Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

η γυναίκα με τα άσπρα μαλλιά που κάθεται στο παγκάκι κάθε μεσημέρι και ρωτάει τους περαστικούς αν είναι περασμένες δώδεκα

 Αυτό που μου λείπει είναι μάλλον ένα μπαλκονάκι· ίσα δυο τετραγωνικά μέτρα, να βάζω κάθε μεσημέρι την καρέκλα μου, ν' απλώνω τα πόδια στα κάγκελα και να χαζεύω τον κόσμο που περνά. Το σπίτι που έμενα μικρή, είχε μπαλκόνι περιμετρικά· ήταν φανταστικό· με την πανοραμική όψη του κόσμου μπορείς να παίξεις όλων των ειδών τα παιχνίδια. Αυτό θυμάμαι. Ήταν κάτι παιχνίδια, έπρεπε κάπως να τρέχουμε και κάπως να γελάμε· θυμάμαι πως μια μέρα όμως είχα γλιστρίσει κι είχα χτυπήσει στο κεφάλι, να, εδώ πίσω, και είχα λιγάκι ζαλιστεί. Ορίστε, θυμάμαι και αυτό.. Δεν έχει σημασία; Δεν πειράζει. Αυτό το μπαλκόνι για εμένα είναι εκείνος ο πόνος βαθιά μέσα στο κεφάλι μου. Θέλω να πω, αυτό είναι το κέντρο βάρους γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλες οι μνήμες. Έτσι δεν γίνεται με όλα; Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι. Μετά, έρχονται κι άλλα.. Τι άλλα. Να, μία φορά, ας πούμε- λοιπόν, κάτσε, θα σου πω ολόκληρη την ιστορία- 


 Μου είπε ότι δεν χρειάζεται να πω ολόκληρη την ιστορία. Γιατί; Ποιος δεν το χρειάζεται; Το χρειάζομαι εγώ, χρειάζομαι να τα πω όλα, με όλους τους τρόπους, όπως συνέβησαν, όπως τα βίωσα και όπως τα σκέφτηκα. 

 Πήγαινα έκτη δημοτικού. Ήταν η πρώτη συνεδρία, πρώτη φορά με έστελναν στον γιατρό. Εγώ ντρεπόμουν, είχα βάλει την αγαπημένη μου μπλούζα· ήταν, νομίζω, άνοιξη. Τέλος πάντων, εκείνη την εποχή με πήγαιναν απ' τον έναν γιατρό στον άλλο, εγώ παραπονιόμουν συνέχεια για κάποια αρρώστια που υποτίθεται είχα και έμενα στο κρεβάτι, κι αφού όλοι με είχαν βρει απόλυτα υγιή, τελικά πήγαμε εκεί. Στον ψυχολόγο. Θυμάμαι ότι την έλεγαν Στέλλα, το θυμάμαι χαρακτηριστικά γιατί τότε είχα σκεφτεί πως Στέλλα λέγαν και την κοπέλα που καθόταν πίσω μου στο σχολείο, 


 Να αποφύγω τις λεπτομέρειες, εντάξει, εντάξει


 Στ' αλήθεια, δεν μ' αρέσει αυτό το μέρος. Οι τοίχοι είναι πολύ άσπροι και τα χαμόγελα πολύ στενά. 


 Τέλος πάντων, αυτό που ήθελα να σου πω, είναι πως τότε, ήταν η πρώτη συνεδρία, τοτε, η γιατρός με είχε βάλει να της ζωγραφίσω πού ακριβώς πονάω. Και πώς. Πώς πονάω. Το σχέδιο ήταν άθλιο και χρειάστηκε να της εξηγήσω, πως πάνω στην καρδιά μου υπάρχει ένα χταπόδι, τυλιγμένο, και την τραβάει συνέχεια βαθιά, προς το στομάχι. 

 Τι; Όχι, είχαμε φύγει από το σπίτι με το περιμετρικό μπαλκόνι. Ήμασταν στην Αθήνα τότε. Ναι, το καλοκαίρι που τελείωσα την πέμπτη δημοτικού. Από εκείνο το καλοκαίρι, στην Αθήνα. Ναι. Δεν φύγαμε ποτέ, όχι. Δηλαδή, μέχρι που έφυγα εγώ.. Τον Σεπτέμβρη του '98. Όχι, δεν μαλώσαμε. Απλά έφυγα. Έβλεπα όλους τους γνωστούς μου να φεύγουν, και έφυγα και εγώ. 


 Και πήγα εκεί, ναι. 
 
   Νοίκιασα ένα σπίτι με κήπο, ήταν μονοκατοικία, μου άρεσε πολύ. Ήταν βέβαια μεγάλη αλλαγή. Έπιασα μία δουλειά, δεν είχα σπουδάσει αλλά τότε ήταν αλλιώς, πιο άνετα.. Σχολούσα τη νύχτα, αργά. Στο δρόμο γυρνώντας διάλεγα τα στενά που ήξερα πως κοιμούνταν τα σκυλιά. Περνώντας ήξερα πως θα ξυπνούσαν.. Κι επειδή τα τάιζα -ναι, τα τάιζα καμιά φορά, ξέρεις, τα αποφάγια- με ξέρανε, τη μυρωδιά μου, και με συνόδευαν.. Α, είχε δαγκώσει ένα σκυλί τον αδερφό μου, όταν ήμασταν μικροί, ναι. Τώρα, πώς να στο πω, τον είχε δαγκώσει χαμηλά, κάτω απ' τη μέση.. Στον ποπό, ναι. Με συγχωρείς για την έκφραση. Ναι, λοιπόν, δεν είχε τρομάξει, ίσως λίγο, δεν το παραδέχτηκε πάντως. Εμείς γελούσαμε, γιατί να μην γελάμε, αφού σου λέω τον δάγκωσε στον κω- στον ποπό, ήταν αστείο. 

 Φίλους; 


 Μετά γνώρισα τον.. Ναι, αυτόν. Ήταν πελάτης στο μαγαζί που δούλευα, ερχόταν συχνά, μετά από καιρό άρχισε να με φλερτάρει, ας πούμε. Κολακεύτηκα, ναι, βέβαια. Παντρευτήκαμε το 2002. Εκεί, ναι. Νοικιάσαμε άλλο σπίτι. Μαζί. Ήταν διώροφο, είχαμε μεγάλες προσδοκίες. (Γελάκι) ναι.. Πρώτη φορά συνέβη μετά τον γάμο, ωω, ναι, πολύ μετά τον γάμο. Δεν θυμάμαι, είχε εκνευριστεί για κάτι, κάπως έτσι, και εγώ είχα εκνευριστεί, για άλλους λόγους, δεν ήταν πάντως κάτι σοβαρό. Ήμουν πάντα διακριτική, ήμουν σίγουρα διακριτική. Δεν τον προσέβαλα, όχι. Τίποτα, σου λέω, ήταν εκνευρισμένος ήδη.. Και ήρθε σπίτι με τέτοια νεύρα.. Α, ναι, ήταν ευέξαπτος, ναι, αυτό το ξέρω. Και ανυπόμονος, ναι, και αυτό το ήξερα, από πριν παντρευτούμε το ήξερα. Βέβαια. Τέλος πάντων, τότε, ναι, τίποτα, απλά μιλούσαμε, και μετά ξαφνικά φωνάζαμε, και μετά ήμουν στο πάτωμα και το κεφάλι μου πονούσε. Πονούσε όπως τότε που είχα πέσει, στο μπαλκόνι, τότε, που σου είπα, ναι. Και είχα στη γλώσσα μου αυτή την γεύση, πώς να στο πω, είναι λες και αυτού του είδους οι πονοκέφαλοι, αυτός ο πόνος από την κρούση, να έχει συγκεκριμένη γεύση. Δεν ξέρω αν εσύ.. 

 Πολλές φορές μετά. Πολλές. Τις σημείωνα σε ένα τετράδιο, κάθε φορά τραβούσα μία γραμμούλα. Δεν το έχω πια, το πέταξα. Να μην το βλέπω. 

 Το διαζύγιο δεν το πήρα, το απαίτησα. Μαζί με άλλες δικαστικές διαδικασίες. Πήγα και βρήκα τον αδερφό μου, του ομολόγησα τι συνέβαινε τόσο καιρό, ήταν μεγάλο ταξίδι και αναγκάστηκα να πω ψέματα πως ήταν η μάνα μου άρρωστη και έπρεπε να κατέβω στην Αθήνα. Όταν τα 'μαθε όλα ο αδερφός μου, αποφάσισε να γυρίσει μαζί μου εκεί. Στο σπίτι μου. Εκείνη η μέρα ήταν η τελευταία που είδα τον άντρα μου. Τον πρώην, δηλαδή. 

 Σου είπα, μου λείπει ένα μπαλκονάκι.. 

 Θα ήθελα μια μέρα να τον βρω ξανά και να τον ρωτήσω τι στ' αλήθεια ήθελε τότε από εμένα. 

 Μετά τα πράγματα δυσκόλεψαν, ίσως και ποτέ να μην υπήρξαν ξανά εύκολα, σίγουρα ποτέ δεν βίωσα ξανά μια εποχή τόσο διαυγή όσο εκείνη στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων. Στο πρώτο σπίτι, πριν κατέβουμε στην Αθήνα. Με το περιμετρικό μπακόνι. Το σπίτι στην Αθήνα είχε κι εκείνο ένα μπαλκονάκι· είχε θέα τα μπαλκόνια των γειτόνων, μία ατέλειωτη θέα από ατέλειωτα μπαλκόνια, και είχαν όλα τους τα παντζούρια κλειστά. Κοίτα, θα σου πω, εγώ θεωρούσα για πολλά χρόνια πως η θλίψη είναι εξωτερική, εξωτερικός παράγοντας, πως υπάρχει, όπως υπάρχει ο καλός και ο κακός καιρός. Αστείο δεν ακούγεται; Τέλος πάντων, έχεις δίκιο, συγγνώμη. Έλεγα για τότε. Ναι. Λοιπόν, όταν τακτοποιήθηκαν τα πράγματα, ο αδερφός μου έφυγε ξανά. Εγώ όμως είχα ήδη.. δεν ξέρω.. Έμεινα εκεί. Και τώρα θα σου πω..λοιπόν, δες. Συνέχισα την δουλειά σ' εκείνο το μαγαζί κανονικά. Ένα βράδυ γυρνούσα, ήμουν πολύ κουρασμένη, και, αφηρημένη, πήρα τον δρόμο για το παλιό μου σπίτι. Εκεί που μέναμε, ξέρεις, με τον άντρα μου. Πήγα εκεί. Έφτασα χωρίς να το καταλάβω. Μπαίνοντας στο στενό μας, συνειδητοποίησα που είμαι, κι έκανα να φύγω, αλλά.. Κοίτα, το ξέρω πως θα ακουστεί περίεργο, όμως, τότε, τέλος πάντων, μου φάνηκε πως τότε άκουσα μία φωνή. Κραυγή, ας πούμε. Έστησα αυτί. Και τότε κατάλαβα πως ήταν η δική μου. Ήμουν μέσα στο σπίτι, στο παλιό μας σπίτι, και φώναζα βοήθεια. Την είχα πολύ ανάγκη, φώναζα σαν τρελή, κάποιος με χτυπούσε, με πονούσε πολύ, φώναζα πως θα με σκοτώσει. Και τότε, ακούγοντας εγώ αυτήν την κραυγή, έτρεξα στο σπίτι -εννοώ το παλιό, το γαμήλιο σπίτι- και χτυπούσα την πόρτα, τα παράθυρα, ούρλιαζα, δεν θυμάμαι και τι έλεγα, και τότε μου άνοιξε μια γυναίκα, φορούσε το νυχτικό της, την έπιασα από τα μπράτσα και τη ρώτησα αν είναι εντάξει, αν χρειάζεται κάτι.. Έκλαιγα, νομίζω πως έκλαιγα, ούτε και τώρα είμαι σίγουρη, μπήκα μέσα στο σπίτι χωρίς να την ρωτήσω, και έψαχνα σαν τρελή.. Κάτι. Δεν ξέρω, δεν ξέρω τώρα τι περίμενα να δω, αν περίμενα να δω εμένα. Τέλος πάντων, καταλαβαίνεις πως, αυτές οι κραυγές δεν υπήρξαν. Μόνο εγώ τις άκουγα. Η γυναίκα κάλεσε την αστυνομία και η αστυνομία κάλεσε τον αδερφό μου.

  Δεν τον κατηγορώ, όχι. Κανέναν δεν κατηγορώ. Θέλω να πω, για την αρρώστια μου, δεν κατηγορώ· τα συμβάντα όμως καμιά σχέση δεν έχουν με την ασθένεια. Για τα γεγονότα, προφανώς έχω μοιράσει τις ευθύνες. Καθένας έπαιξε τον ρόλο που του άρμοζε, σ' αυτήν την μικρή παρωδία της ζωής μου. Το αστείο άλλωστε ήταν στημένο εξαρχής. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, θα 'χε συμβεί κάτι άλλο. 

 Έρχεται τώρα εκείνη η γυναίκα, τώρα που σου μιλάω, και με ρωτάει αν είμαι εντάξει, αν χρειάζομαι κάτι. Πάντα ρωτάει αν είμαι εντάξει και αν χρειάζομαι κάτι. Μου λέει καληνύχτα πριν κλείσει την πόρτα, τα φώτα εδώ κλείνουν συγκεκριμένη ώρα και είναι η ώρα που πρέπει να κοιμηθείς. Κοιμάμαι πάντα από το αριστερό πλευρό, έτσι που η πλάτη μου να ακουμπά στον τοίχο, μόνο έτσι, μόνο έτσι με παίρνει ο ύπνος. Αλλιώς, έχω την αίσθηση πως κάποιος θα ρθει μες στο σκοτάδι, και θα μου καρφώσει ένα μαχαίρι στην πλάτη.