Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

  ..Και μου είπε, μια μέρα, πάμε εκεί που οι άλλοι δεν έχουν φτάσει ακόμη. Του λέω, πάμε, μα οι άλλοι δεν έφτασαν γιατί δεν κατάφεραν να επιβιώσουν. Μου λέει, αυτοί δεν ένιωθαν όπως εμείς. Δεν θέλανε ό,τι κι εμείς. Μα, δεν έχουμε λεφτά, του λέω. Μου λέει, όχι, δεν έχουμε, αλλά νιώθουμε. Δεν φτάνει. Φτάνει. Εντάξει, φύγαμε. 
    Και φύγαμε.
    Την πρώτη μέρα ήμασταν εντάξει. Τη δεύτερη μέρα, μου λέει, δεν μπορώ, κουράστηκα να περπατάω. Του λέω, δεν πειράζει, θα με καβαλήσεις και θα γίνω τα πόδια σου. Και με καβάλησε κι έγινα τα πόδια του. Την τρίτη μέρα, μου λέει, κρυώνω. Του λέω, δεν πειράζει, θα σ' αγκαλιάσω και θα γίνω το πανωφόρι σου. Και τον αγκάλιασα κι έγινα το πανωφόρι του. Την τέταρτη μέρα, ενώ ήμασταν ξαπλωμένοι, μου λέει, δεν μπορώ, πονάω, χρειάζομαι να ξαπλώσω κάπου μαλακά. Του λέω, δεν πειράζει, θ' ακουμπήσεις το κεφάλι σου στο στέρνο μου και θα γίνω το μαξιλάρι σου. Κι ακούμπησε το κεφάλι του στο στέρνο μου κι έγινα το μαξιλάρι του. Την πέμπτη μέρα, μου λέει, δεν γίνεται, κρυώνω κι άλλο. Του λέω, δεν πειράζει, θα σκιστώ στα δύο και θα μπεις μέσα μου και θα 'ναι σαν να με φοράς· θα γίνω το πουλόβερ σου. Και σκίστηκα στα δύο και με φόρεσε κι έγινα το πουλόβερ του. Ζήσαμε έτσι μέρες πολλές, ως που ήρθε βαρυχειμωνιά κι οι καρποί των δέντρων χάθηκαν· η τροφή έγινε δυσεύρετη. Δυο μέρες νηστικοί, μου λέει, δεν μπορώ, πεινάω. Χρειάζομαι να φάω. Και του λέω, δεν πειράζει, φάε εμένα. Μου λέει όχι, δεν γίνεται, δεν θέλω να σε πονέσω· μα ενώ το 'λεγε με κοιτούσε ήδη με λαιμαργία, σαν ν' αντίκριζε στο σώμα μου τίποτε παραπάνω από φαγώσιμο κρέας, προσπαθώντας να ξεδιαλέξει το καλύτερο κομμάτι μου. Κι έτσι έκοψα με το τσεκούρι που κόβαμε τα ξύλα ένα κομμάτι μου και το καταβρόχθισε. Το τσεκούρι γέμισε αίματα, δεν μπορούσε να το κοιτάζει. Το θάψαμε στο χώμα. Το βράδυ εκείνης της ημέρας το δάσος σκεπάστηκε απ' το χιόνι· κρυφτήκαμε στην κουφάλα ενός δέντρου. Το επόμενο πρωινό, μου λέει, δεν αντέχω, κρυώνω πολύ. Πρέπει οπωσδήποτε να ζεσταθώ. Τα χέρια του τρέμανε και τα χείλη του είχανε μπλαβίσει. Του λέω, δεν μπορούμε πια να κόψουμε ξύλα.. Μα εντάξει, δεν πειράζει. Θα καώ εγώ, να, θα γίνω φωτιά σου, να σε ζεστάνω. Μου λέει, όχι, όχι, δεν γίνεται, δεν θέλω να υποφέρεις για να βολευτώ· μα ενώ το 'λεγε ήξερα πως δεν σκεφτόταν "δεν θέλω να υποφέρεις" αλλά, "τι θα κάνω χωρίς εσένα;".. Του λέω, το πρωί που θα ξυπνήσεις, να φυλάξεις τ' αποκαΐδια μου στο πουγκί σου, να με θυμάσαι. Και περπάτα πίσω, προς το νότο· θα φτάσεις σε δυο μέρες το πολύ. 
   Κι έτσι μου 'βαλα φωτιά και κάηκα κι έγινα η ζέστη του. Κι αυτός γύρισε κι εγώ χάθηκα στο πουθενά για χάρη του. Τις στάχτες μου δεν τις έβαλε στο πουγκί του. Δεν πρόλαβε. Τις φύσηξε το πρωινό αεράκι. 


  

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

04

  Ανακοινώσανε το όνομά της. Φωνή παγερή, θα 'λεγες με όψη κρυστάλλινη αλλά δύναμη σιδερένια. Άσπαστη, αξεπέραστη. Αυταρχική. Ζωή Τζανή- Ρόμπινσον μετά της συνηγόρου της, Αλεξάνδρα Παπα-κάτι. Μέχρι εκεί έπιασα. Στο Παπά- εμφανίστηκε. Τη φέρανε μέσα με χειροπέδες. Κεφάλι σκυφτό, γκρίζα μπλούζα, φαρδιά, όχι δική της. Μπλουτζίν. Μακρύ, πατούσε τα μανίκια του με τα πάνινα παπούτσια της. Είχα να τη δω από τότε που βγήκε το Τροφή για τα Θηρία σε CD και ξοδέψαμε μία ολόκληρη εβδομάδα ακούγοντας μόνο τα τέσσερα τραγούδια του δίσκου. Τα μαλλιά της είχανε μακρύνει· της φτάνανε μέχρι τη μέση. Είχε χάσει τουλάχιστον δεκαπέντε κιλά- δεν την είχα δει πιο λεπτή. Το πρόσωπό της χλωμό, το βλέμμα της κενό, αδιάφορο· η δίκη της ήταν αδιάφορη· ήλπιζα σε οργή, έστω σε θλίψη, σε μετάνοια, ίσως· τίποτα. Κι οι αφέλειες παρέμεναν αφέλειες. Και μ' αυτό, εννοώ και τις τρίχες στο κούτελο, και τις άλλες, στο μυαλό. 
   Την κάθισαν στη θέση του κατηγορούμενου. Λέω την κάθισαν γιατί εκείνη, εμφανώς, δεν αντιδρούσε· δεν δρούσε καν· ήταν μια απλή μαριονέτα τους, ανέκφραστη, αδιάφορη, τα χέρια της πήγαιναν όπου τα τοποθετούσαν αυτοί, τα πόδια της περπατούσαν προς όποια κατεύθυνση ήθελαν αυτοί. Έκατσε. Έβαλε τα χέρια της ανάμεσα στα γόνατα. Χτένισε αδιάφορα μία φορά τα μαλλιά της προς τα πίσω. Εισπνοή- εκπνοή. Μετρούσα τα πάντα πάνω της. Περίμενα να πιάσω το βλέμμα. Ο δικαστής μιλούσε. Δεν άκουγα. Εκείνη δεν είχε ιδέα πως ήμουν εκεί. Αναρωτιόμουν αν θα μ' αναγνώριζε. Αν θα χαιρόταν που μ' έβλεπε. Όχι πως είχε ιδιαίτερη σημασία- σημασία είχε πως ήμουν εκεί, πως ήταν εκεί, πως υπήρχε, μπροστά μου, πάλι. 
    "...Κατηγορείστε για επανειλημμένη διάρρηξη και κλοπή πολλαπλών αυτοκινήτων, καθώς και βίαιη επίθεση κατά της αρχής.." έπιανα φράσεις απ' το στόμα του δικαστή. Χασίς, κλοπές αυτοκινήτων, καταδιώξεις στις τρεις το βράδυ, διατάραξη, ανυπακοή, ασυμβατότητα. Αρνείστε οποιαδήποτε κατηγορία, δεσποινίς -δεσποινίς- Τζανή; Έγνεψε αρνητικά. Περίμενα. Έχετε τίποτα να προσθέσετε, δεσποινίς Τζανή; 
     Σιωπή. Σκεφτόμουν το "δεσποινίς". Υποσχέθηκα να την κοροϊδέψω στην πρώτη ευκαιρία. Σε λίγο καιρό.. 

    "I never hurt anybody" ο ψίθυρος της - η φωνή της- κατέκλυσε τα πάντα· με άδειασε, με γέμισε, μ' έβαλε κάτω και μ' έσκισε στα δύο, μάτωσα, νεκρώθηκα, η φωνή της, η φωνή της, έχουν περάσει χρόνια, χρόνια, Ζωή, Ζωή;;;; Ζωή; 
     "Παρακαλώ;" 
     "Δεν έβλαψα ποτέ κανέναν" επανέλαβε, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Κεφάλι παρέμενε πιστά σκυφτό, δε είχε λόγο να κοιτάξει κανέναν στα μάτια· το βλέμμα της θα τους προσέλαβε· προσπάθησα να φανταστώ την έκφρασή της. Αναλογίστηκα κάθε λεπτομέρεια του προσώπου της. Μίλησε ξανά, αυτή τη φορά ξεχωρίζοντας τις λέξεις: "Δεν έβλαψα. Ποτέ, κανέναν." Θυμήθηκα τον Πιερίδη, το μαθηματικό της Ανατολής: δεν θα πας πουθενά με την τακτική take no prisoners, Μπότσαρη! 
     "Αυτό θα το κρίνουμε εμείς, δεσποινίς". Φαντασιώθηκα να ξεριζώνω το κεφάλι του δικαστή και να το βράζω μαζί με χυλοπίτες. Το μαγαζάκι του νόμου. 
     Εγώ την πίστευα· η Ζωή δεν έβλαψε ποτέ κανέναν· η Ζωή δεν πίστευε στη βία. Μου αφηγούταν συχνά την τελευταία σκηνή απ' το The Dreamers: o Τεό ετοιμάζεται να πετάξει μια μολότοφ στους μπάτσους· ο Μάθιου τον σταματάει· listen to me for a second, okay? This is what they do. This is not what we do. Δείχνει το κεφάλι του. We use this. We do this. Φιλά την Ίζαμπελ. We use this. Φιλά τον Τεό. Εγώ την πίστευα· ήθελα να τρέξω, να την αγκαλιάσω, να της το πω· είμαι μαζί σου, είμαι μαζί σου. Είμαι εδώ, είμαι μαζί σου. 
   Πέρασε ώρα· ώρα μέσα στην οποία δεν άλλαζε τίποτα· ώρα μέσα στην οποία απλώς περιμέναμε. Εγώ κι εκείνη. Δεν με είδε. Δεν πήρα το βλέμμα μου λεπτό από πάνω της. Μισώ όποια διαολεμένη δύναμη με κράτησε απ' το να πεταχτώ απ' τη θέση μου, να την αρπάξω απ' το χέρι και να τρέξουμε. Το γαμημένο γκλοπ κάθε γαμημένου μπάτσου σε κάθε γωνία. Το μαγαζάκι του νόμου. Αλλά, μην ακούς, όσο και να βρίζω, δεν αλλάζει κάτι. Το θέμα είναι πως όταν έπρεπε, δεν το 'κανα, ε; Κώλωσα. Φοβήθηκα τις συνέπειες. Τις συνέπειες! 
    Ακούστηκε το σφυρί που βαράει στο ξύλινο τραπέζι. Βουβάθηκαν τα πάντα. Έτρεμα. Πόσα χρόνια θα φάει; Δεν υπήρχε τίποτα· υπήρχαμε μόνο εκείνη, ο δικαστής κι εγώ. Έσφιξα τις γροθιές μου. Μου είπα, ρε μαλάκα, ή τώρα, ή ποτέ. "Το δικαστήριο απεφάνθη..." Ή τώρα ή ποτέ, ρε καριόλη, ή τώρα ή ποτέ, ή τώρα ή ποτέ, ή τώρα ή ποτέ, ή τώρα ή ποτέ, δεν θα την ξαναδείς, ή τώρα, ή ποτέ, ρε μαλάκα, ή τώρα, ή ποτ

   ...είμαι όρθιος· τρέχω· την πιάνω απ' το χέρι· δεν με αναγνωρίζει, το ξέρω, την τραβάω, τρέχω, τρέχει μαζί μου, την αγγίζω, είναι υπαρκτή, την αισθάνομαι, αισθάνομαι τον καρπό της, το σφυγμό της να πάλλεται σαν το κενό ανάμεσά μας, το κενό που τώρα εκμηδένισα· τρέχουμε, φωνές, βουητά, σφυριά που χτυπούν στα τραπέζια, καρέκλες που τρίζουν απ' την επαφή τους με το μαρμάρινο πάτωμα, μπάτσοι, γκλοπ, ξύλο, πιάστε τους, είναι φυγάδες, πιάστε τους, Ζωή, Ζωή ακούς; Είμαστε φυγάδες, Ζωή, φυγάδες! Άνθρωποι, κουστούμια, βλέπω την πόρτα, τρία, δύο εν- μπάτσος με αγκαλιάζει με τα χοντρόμπρατσά του, του παίζω μία, δύο, τρεις στ' αρχίδια, φύγαμε, Ζωή; Ζωή; Την εντοπίζω ένα μέτρο μακριά μου, με κοιτάζει, με αναγνωρίζει, χαμογελάει, νιώθω τα δάκρυα στα ζυγωματικά μου αλλά δεν έχουμε χρόνο, τρέχω, τρέχει, τρέχουμε, Ζωή, Ζωή, Ζωή, πηδάμε τα σκαλοπάτια, είμαστε στο δρόμο, ανάμεσα στους ανθρώπους, πίσω μας μπάτσοι, δεξιά, αριστερά, πίσω, μπροστά, τρέξε, τρέξε, μην σκέφτεσαι, τρέξε, δεξιά στο στενό, αριστερά, θα μας χάσουν, δεξιά, αριστερά, από 'δω! Από 'δω! Ανεβαίνουμε τα σκαλιά της ξένης πολυκατοικίας· δεν έχουμε ιδέα αν μας ακολουθούν ακόμη· ταράτσα. Σπρώχνω την πόρτα. Ξεκλείδωτη. Είμαστε τυχεροί. Βγαίνουμε στην οροφή. Έχουμε τρία δευτερόλεπτα ν' αναπνεύσουμε. Χαζεύουμε την όψη των μεγάλων κτιρίων, την απόστασή μας απ' το έδαφος, φανταζόμαστε την ελεύθερη πτώση· βλέπουμε τους μπάτσους να στρίβουν μέσα στην πολυκατοικία που λίγο πριν στρίβαμε εμείς· την πιάνω απ' το χέρι. Τρέχουμε.  Πηδάμε τους διαχωριστικούς τοίχους, από ταράτσα σε ταράτσα. Τέσσερις πολυκατοικίες μετά, αποφασίζω πως ειν' ώρα να κατέβουμε. Η πόρτα είναι κλειδωμένη· πλαστική, φθηνιάρικη· τη σπάω με την τρίτη μπουνιά. Στριμωχνώμαστε όπως-όπως στο ασανσέρ. Πατάω το κουμπί για υπόγειο· καλύτερα να 'χουμε μια καβάτζα. Σιωπή. Την κοιτάζω. Στα μάτια. Στο βλέμμα. Ηλεκτρισμός. Τοποθετώ το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες μου. Της φιλώ τα μάτια. Ζωή. Ζωή. Ζωή. Ζωή. Ζωή. Ζω

   όχι, όχι δεν ζω, δεν ζω, έχω πεθάνει, γιατί είμαι μαλάκας, είμαι ένα ΑΡΧΙΔΙ, γιατί τίποτε από αυτά δεν συνέβη, τίποτε, ακούς; Εγώ συνέχισα να κάθομαι σα μαλάκας στη θέση μου, εκεί, στην ξύλινη θεσούλα ανάμεσα σε όλες τις άλλες ξύλινες θεσούλες, βολεμένος, βολεμένος ο κώλος μου βολεμένη η πλάτη μου βολεμένα τα μπράτσα μου βολεμένη η ζωή μου στην ανιαρή καθημερινότητα, στη θνησιγενή ρουτίνα. Να περιμένω. Και καλά. Την απόφαση. Μέτρησα εικοσιεπτά καρδιές που χτυπούν μέσα στην αίθουσα. Δεκατέσσερα ζευγάρια γόβες. Δέκα γραβάντες. Επτά λάμπες. Ο διπλανός μου ανασηκώθηκε τέσσερις φορές. Ο μπροστινός μου έξυσε το κεφάλι του ένδεκα φορές. Το πουκάμισο του διπλανού μου έχει οκτώ κουμπιά. Από την τελευταία φορά που την είδα έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια. Δεκαπέντε. Δεκαπέντε. Δεκαπέντε. Δεκαπέντε. Δεκαπέντε. Απ' την τελευταία φορά που την είδα έχω αλλάξει περίπου τριανταδύο φορές χορδές στην κιθάρα. Έχω διαβάσει τουλάχιστον εκατόν πενήντα νέα βιβλία. Δέκα βιβλία το χρόνο είναι λίγα. Δεκαπέντε χρόνια. Δεκαπέντε χρόνια είναι πολλά. Δεκαπέντε χρόνια είναι λίγα. Περίμενα. Σαν μαλάκας. Στην ξύλινη καρέκλα μου. Κοιτούσα. Σαν μαλάκας. Τα μαλλιά της που πέφτανε μπροστά απ' το πρόσωπο ατημέλητα, αχτένιστα, σαν και πάντα. Τη γκρίζα μπλούζα που ταίριαζε με τα χρώματά της. Το ρολόι στον τοίχο. Το δικαστή που έξυνε τα μούσια του και αναρωτιόταν, ήταν πολύ καριόλα η γυναίκα μου σήμερα; Να την πληρώσει η κατηγορούμενη; Το μπάτσο στη γωνία που χάιδευε το μπλοκ του όπως γλύφει το σκυλί τ' αρχίδια του.  
   Και καθόμουνα. 
   Και όταν ανακοινώσανε την ποινή, πάλι καθόμουνα. 
   Και όταν είπε ο δικαστής "τόσα χρόνια φυλάκιση", πάλι καθόμουνα.
   Και όταν τη σηκώσανε και την πήρανε μέσα, πάλι καθόμουνα. 
   Και όταν χάθηκε πια απ' το οπτικό μου πεδίο, ακόμη καθόμουνα, που να με πάρει. 



   Πολλές φορές σ' όλα τα χρόνια που την είχανε μέσα εγώ νόμιζα πως την έβλεπα στο δρόμο· τα μαλλιά της, το πουλόβερ της, η ζακέτα που της είχα δανείσει, τα παπούτσια της, η σκιά της, η φωνή της. Πάντα λάθος, προφανώς. Τη μέρα που την ξανάδα, τριγύριζα στα παλιά μας λημέρια, στην Πινακοθήκη- τυχαία. Το εννοώ. Όχι δηλαδή ότι, σαν άλλες φορές, τη θυμόμουνα και περνούσα από 'κει για να θυμηθώ κι άλλα. Όχι. Ένα φιλαράκι πήγαινα να συναντήσω στη Λότζια· μου 'στειλε μήνυμα πως έπαιζε θέμα και θ' αργούσε κάνα εικοσάλεπτο. Έκατσα στα σκαλιά της Πινακοθήκης· είχανε στήσει κάτι τύποι μουσικές, έμεινα ν' ακούσω. Έπαιζαν σουίνγκ. Την είδα. Πρώτη φορά σ' όλες τις φορές που νόμισα πως την είχα δει, έβλεπα το βήμα της. Το βήμα της. Πάγωσα. Έχω κενό τριών δευτερολέπτων. Δεν έχω ιδέα πόση ώρα την κοιτούσα να στέκεται μπροστά στους τύπους που έπαιζαν μουσική. Δεν έχω ιδέα τι έκανα, τι σκεφτόμουν, τι έβλεπα, τι ένιωθα, τι άκουγα, ξέρω μόνο τι συνέβη. Με είδε. Και βέβαια, βέβαια, μ' αναγνώρισε. Χαμογέλασε. Πλησίασε. Εγώ δεν είχα δύναμη να κουνηθώ. Στάθηκε μπροστά μου. Αργές κινήσεις. Σταθερές. Μ' ερώτηση: μέχρι πού μου επιτρέπεις να φτάσω; Τι έχει αλλάξει; Κι εγώ, χωρίς λέξεις, απαντούσα: παντού. Τίποτα. Άπλωσε τα χέρια της· χάιδεψε το πρόσωπό μου με τις παλάμες της· τα μαλλιά μου· το σβέρκο μου· περπάτησε με τα δάχτυλά της πάνω στο σώμα μου. 
   Το μόνο που θυμάμαι είναι να λέω το όνομά της. Και τον κόσμο μου που έτριζε κι ηλεκτριζόταν στην αίσθηση του εκφυλισμού της απόστασης μεταξύ μας.
   Την αγκάλιασα. Είχα να την αγκαλιάσω από τότε που την αποχαιρέτισα στο σταθμό του τρένου για πάνω. 



   -Θα μείνεις; 
    Χαμόγελο. 
   -Θα μείνω. 
   -Κομμένες οι μαλακίες; 
   -Κομμένες. Δεν θα με ξαναπιάσουν.
    Γελάσαμε.


   -Δουλεύεις; 
   -Ναι, ναι, βρήκα πρόσφατα, σ' ένα βιβλιοπωλείο, καινούριο, εδώ πιο κάτω.. Να περάσεις καμιά μέρα..
     Παύση. 
   -Με θυμάσαι καθόλου;
     Πόνος.  



   -Ήρθα.
   -Μ;
   -Λέω, ήρθα.
   -Πού;
   -Στη δίκη. 
   Με κοίταξε. Έκπληξη. 
   -Πώς; 
   -Πώς ήρθα; Με τα πόδια. 
    Μου 'δωσε ένα αυστηρό βλέμμα, προσπαθώντας να μην γελάσει.
   -Πώς το ήξερες. 
   -Η μάνα σου.. Την πήρανε τηλέφωνο όταν σε πιάσανε. Με πήρε κι εκείνη με τη σειρά της -δεν ζούσα στο Ηράκλειο τότε- και μου είπε, Παύλο, αυτό.. Δεν στο λέω, μου είπε, για να κάνεις κάτι, τι να κάνεις κι εσύ.. Απλά νομίζω θα 'θελες να ξέρεις.. Ε, και ήρθα. 
   -Γιατί; 
   -Ξέρω 'γω; Ήθελα. 
   Γέλασε. 
   -Τι; 
   -You came as a martyr. A martyr for your love for me. 
   Σιγοτραγουδήσαμε παρέα το τραγούδι των Στράιπς. 



   Μιλούσαμε· οι ώρες έτρεχαν· οι μέρες χόρευαν γύρω μας· τρέχαμε παρέα με το βέλος του χρόνου. Πηγαίναμε μαζί στο βιβλιοπωλείο το πρωί· εγώ εξυπηρετούσα πελάτες κι εκείνη διάβαζε, ασταμάτητα, ατελείωτα. Το μεσημέρι γυρνούσαμε σπίτι, μαγειρεύαμε, βάζαμε το φαγητό σε τάπερ, καβαλούσαμε τα ποδήλατα και γευματίζαμε όπου μας ερχόταν. Στο λιμάνι, στο πάρκο, στο δάσος, στη μέση της πλατείας. Το απόγευμα πίναμε καφέ στο μπαλκόνι, "με θέα άλλα μπαλκόνια, π' αράζουν γέροι που περιμένουν στωικά να 'ρθει η ώρα τους, κάποιο μεσημέρι, κάποιου καλοκαιριού· τότε που η ζέστη λιώνει τους δείκτες των ρολογιών, και οι ώρες περνάν απαρατήρητες"... Τα βράδια βγαίναμε· σε κάνα ρακάδικο, σε κάνα μπαρ, σε καμιά συναυλία, σε κάνα θερινό σινεμά. Μια- δυο φορές βγήκαμε με σπρέι και βάψαμε την πόλη. Συνθήματα μόνο. Δεν ξέραμε και τίποτ' άλλο. Βλέπαμε την ανατολή απ' το λιμάνι. Καθόμασταν μέχρι και που έφτανε το πρώτο πλοίο. Πολλές φορές, μες στην σιωπή της ώρας, στη γαλήνη της απόλαυσης του υπαρκτού, στην άτακτη καθησύχαση της δίψας για ζωή με το παρόν, εκείνη έσπαγε. Σε χίλια κομμάτια. Κουλουριαζόταν, αγκάλιαζε τα γόνατά της. Έκλαιγε. Δεν ήξερα τι, δεν ήξερα γιατί, δεν ήξερα πώς, πού, πότε. Σκεφτόμουν μια φράση απ' το 'Χαμογέλα,ρε.. τι σου ζητάνε;' του Μίσσιου: "Η Σαλονίκη θα παραμείνει μια ερωτική επίκληση που σχολιάζει τα μωβ συναισθήματα του κορμιού της". 
   Το σημείωμά της μου το άφησε κάτω από μια ζεστή κούπα καφέ. Το χαρτί το κράτησα· έχει ακόμη το λεκέ απ' το φλιτζάνι. "ΤΑ ΞΑΝΑΛΕΜΕ. ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ."