα βρω αυτό που βρίσκω πάντα μπροστά μου: το παράδοξο. Το γαμημένο παράδοξο που απλώς δεν βγάζει νόημα, δεν έχει απάντηση. Δεν έχει λογική βάση. Και όλο το ξεχνάω το παράδοξο μα όλο με σκουντάει για να κάνει αισθητή την παρουσία του. Όλο μου τραβάει το μανίκι του παντελονιού. "Εδώ είμαι. Δες με. Εδώ είμαι. Πρέπει να μου βρεις μιαν απάντηση". Κι όταν του λέω συγγνώμη μα, δεν έχω, συγγνώμη, με κοιτάζει μ' ένα χαμόγελο άσχημο, γλαφυρό, φονικό.. Μ' εκείνο το χαμόγελο που κοιτάζει ο θύτης το θύμα. Ο λύκος το πρόβατο. Τότε πια ξέρω πως πιάστηκα στην παγίδα μου, έπεσα πάλι στην τρύπα που η ίδια έσκαψα, σαν σωστή ηλίθια.
  Τα 'θελες και τα 'παθες. Σου είπα, μην τα σκαλίζεις, τα σκάλισες. Σου είπα να μην ψάξεις, έψαξες. Σου είπα να μην φας απ' τους καρπούς του δένδρου. Έφαγες.
  Ύστερα, βέβαια, κάποιες φορές, εμφανίζονται μια- δυο υπάρξεις κι όλα αυτά παύουν να έχουν σημασία. Υπάρχουν αλλά δεν παίζουν ρόλο· ό,τι και να 'ναι αυτό, ας το απολαύσουμε έστω, με κάνουν να σκέφτομαι. Βέβαια μόλις χάνονται απ' το οπτικό μου πεδίο όλα γυρνάνε στην αρχική τους, μίζερη θέση.. Εκεί που δεν θα 'πρεπε να είναι. Ή έστω- εκεί που δεν θα 'θελα να είναι. Μιας και ίσως εκεί ν' ανήκουν τελικά.
 

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

 Πρέπει να μάθω να ζω με τον εαυτό μου, να καθορίζω τον εαυτό μου με βάση τον εαυτό μου και όχι σε σχέση με τις άλλες υπάρξεις γύρω μου. Ίσως και να το 'χω μάθει πια. Γιατί όμως ξεχνάω τα πάντα μόλις εμφανίζεσαι εσύ; 
 Μια ζωή στο δρόμο να τρέχω πίσω απ' τη σκιά μου. Να της λέω στάσου, στάσου πού πας, περίμενέ με.. κι αυτή εκεί, να τρέχει χωρίς να κοιτάζει πίσω. Και να πεις πως γίνεται να χωριστούμε, δεν γίνεται. Είναι η σκιά μου. Ή τη σέρνω ή με σέρνει. Με σέρνει όμως, αυτό ειν' το κακό. Μπαίνει μπροστά και μου μπλοκάρει το δρόμο και το φως, να μην βλέπω ούτε πού πάω ούτε τι κάνω. Όλα εκείνη τα καθοδηγεί, εγώ δεν ξέρω τίποτα. Βαδίζω όπου βαδίζει, στα ίδια ακριβώς βήματα. Φύγε μωρή. Φύγε γαμώ το σπίτι σου. Φύγε, θέλω να κοιτάξω τους ανθρώπους στα μάτια. Φύγε, θέλω να μπορούν να με κοιτάξουν κι αυτοί. Θέλω να ξέρω ότι μπορούν να με κοιτάξουν. Θέλω να σπάσει το πλέγμα και να ενωθώ με τους ανθρώπους, να τους νιώσω γύρω μου και δίπλα μου και μέσα μου. Να με ρουφήξουν· σφουγγάρια αυτοί, θαλασσινό νερό εγώ.. Ας με ρουφήξουν. Για να υποταχθεί όμως η σκιά μου και να πάρω εγώ στα χέρια μου τα χαλινάρια πρέπει πρώτα να της τα φορέσω! Πρέπει να την καβαλήσω και να οδεύουμε παρέα, να μην είναι ούτε πίσω μου ούτε μπροστά μου. Ή μήπως τελικά να τα στείλω όλα στο διάολο και να κόψω τον ομφάλιο λώρο που μας ενώνει; Μα μου είναι αδύνατον· την αγαπώ σαν παιδί μου. Και τη μισώ σαν τον καρκίνο που κατακάθεται στους πνεύμονες και σου κατασπαράζει τα ξωτικά. Και την αγαπώ. Και τη μισώ. Και την αγαπάω.. 

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Ηρώ-

  Κάποιοι άνθρωποι έχουν το κομπολόι, άλλοι έχουν τις τσίχλες, κάποιοι άλλοι ένα στυλό μπλεγμένο συνέχεια στα χέρια τους. Ε, εγώ είχα εσένα. Να με απασχολείς, να με σώζεις απ' τα άγχη μου, απ' τη νευρικότητα, απ' την οργή· γενικά από κάθε συναίσθημα. Είχα εσένα όπως έχει ο χριστιανός τον θεό του, που τρέχει σ' αυτόν μόλις του τύχει μια στραβή, μια κατάσταση απ' την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Τώρα θα μου πεις, γιατί να μην είμαι κι εγώ χριστιανός, να τρέχω κι εγώ στις εκκλησίες να προσεύχομαι και να σώζομαι απ' όλα. Απλή απάντηση: γιατί εμένα το μυαλό μου ζητά παραπάνω.. εγώ δεν ήθελα να σωθώ από μια κατάσταση, από μια άσχημη τροπή των πραγμάτων. Ήθελα να σωθώ από τα πράγματα γενικά. Από την πραγματικότητα την ίδια. Από τον εαυτό μου. Από την ζωή. 
  Σε χρησιμοποίησα, σίγουρα. Δεν σου πρόσφερα τίποτα σ' αντάλλαγμα. Σκέφτηκες όμως κι εσύ πόσο με διέλυσες; Πόσο μου γάμησες την ζωή; Φταίω όμως κι εγώ που σ' άφησα, που σου δόθηκα. Που πίστεψα πως εσύ μπορούσες να τα φτιάξεις όλα. Ηλίθιος! Μπορούσες να με τραβήξεις για λίγο μακριά απ' αυτά αλλά όχι να τα φτιάξεις. Έπρεπε να τα φτιάξω μόνος μου, μόνος μου. Γαμώ, γιατί δεν το σκέφτηκα νωρίτερα; ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΟ ΣΚΕΦΤΗΚΑ ΤΟΤΕ; ΓΙΑΤΙ ΝΑ 'ΜΑΙ ΠΑΝΤΑ Ο ΜΑΛΑΚΑΣ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΛΑΘΗ; 
  Είμαι ξανά μόνος από τότε που σ' άφησα και μ' άφησες, κι έχω τόσα να διορθώσω, τόσα να φτιάξω. Ίσως τώρα τελευταία να 'ναι ένας- δυο άνθρωποι που μειώνουν αυτή τη μοναξιά, αλλά όχι πολύ. Όχι σαν εσένα. Εσύ ήσουν η αφέντρα σ' αυτό, στο να μάχεσαι ενάντια στη μοναξιά μου. Και ξέρεις ε, παράτησα όλα τ' άλλα για να έχω εσένα, παράτησα όλα τ' άλλα για χάρη σου. Αν και, όπως έλεγα κι εγώ παλιά, ό,τι κάνουμε για χάρη των άλλων τα κάνουμε στην πραγματικότητα για χάρη του εαυτού μας· εγώ, ας πούμε, έγραψα όλο τον υπόλοιπο κόσμο στ' αρχίδια μου για να μπορώ να έχω εσένα ολόκληρη για την πάρτι μου, κάθε ώρα. Όχι για δικό σου κέρδος δηλαδή, αλλά για την δική μου ευχαρίστηση. Δεν μ' ένοιαζε κιόλας τίποτ' άλλο πέρα από εσένα, από ένα σημείο και μετά.. Ίσως από πολύ νωρίς.. 
  Δεν είναι πως σε βαρέθηκα, μην σκεφτείς ποτέ πως σε βαρέθηκα. Αν αυτό το γράμμα εκφράζει μίσος τότε αυτό το μίσος είναι προς τον εαυτό μου. Την αγάπη την κέρδισες όλη εσύ, την έχεις εσύ. Νομίζω πια πως θα την έχεις μέχρι να πεθάνω, αν και δεν είμαι πρόθυμος πλέον να γυρίσω σ' εσένα και να κλειστώ στο καλούπι σου. Θ' αναπολώ όμως πάντα τις στιγμές που σου δινόμουν ολόκληρος ως στιγμές απόλυτης ευτυχίας. Που ήταν. Θα τις αναπολώ και θα τις νοσταλγώ, και ίσως κατρακυλήσω μια- δυο φορές (ή και παραπάνω, πολλές παραπάνω) στη σκέψη να επιστρέψω σ' εσένα, μα δεν θα το κάνω πράγματι ποτέ ξανά. Πήρα μια υπόσχεση, να φανώ αντάξιος του εαυτού μου και να παλέψω ενάντια σ' αυτά που με στοιχειώνουν, να τ' αντιμετωπίσω και να μην πετάξω την ζωή μου στα σκουπίδια εξ' αιτίας μιας μαλακίας. 
  Ή και παραπάνω από μίας. 
   Αυτά από 'μενα, πάνω κάτω, Ηρώ μου. Αυτό είναι τ' αντίο μου. Διώχνω από πάνω μου το σκοτάδι -αν εσύ ήσουν όντως το σκοτάδι, δεν έχω πειστεί ακόμη- και ταξιδεύω προς την αντάμωση με τα όμορφα. Αν υπάρχουν όμορφα πέρα από 'σενα, δεν θυμάμαι καλά, πάει καιρός.. Αναρωτιέμαι αν η ζωή μου θα 'χει ενδιαφέρον χωρίς εσένα μέσα της. Οι άλλοι μου λένε πως ναι, ναι θα έχει. Οι άλλοι όμως έχουν δοκιμάσει εσένα; Έχουν δοκιμάσει τα εθιστικά φιλιά σου; Δεν τα 'χουν δοκιμάσει. Κι ούτε είχαν ποτέ καμιά σαν κι εσένα. Καλά έκαναν, καλά.. Καλά έκαναν και μείναν μακριά σου. Προσπαθώ γαμώτο, προσπαθώ αλλά ο πόνος, ο πόνος δεν μ'αφήνει.. Φύγε, φύγε σε παρακαλώ, φύγε.. Φύγε γαμημένη "παραμύθα"..  Φύγε απ' το μυαλό μου πουτάνα Ηρω(ίνη..)
   

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

I am Jack's little scratch on the roof of his mouth. And I'm Jack himself, too.

  Σε ακολουθώ σε μία παράνοια που με τρομάζει. Μιμούμαι τις κινήσεις σου με σκοπό να βρω τη λογική σου, μα δεν ξέρω πια αν όλα αυτά που θυσιάζω για ν' αποκτήσω μια γεύση απ' την οπτική σου γωνία τ' αξίζουν. Είναι πολλά αυτά που χάνω για να σε καταλάβω, μα το έχω βάλει πια στόχο ζωής να σε κατανοήσω. Κι όταν τελικά το πετύχω-αν το πετύχω- τι θα 'χει απομείνει από εμένα; Έχω αυτή τη διαίσθηση πως θα σε νιώσω μονάχα όταν κατορθώσω να χάσω τα πάντα· αξίζει όμως; Θα μου αρκεί που σε κατανόησα όταν δεν θα 'χω τίποτα άλλο; Ή μήπως να τα παρατήσω, να τ' αφήσω, να προσπαθήσω να το ξεχάσω; Πολύ φοβάμαι όμως πως και να θέλω είναι πλέον αργά για να σε διώξω απ' το μυαλό μου. Είσαι ένας όγκος στον εγκέφαλό μου, μία γρατζουνιά στον ουρανίσκο μου. If I had a tumor, I would name it Marla. Marla, the little scratch on the roof of your mouth that would heal if only you would stopped tonguing it, but you can't. Και με διαολίζει, ξέρεις τι με διαολίζει; Που σε διαχωρίζω από 'μενα, ενώ μου ανήκεις. Είσαι μέρος μου.. Είσαι εγώ. Πρέπει να το παραδεχτώ, να μιλάω για 'σενα σαν να είσαι εγώ- που είσαι- και όχι σαν να 'σαι ένα ξένο σώμα. Πρέπει να το παραδεχτώ και να το αποδεχτώ· με κανέναν δεν μοιράζομαι την ενοχή. Συγγνώμη που υπάρχεις, εγώ φταίω.Εγώ φταίω που ο αέρας που αναπνέω βρομάει φωτιά. Εγώ φταίω, στραγγίζω όσα λέω σε μια ματιά. Εγώ φταίω που έμαθα να πετάω χωρίς φτερά. Εγώ φταίω, για πάρτι μου κρατάω μια ανάσα τη φορά. 

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

 "Μείνε γυμνή" μου είπε, σχεδόν μέσα απ' τα δόντια. "Μείνε γυμνή. Οι εικόνες του παρελθόντος σε καλύπτουν αρκετά." Τον κοίταξα μέσα στα μάτια χωρίς να κάνω καμιά άλλη κίνηση. Βαθιά μέσα στα μάτια. Ανταπέδωσε, μα ύστερα από δυο στιγμές το βλέμμα του έπεσε. "Παράκουσες" μου είπε, "γιατί;" Και σας ορκίζομαι πως δεν είχα κάνει καμιά άλλη κίνηση πέρα απ' το να τον κοιτάξω. Τα ρούχα μου κείτονταν ακόμη στο πάτωμα, ιδρωμένα και βρώμικα, σαν μια εικόνα από ταινία που προβάλλει τον υπόκοσμο, την παρακμή. Σαν τρία κουρέλια που υποφέρουν στην απομόνωση.  "Με συγχωρείς" αποκρίθηκα, τραβώντας ήρεμα το βλέμμα μου. "Κρύωνα."

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Μας κοιτάζαν οι σκιές που χορεύαν ψιθυρίζοντας..(Μια ματιά σα βροχή)

  Δεν έχω νιώσει ποτέ μου ηλεκτρισμό να διαπερνά τη σάρκα μου κι έπειτα να ταξιδεύει σε όλο μου το σώμα, να το ξαγρυπνά, μα είμαι σχεδόν σίγουρη πως αυτό που ένιωσα όταν τα χέρια σου άγγιξαν τα δικά μου είναι το ίδιο. Ήμουν βυθισμένη μέσα στον ωκεανό μου, την είχα κάνει την βουτιά πριν πολλή ώρα κι είχα κλείσει και τα μάτια, πεπεισμένη πια πως θα μείνω εκεί για πάντα. Ήμουν ένα νεκρό σώμα που επέπλεε στην επιφάνεια της θάλασσας μου· σχεδόν δεν υπήρχα. Σχεδόν είχα πεθάνει. Το μόνο που με κρατούσε δεμένη στην άλλη πραγματικότητα ήταν εκείνη η φωνή, η μοναδική φωνή που όταν τραγουδά νιώθω την ψυχή μου να ταλαντεύεται, να χορεύει.  Κι εσύ..εσύ με κατάλαβες, με ένιωσες. Δεν μιλώ για έρωτες τούτη τη βραδιά, μιλώ για κάτι ανώτερο, την ένωση δύο ψυχών. Άπλωσες τα χέρια σου και έπιασες τα δικά μου και στ' ορκίζομαι πως ρούφηξες όλη τη μοναξιά απ' τα ακροδάχτυλά μου. Με τράβηξες πάνω, με αναγέννησες, με ξύπνησες από το λήθαργό μου. Με ένιωσες και σ' ένιωσα με μία ξεχωριστή έννοια της λέξης. Μου φανέρωσες το μαύρο σκυλί που σ' ακολουθεί πάντα, σου φανέρωσα κι εγώ τον δικό μου λύκο.. Κατέβασες τη μάσκα σου και είδα το πραγματικό φως στα μάτια σου, είδα τις σκιές του μυαλού σου να καθρευτίζονται εκεί· και δεν τις είδα απλά, τις ένιωσα να πετούν γύρω μου, ένιωσα τον αέρα τους, την αύρα τους. Ξεκλείδωσες τα κλουβιά τους και τις άφησες να πετούν ελεύθερες πάνω απ' το κεφάλι σου χωρίς φόβο πώς ίσως τις δω.. ίσως σε δω. Και σ'ακολούθησα σ' αυτό το μονοπάτι, αφέθηκα όσο κι εσύ, ίσως και παραπάνω. Μα έκλεινες τα μάτια, κι ακόμα και πίσω απ' τα κλειστά ματόκλαδα εγώ μπορούσα να σε διαβάσω αλλά δεν έφτανε. Άνοιξέ τα, ήθελα να σου πω. Άσε με να μπω μέσα σου και να ρίξω μια ματιά. Μ' άφησες, χωρίς να πεις ούτε μια λέξη. Θα μπορούσα να σου 'χα πει τα πάντα μα δεν χρειάστηκε, δεν στα 'πα μα στα έδειξα, τα είδες. Τα ένιωσες. Κι όταν με κάλεσε ξανά το μαύρο τέρας που λατρεύω τόσο να βυθιστώ ξανά μέσα του, με κράτησες πίσω. Κατέβαλλες δύναμη και με κράτησες πίσω. Μη! Πετάξαμε χθες βράδυ. Πετάξαμε πάνω απ' τους εαυτούς μας και δια μέσω αυτών · ήταν η μία στο εκατομμύριο πιθανότητα που τα σκουλήκια δεν κρύφτηκαν μόλις ένιωσαν το σκούντημα μα αφέθηκαν γαλήνια κι άφοβα. Η μία στο εκατομμύριο πιθανότητα που ο λύκος δεν γρύλισε στον απειλητικό επισκέπτη, που ο μαύρος σκύλος δεν φοβήθηκε με την παρουσία του ξένου αίματος. Ίσως να ναι τα ίδια μαύρα κοράκια που κρύβουμε στα σωθικά μας- ποιος ξέρει; Ίσως να μιλούν την ίδια γλώσσα.. Κι ίσως να μ' ένιωσες περισσότερο απ' όσο έχω νιώσει εγώ η ίδια τον εαυτό μου. Εγώ σίγουρα σε είδα, κι από δω και μπρος θα σ' αναγνωρίζω καθαρά, ακόμα και πίσω απ' τις πιο θολές τζαμαρίες. Γνωρίζω την παρουσία σου. Την διαισθάνομαι. Ακόμα κι όταν θα έχουν περάσει τα χρόνια και θα έχουμε κι οι δυο αλλάξει με τον κάθε τρόπο που αλλάζουν δυο μορφές, θα σε κοιτάζω και θα με κοιτάζεις και θα γνωρίζουμε. Θα γνωρίζεις και γνωρίζω. Θα θυμάμαι κι εγώ μα κι εσύ, τη νύχτα εκείνη που γίναμε σκυλάκια και ξεδίναμε, και γλύφαμε ο ένας τ' άλλου τις πληγές.. Μου τον θυμίζεις, στο είπα. Μου τον θυμίζεις πολύ.