Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

The Blood Is Love

 Είμαι οι αναμνήσεις μου. Δεν είμαι μέσα τους· είμαι πίσω τους. Δεν τις φωτογραφίζω απλώς. Τις δημιουργώ. Εν μέρει. Αυτή η αντανάκλαση του παρελθόντος στο κεφάλι μου δεν είναι μία απλή φωτογραφία του γεγονότος· είναι ένα δημιούργημά μου. Το γέννησα. Δεν είμαι το παρελθόν μου. Είμαι οι αναμνήσεις μου.

  We get some rules to follow.. that and this, these and those. No one knows. Αισθάνομαι την παρουσία σου μέσα στο δωμάτιο. Απτή. Άυλη. Άυλη και απτή: παράδοξο. Έχω τα μάτια κλειστά και δεν σε βλέπω. Αλλά σίγουρα αν απλώσω τα χέρια μου θα σ' αγγίξω. Σ' ακούω. Σε γεύομαι. Σε μυρίζω. Σε αισθάνομαι. Σίγουρα θα μπορώ να σ' αγγίξω. Δεν γίνεται να μην είσαι εδώ.

  We get these pills to swallow.. how they stick in your throat. Taste like gold. Δεν θ' απλώσω τα χέρια μου. Θα σου μιλήσω απλώς. Θα μ' ακούσεις. Σ' αισθάνομαι. Υπάρχεις. What you do to me; no one knows.

 
Θα σου πω αυτό που σου λέω πάντα· για τον ίδιο λόγο που στο λέω πάντα. Για να μ' απαντήσεις αυτό που μ' απαντάς πάντα. Θα σ' ακούσω. Θα στο πω, θα τ' ακούσεις, θα μ' απαντήσεις και θα σ' ακούσω. Γιατί υπάρχεις. Σε ακούω. Σε γεύομαι. Σε μυρίζω. Σε αισθάνομαι. Αν απλώσω τα χέρια μου, θα σ' αγγίξω. Αν ανοίξω τα μάτια, θα σε δω. Υπάρχεις, κάθεσαι οκλαδόν απέναντί μου. Η κάπνα αυτή είναι δική σου. Η φασαρία αυτή από 'σενα πηγάζει. Η γεύση αυτή είναι απ' τις στάχτες σου. Είμαι σίγουρη. Υπάρχεις. Σίγουρα.

  Κουνάω το κεφάλι ρυθμικά. Σφίγγω τα μάτια μου. Τα χέρια μου τρέμουν. Έχω ρίγη. Αναγνωρίζω πάνω μου τα συμπτώματα του πανικού. Δε νιώθω τίποτα. Παίρνω αναπνοή. Αλλάζω γνώμη. Ξεφυσάω. Δε νιώθω τίποτα πέρα απ' την ύπαρξή σου. Παίρνω ξανά αναπνοή. "Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα".
  Σιωπή. Από μέρους σου έστω, μιας και η φασαρία στο δωμάτιο είναι εκκωφαντική. Σκέφτομαι πως ίσως το μουρμούρισα και δεν τ' άκουσες. Εισπνέω ξανά, πιο γρήγορα αυτή τη φορά, και το επαναλαμβάνω δυνατότερα. "Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα".
  ...

  And I realize you're mine 
  Indeed a fool am I 

   You're mine; γιατί δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις, γιατί κανείς δεν μ' απάντησε, κανείς δεν υπήρχε εκεί, στη θέση που κράτησα για σένα δεν ήταν κανείς· γιατί άπλωσα το χέρι και δεν σ' έπιασα, αυτό είναι το πρόβλημα, κατάλαβες; Άνοιξα τα μάτια και δεν σε είδα. Indeed a fool am I; για να πιστέψω, για λεπτά έστω, στις αισθήσεις μου.

  I journey through the desert of the mind; with the hope.. I follow. Θα κλείσω τα μάτια και θα υπάρχεις πάλι. Θ' απλώσω τα χέρια και θα σ' αγγίξω. Θα σε πιάσω, θα σηκωθούμ' όρθιοι ταυτοχρόνως. Θα σε χορέψω. I drift along the ocean. Dead lifeboats in the sun..

  They come undone. 
Τα χέρια μου θ' αγκαλιάσουν
  το λαιμό σου
  θα τον σφίξουν

  από πάθος
  
 και πόθο 

 θα σε νιώσω
 όπως δεν σ' έχω νιώσει ποτέ ξανά
 θα νιώσω την ζωή σου
 απτή μέσα στις παλάμες μου

 εύθραυστη

 θα στραγγαλίσω
 ό,τι έχει μείνει από 'σένα
 στις παλάμες μου

 θ' αναπνέεις μόνο εμένα
 για 'σένα θα υπάρχω μόνο εγώ
 

 θα μου ανήκεις

θα σε αισθάνομαι
θα σε ακούω
θα σε γεύομαι
θα σε κοιτάζω


θα σε αγγίζω


μόνο εγώ


θα σε σκοτώσω
μόνο εγώ
  Θέλω να υπάρχω για 'μενα κι εξαιτίας μου· πρέπει να φύγεις· πρέπει να σε σκοτώσω για να μ' αγαπάω· θα σφίγγω και θα περιμένω, θα περιμένω, θα περιμένω, θα με κοιτάζεις στα μάτια κι εγώ απλά θα σφίγγω το λαρύγγι σου με όλη μου τη δύναμη και θα περιμένω, θα περιμένω, θα περιμένω, κι εσύ θα με κοιτάζεις, θα με κοιτάζεις, θα με κοιτάζεις. Θα σε χτυπήσω. Θα με χτυπήσεις. Θα ματώσεις. Θα γευτώ το αίμα σου. Θα γευτείς το δικό μου. Κάθε κίνησή μας θα είναι τέχνη. Χορός. Πάθους. Πόθου. Και θα σε σφίγγω, θα σε σφίγγω, θα σε σφίγγω, και θα με κοιτάζεις, θα με κοιτάζεις, θα με κοιτάζεις.

 And I'll realise you're mine
 Indeed a fool am I


 I'll realise you're mine 
 Indeed a fool am I 


..και δεν θα πεθάνεις. Θα σε σκοτώνω και δεν θα πεθαίνεις. Θα ξεψυχάς και δεν θα πεθαίνεις. Γιατί δεν θα υπάρχεις. Δεν υπάρχεις. Δεν υπήρξες. Αυτό είναι το πρόβλημα. Κατάλαβες;

  You know you gotta be free. So free yourself. So kill yourself. Through me. Πρέπει να σε σκοτώσω για να μ'αγαπάω· πρέπει να με σκοτώσω για να σ' αγαπάω. We collide for one embrace, so...



 "Πήγαινε όπου αγαπάς." ..that's all I've got when you're in my head.

 


I close my eyes, I just can't sleep
Where have you gone again my sweet?

On a long slow goodbye?


On a long slow goodbye. 



Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Δε μας ακούς που τραγουδάμε με φωνές ηλεκτρικές


Σήκω ψυχή μου, δώσε ρεύμα 

βάλε στα ρούχα σου φωτιά
βάλε στα όργανα φωτιά 
να τιναχτεί σα μαύρο πνεύμα 


η τρομερή μας η λαλιά 

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Ρέκβιεμ

  Μείνε μακριά απ' ό,τι θέλει να πεθάνει. Έτσι έλεγε. Όταν δεν είχε όρεξη και δε μιλούσε. Έλεγε μόνο αυτό. Τη ρωτούσες, θες καφέ; Αυτή απαντούσε, μείνε μακριά απ' ό,τι θέλει να πεθάνει. Την ξαναρωτούσες, θες να πάμε καμιά βόλτα; Αυτή απαντούσε πάλι, μείνε μακριά απ' ό,τι θέλει να πεθάνει. Και μετά έφευγε. Κλεινόταν στο δωμάτιό της και δε μιλούσε σε κανένα. Ιδέα δεν έχω τι έκανε. Μουσικές δεν άκουγα, κιθάρες δεν άκουγα. Βιβλία δεν διάβαζε σίγουρα, γιατί τα 'χουμε όλα στη βιβλιοθήκη του σαλονιού, και δεν την έβλεπα ποτέ να παίρνει κανένα μαζί της. Την είχα ρωτήσει μάλιστα κάποτε, τι στον πούτσο κάνει τόσες ώρες εκεί μέσα κλεισμένη τις μέρες αυτές. Τις παράξενες μέρες. Τις θαυμάσιες μέρες. Μου είχε πει, έτσι ακριβώς, όπως θα σας το πω, πως περπατάει ήσυχα προς το θάνατό της. Περπατάω ήσυχα προς το θάνατό μου. 
  Μια φορά, μια τέτοια μέρα, παρόμοια, μου 'πε και Everywhere I go, it rains on me. 
  Όταν είχε όρεξη και γούσταρε, έλεγε πως η ζωή είναι σαν να κυνηγάς μια πάπια. Έλεγε κι άλλα πράγματα τότε, αλλά αυτό το επαναλάμβανε πιο πολύ απ' όλα. Γελαστά. Η ζωή είναι σαν να κυνηγάς μια πάπια. Αυτό το καταλάβαινα. Κι όποιος δεν το καταλαβαίνει, το μόνο που έχει να κάνει είναι να δοκιμάσει να κυνηγήσει μια γαμημένη πάπια. Όχι με την καραμπίνα, προς θεού. Απλά έτσι, να την πάρει από πίσω. Κυριολεκτικά. 
  Άλλαζε, ναι, βεβαίως και άλλαζε. Πότε ήτανε Έτσι και πότε ήτανε Αλλιώς. Έτσι ήτανε όταν δε γούσταρε, Αλλιώς ήτανε όταν γούσταρε. Κάποια πράγματα μένανε πάντα όμως. Να, ας πούμε, όταν την ρωτούσες που ήτανε, είτε Έτσι είτε Αλλιώς να 'ταν, εδώ κι εκεί θα σου απαντούσε. Εδώ κι εκεί. Ποτέ κάπου συγκεκριμένα. Δεν επιτρεπότανε να πας να τη βρεις εσύ κάπου. Πάντα ερχότανε αυτή να βρει εσένα. Την έπαιρνα στο κινητό και της έλεγα, έλα, πού είσαι; Ε, εδώ κι εκεί, μου 'λεγε. Here and there. Εσύ πού είσαι, να ρθω; Συνέχιζε. Δεν άφηνε περιθώρια. Ε, μετά από λίγο έμαθα κι εγώ, και της έλεγα κατευθείαν πού να 'ρθει.
  Μερικές φορές ρωτούσα απλά για να την ακούσω να το λέει. Γούσταρα. Έτσι είμ' εγώ. Το καταλάβαινε. Γελούσε. Μου 'λεγε τότε, you speak my language. Και μετά απαντούσε.
  Το παρελθόν είναι περίεργο πράγμα. Συμφωνείτε, δεν συμφωνείτε; Ώρες ώρες το σκέφτομαι κι αναρωτιέμαι άμα υπήρξε όντως ή εγώ τα 'χω χαμένα. Δηλαδή, αν υπήρξε όντως, τότε πού είναι τώρα; Γιατί δεν είναι εδώ; Γιατί μπορώ να δω μόνο τα αποτελέσματα της ύπαρξής της και όχι την ύπαρξή της την ίδια; Εννοώ, είναι λογικό, δεν είναι; Ώρες ώρες που σκέφτομαι πως είναι απλό απόκομμα της γαμημένης φαντασίας μου είναι αναμενόμενο, δεν είναι;
  Μείνε μακριά απ' ό,τι θέλει να πεθάνει. Έτσι έλεγε. Και μετά έφευγε. Και δεν ήξερες, σε 'σενα το λέει; Η σ'αυτήν; Ποιος θέλει να πεθάνει; Εσύ; Αυτή; Κανείς μας; Ποιον σώζει τώρα που φεύγει; Εσένα; Αυτήν; Κανένα; Δεν ήξερες. Κι άντε βγάλε κι άκρη. Ήξερες όμως πως έχει σκοτώσει. Ήξερες πως τα χέρια της έχουνε πιάσει αίμα. Το 'ξερες. Ήξερες, δηλαδή, πως κάποτε ήθελε να σκοτώσει. Και το 'κανε. Δεν της ξέφυγε ο θάνατος. Τον παρέδωσε. Με κανονική χειραψία. Αμέ.
  Ποιον σκότωσε, ειν' άλλη ιστορία. Γι' άλλη μέρα.
  Πολλά λέω. Φοβάμαι μην και τα δει κανείς που δεν πρέπει κι έχουμ' άλλα.
  Κάποτε με πήρε τηλέφωνο και με ρώτησε πού είναι. Όχι πού είμαι. Πού είναι αυτή. Με πήρε και μου είπε, πού είμαι; Πού είμαι; Απανωτές φορές. Πού είμαι, πού είμαι, πού είμαι; Πού είμαι; ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ; Κι εγώ αμέσως κατάλαβα,γιατί την ήξερα, που να με πάρει, μπορεί να μην την καταλάβαινα αλλά την ήξερα. Της είπα, λοιπόν, well honey, you're on the wrong side of the road. Obviously.
  Obviously. Αυτό το obviously τη σκότωσε. Είμαι σίγουρος.
  Μια άλλη φορά με πήρε και με ρώτησε πού στον πούτσο να πάει. Έτσι, το σήκωσα, και ρώτησε κατευθείαν, πού στον πούτσο να πάω; Κι έπειτα συνέχισε, χωρίς να μ' αφήσει ν' αρθρώσω λέξη, κι είπε, because everywhere I go, it rains on me. Να, τότε μου το 'πε. Everywhere I go, it rains on me.
  Ήρθε και σπίτι μου εκείνη τη μέρα. Χτύπησε την πόρτα. Σπασμωδικά. Κι εγώ κατάλαβα πως αυτό που με περίμενε πίσω απ' την πόρτα δεν ήθελα να το δω. Το κατάλαβε κι αυτή. Και γέλασε. Θλιμμένα. Είπε, η ζωή είναι σα να κυνηγάς μια πάπια που θέλει να πεθάνει. Γέλασε ακόμα περισσότερο. Την έβρισα. Δεν θυμάμαι τι είπα, αλλά την έβρισα. Της κόπηκε το γαμήδι το γέλιο. Άκουσα τα βήματά της ενώ απομακρυνόταν. Τ' άκουσα και όταν γύρισε πίσω ξανά. Χτύπησε πάλι την πόρτα. Της είπα να φύγει. Κι εκείνη απάντησε, do not go quietly unto your grave.
  Από τότε, δεν την ξανάκουσα. Ούτε την ξανάδα. Γι' αυτό σας λέω, έχω αμφιβολίες. Πολλές. Μια φορά βγήκα στο δρόμο κι άρχισα να ρωτάω από 'δω κι από 'κει αν την είδανε. Με κοιτάξανε περίεργα, με βρίσανε, με χαστουκίσανε, γελάσανε. Ουτ' ένας δεν μ' απάντησε. Οπότε εγώ το 'βγαλα το συμπέρασμά μου. Δεν είν' εδώ. Δεν είναι καν αλλού. Ορίστε. Το 'πα. Αμφίσημο, ε; Ε; Γιατί πού ξέρεις, μπορεί να 'ταν εδώ. Πού ξέρεις.
  Δεν ξέρεις. Αυτό είναι το πρόβλημα.