Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

"Τρόπικαλ"

  Τη μέρα που με έδιωξε απ' το σπίτι πήγα και την άραξα στο γνωστό παγκάκι που την άραζα και το καλοκαίρι και διάβαζα τα βιβλία μου και γούσταρα. Μόνο που εκείνη τη μέρα ήτανε καταχείμωνο. Ψωλόκρυο. Έτρεμα ολόκληρος. Στ' αρχίδια μου όμως. Άρχισε και να βρέχει. Πήγα και χώθηκα στην είσοδο μιας πολυεθνικής μαλακίας που -επειδή ήταν και πέντε το ξημέρωμα- ήταν ακόμα κλειστή για να μη βρέχομαι. Μαλακίες. Βράχηκα. Ήμουν όμως σωστός και είχα σκεφτεί να βάλω τον καπνό και τα λοιπά μου στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν, να μην τα πιάσει το νερό. Την άραξα, έβγαλα τον καπνό, φιλτράκια, χαρτάκια, έστριψα ένα, βάλθηκα να το καπνίζω. Δεν έλεγε να ξημερώσει. Δεν έλεγε και να σταματήσει να βρέχει. Περίμενα. 
  Ο ήλιος βγήκε στις έξι και σαράντα πέντε. 
  Ταπ, ταπ, ταπ, ταπ. Ποιος μαλάκας, πρωί πρωί; 
  "Έχεις φωτιά;"
   Φωτιά, ναι, έχω. Μέσα μου. Να σου ξεράσω λίγη; 
   "Ε; Ε, ναι, έχω."
   Έμεινα έτσι να κοιτάζω τον τύπο στα μάτια. Τι; Δεν την ζήτησε. Με ρώτησε αν έχω. Ε, ναι, έχω. 

    "Α. Νάις" Στρογγυλοκάθισε δίπλα μου χωρίς να ζητήσει τη φωτιά.Τα μπούτια μας αγγίζανε μεταξύ τους. Τον κοίταξα. Είχε στο στόμα ένα τσιγάρο στριμμένο, μισοτελειωμένο και σβηστό. Τα μαλλιά του ήτανε μαύρα, μακριά κι ανακατεμένα. Είχε κάτω απ' τα μάτια σακούλες. Όμορφος ήτανε, άμα ήμουν γκέι θα του έδινα έναν. Έτσι λένε οι Εγγλέζοι. Άι γουντ γκιβ χιμ ουάν. Μου το 'χε πει ο Αδάμ κάποτε. 
    "Βρέχει καλά, ε;" Μάλλον αυτόν τον έναν θα του τον έδινα αφού πρώτα του έραβα το στόμα. 
    Δεν απάντησα. Άραξα πίσω, συνέχισα να ρουφάω το τσιγάρο μου σα μαλάκας και να μη μιλάω.
   Μας πλησίασε ένα αδέσποτο. Το χάιδεψα. Μου έγλυψε το χέρι, έκανε να πλησιάσει και στις πληγές μου. Το άφησα να γλύψει το ξερό αίμα.
   "Εγώ δεν θα το άφηνα, στη θέση σου." Πήγα να του ψιθυρίσω ένα ξεγυρισμένο στ'αρχίδια μου, αλλά ο τύπος συνέχισε πριν καν προλάβω. "Θα πάθεις ψωρίαση ή λέπρα ή AIDS ή κάτι μολυσματικοτέτοιο, θα πρασινίσει το χέρι σου και θα στο κόψουνε." Μάζεψα το χέρι μου αηδιασμένος με την εικόνα του πράσινου χεριού τρολ που είχε μόλις διαμορφωθεί στο κεφάλι μου. Μου ρθε μια περίεργη αναγούλα.

   Το ξανασκέφτηκα. "Και πού το ξέρεις εσύ, ρε μαλάκα;" είπα και πλησίασα ξανά το αδέσποτο σαν πεισματάρης πεντάχρονος καριόλης που ήμουν, στην ψυχή έστω. Ο Περίεργος σήκωσε το δεξί του μανίκι και μου φανέρωσε το κενό που κρυβόταν από κάτω του, στη θέση του δεξιού του χεριού. Τα 'παιξα. Μάζεψα πάλι το χέρι μου μακριά απ' το σκύλο.
  Ο Ανάπηρος Καριόλης γέλασε με την καρδιά του. Με στράβωσε -με το μάτι- απογοητευμένος. "Ανάπηρος πολέμου είμαι, ρε στόκε. Γαμώ την κωλοκοινωνία σας, ό,τι σας πούνε αμέσως το χάβετε. Χάπατα." 
  Δεν ξέρω τι σημαίνει χάπατα. 
  Καθίσαμε πολλή ώρα στα σκαλάκια χωρίς να μιλάμε. Σταμάτησε η βροχή, ξημέρωσε κιόλας. Έστριψα και κάπνισα άλλα δύο τσιγάρα. Έβγαλα τον αναπτήρα μου και τ' άναψα αλλά ο τύπος δεν είπε τίποτα. Το τσιγάρο το 'χε ακόμα στα χείλη. Έκανα να του το ανάψω και τραβήχτηκε μακριά. 
  Δεν είπαμε τίποτα. 
 
  "Ξέρεις να στρίβεις;" 
  "Δεν με είδες;" Καλά, την παλεύει αυτός;
  "Σόρι, δεν πρόσεχα."
  "Ναι. Ξέρω."
  "Νάις."
   "Και 'συ, ε;" 
   "Τι κι εγώ;" 
   "Ξέρεις να στρίβεις." Δεν έχω ιδέα γιατί ρωτάω. 
   "Α. Όχι."
   "Και αυτό;" Έδειξα το τσιγάρο στο στόμα του. 
   "Μισαδάκι. Το βρήκα στο δρόμο." 
    "Α."
    "Δεν καπνίζω." 
    "Τότε γιατί;" 
    "Έτσι." 
     Πολύ σωστά. Έτσι. Γιατί; Έτσι. Πόσα; Πέντε. Τι πέντε; Τι πόσα; 
     Κατά τις δέκα το πρωί έφτασε στην πλατεία μπροστά απ' τα σκαλάκια κόσμος. Μαυροντυμένοι όλοι. Κλαμμένοι, άσχημοι και για τον πούτσο. Ήρθε και το μαύρο αμάξι. Βγάλανε από μέσα ένα μακρόστενο ξύλινο κουτί. Το κουβαλήσανε. Κατευθυνθήκανε προς την εκκλησία δίπλα απ' την πολυεθνική που καθόμουνα εγώ με τον τύπο. Μια γυναίκα ακολουθούσε τους μαυροντυμένους που κουβαλούσαν το κουτί. Κοιτούσε κάτω. Δεν της μίλησε κανείς και δε μίλησε σε κανέναν. Πίσω της προχωρούσε ο υπόλοιπος κόσμος. 
   "Μεγάλη καριόλα" είπε ο τύπος. 
   "Ποια;"
   "Αυτή." Έδειξε τη γυναίκα που περπατούσε μόνη της. 
   "Πού το ξέρεις;" 
   "Την ξέρω." 
   "Από πού;" 
   "Από παντού." Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό. Επίσης δεν ξέρω τι σημαίνει χάπατα. 
   "Γιατί;" 
   "Τι γιατί;"
    "Γιατί είναι καριόλα;" 
    "Ποιος είπε ότι είναι;" 
     Ένα παιδί έτρεξε και της φίλησε το χέρι. 
  
    "Μεγάλος μαλάκας." 
    "Ποιος;" 
     "Αυτός." Έγνεψε προς το μακρόστενο ξύλινο κουτί. Δεν θα πω την άλλη λέξη γιατί δε μ'αρέσει. Έχει μέσα πολλά ρο. 
    "Τον ήξερες;" 
    "Όχι." 
    "Τότε πού το ξέρεις;" 
    "Τον έχω δει μια-δυο φορές."
    "Πού;"
    Δε μίλησε για λίγο. "Εκεί που βλέπεις κι εσύ εσένα." είπε μετά. 
    Σαράντα επτά στάλες νερού έπεσαν απ' την τέντα στο πεζοδρόμιο. Τις μέτρησα. Ο κόσμος μπήκε μέσα στην εκκλησία. 
   
    "Δεν θα 'πρεπε να είσαι κάπου αλλού τώρα;" με ρώτησε. 
    "Δεν ξέρω. Εσύ;" 
    "Ούτε εγώ." 
    "Ίσως" είπα. 
    "Ίσως" συμφώνησε. 

   "Τελείως χάπατο." 
    "Ποιος;" 
    "Εσύ. Εγώ. Όλοι μας. Τέρμα χάπατα." 
    "Γιατί;" 
    Έδειξε τα ξεραμένα αίματα στα χέρια μου. Έγνεψε έπειτα προς την εκκλησία. "Χάπατα" μουρμούρισε πάλι. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη μου, έβγαλε τον αναπτήρα μου κι άναψε το τσιγάρο του. 
     "Δεν καπνίζω" είπε. 
     "Επίσης δεν είμαι νεκρός." είπε ξανά. "Ήθελα να είμαι αλλά δεν είμαι. Το έστησα όλο αυτό επειδή χρωστούσα." 
      Δεν εννοούσε στις Τράπεζες. 
      "Όποιος θέλει να πεθάνει είναι χάπατο." μουρμούρισα. Δε διαφώνησε. Δε συμφώνησε.
      Δεν έχω ιδέα τι σημαίνει χάπατο.  
       
      Ξανάρχισε να βρέχει. Πιο δυνατά αυτή τη φορά. Ο κόσμος βγήκε απ' την εκκλησία τρέχοντας. Όταν τελείωσε το τσιγάρο του, του έστριψα άλλο. Το πήρε, το έβαλε στο στόμα του και το άναψε κατευθείαν. Άρχισα πάλι να τουρτουρίζω. Έβρισα. Κοίταξα τα ρούχα του. Λεπτά σαν τα δικά μου. Κουρέλια. 
    "Βροχή ε;" Είπε. 
   "Αμέ" αποκρίθηκα. Θυμήθηκα κάτι. Γέλασα. "Τρόπικαλ." 
    
  

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

- Στη θέση που σου κράτησαν «στην τελευταία σειρά του θεάτρου» είσαι αρκετά μακριά από τη σκηνή, χάνεις τις λεπτομέρειες αλλά έχεις προοπτική και βάθος πεδίου. Είναι αυτό που σου πρόσφερε η απομόνωση στην Αμοργό ή βρέθηκες εκεί μόνο από την μεγάλη σου αγάπη για τη θάλασσα;
Π.Π.: Μακάρι να ήταν μονό φυσιολατρική η σχέση μου με τη θάλασσα. Φεύγουμε κάποια στιγμή νομίζω όλοι μας και απομακρυνόμαστε από τις λεπτομέρειες ελπίζοντας πως θα δούμε πιο καθαρά. Και καμία φορά βλέπουμε. Αν δεν είμαστε έτοιμοι αλίμονο... μεγάλη βλακεία.. λάθος κίνηση. Είναι η ερημία μια χαρά, αλλά θέλει και το χρόνο της. Πας για την ησυχία και βουίζει ο εαυτός σου. Ευτυχώς που αυτό δεν είναι πάντα κακό. Έτσι βρέθηκα και στην Ικάρια τότε. Νόμιζα πως είχα έρθει για διακοπές. Αγόρασα ένα τετράδιο απ’ αυτά που είχα να δω απ το δημοτικό και στην αρχή αισθανόμουν μια πρωτόγονη χαρά, σα να κάνω καμία αταξία. Έγραφα στην αρχή ασυναρτησίες και χαιρόμουν που κανείς δε θα με μαλώσει ή θα με βαθμολογήσει.. Μετά κατάλαβα ότι αυτές οι ασυναρτησίες ήταν και τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που είχα γράψει. Μου το είπαν αργότερα και οι φίλοι μου και πίστεψα ότι κάποια στιγμή θα τα κάνω βιβλίο. Θυμάμαι έναν όμορφο γέροντα που μου μιλούσε για τα κύματα και ότι δεν πρέπει να τα πλησιάζω αψήφιστα. Ότι από εκεί που πιστεύω ότι δε μπορεί να με πάρει το κύμα, να πάω άλλο τόσο μακριά γιατί θα περάσουν σαράντα εκεί κάτω αλλά ένα θα περάσει από πάνω μου και τότε να μην πάω να τρέξω αλλά να καρφώσω τα νύχια μου στο βράχο μέχρι να φύγει, αλλιώς άστα... Μου έσωσε τη ζωή χωρίς να το ξέρει. Κάποτε μου χρησίμευε η συμβουλή του στο κέντρο κάποιας πόλης .



Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Im(z)=

 Είχαμε κανονίσει ένα πρωί να έρθει να την πηδήξω. Έτσι, στο άσχετο, είχαμε πει: αύριο θα έρθεις να σε πηδήξω. Ήρθε. Άργησε βέβαια, πάντα καθυστερημένη ήταν, και κυριολεκτικά και μεταφορικά, της το 'λεγα κιόλας. Έχε χάρη που έχεις ωραίο κώλο, της έλεγα, μωρή καριόλα. Αν και δεν το εννοούσα. Πανέξυπνη ήτανε, στο καταβάθος. Σπίρτο. Ήρθε, λοιπόν, που λες, εκείνο το πρωινό που είχαμε πει πως θα έρθει να την πηδήξω. Αν και ήτανε Αυτή και ήμουνα ο Στέλιος και αυτά είχανε τελειώσει μεταξύ μας. Ειδικά απ' τη μέρα που της πέταξα αυτό το "έρωτας της στιγμής" και τα 'παιξε. Βέβαια μπορεί να τα 'παιξε και επειδή σηκώθηκα κι έφυγα και γύρισα μετά από δυο βδομάδες ζητώντας μόνο τα σλίπινκ μπαγκς. Τα τρύπια. Για να πάω στο Αιγαίο.
  Αλλά τι να κάνουμε. Ήμουν -είμαι, δεν πέθανα ακόμα- σωστό τυπάκι. Έτσι κάνουν τα σωστά τυπάκια. Σηκώνονται και φεύγουν κι έπειτα επιστρέφουν μόνο για να πάρουν τον υπνόσακό τους.
  Και αυτή σωστό τυπάκι ήταν, βέβαια. Λίγο σαλιάρα μόνο να μην ήτανε ώρες ώρες. Μεταξύ μας, όμως, δεν με πείραζε και τόσο, όπως και να το κάνουμε και τα σωστά τυπάκια θέλουν το σάλιο τους εδώ κι εκεί. Ντάξει, όχι να πούμε μωράκι μου, γλυκουλίνι μου, μαλακοπιτουρίνι μου και αηδίες τέτοιες, αλλά ένα σ'αγαπώ γαμώ τη μάνα σου της το 'λεγα. Έπαιρνε πολλές μπύρες κατεβατές αλλά της το 'λεγα. 

  Αυτή δεν απαντούσε. Ήτανε άλλη φάση. Ντοντ νόου γουάτ λοβ ιζ κι έτσι. Εντάξει, στ' αρχίδια μου. Αρκεί να την πηδούσα, να με άκουγε όταν μιλούσα και να τραγουδούσε όταν έπαιζα στην κιθάρα το Cocaine. Τα 'κανε όλα αυτά. Γούσταρε κιόλας. Μόνο όταν επέστρεψα μετά τις δύο εβδομάδες που την είχα κάνει μου 'πε πως της είχα σπάσει τ' αρχίδια με το κωλο-Cocaine και να πάω στο διάολο, γαμώ τον Έρικ Κλάπτον. Έτσι ακριβώς το 'πε, το θυμάμαι. Μετά πέταξε και κάτι για το φίλο μου τον κοκάκια, που τον κουβαλούσα σπίτι και έτρωγε το φαΐ μας και έπαιρνε τις κόκες του ανενόχλητος στο μπάνιο μας. Πέταξε επίσης και ένα πιάτο στο κεφάλι μου. Πλαστικό. Με γούσταρε.
  Της είχα πει και πως πηδιόμουνα με μια άλλη όταν έφυγα. Μούφες. Το 'πα απλά για να μη μου πρήξει τ' αρχίδια. Αν και δεν ήτανε τέτοια και δεν θα το 'κανε. Δεν ξέρω γιατί το 'πα. Είμαι λίγο μαλάκας γενικά. Γούσταρα να τη βλέπω έτσι για τον πούτσο. Κλαμμένη. Όσο καιρό τα 'χαμε ποτέ δεν κλαιγότανε. Μ' έβριζε, την έβριζα, είμαι το αρχίδι σου, είσαι καριόλα, χριστοπαναγίες, ξύλο, τέτοια, μετά άμα τραβούσε το βρισίδι για πολύ έβγαινε στο μπαλκόνι, τι Δεκέμβρης τι Γενάρης τη κατακαλόκαιρο το ίδιο της έκανε, και κάπνιζε. Αυτό το σάπιο καπνό που έπαιρνε, το βαρύ, τον χάλια. Μου 'ρχοτανε να ξεράσω και μόνο που τον σκεφτόμουνα. Έβγαινα κι εγώ έξω σα μαλάκας μετά από λίγο, μου έλεγε πως κάνει κύκλους, την άκουγα. Συζητούσαμε, εξωμαλυνόταν το πράγμα για λίγο, μετά αρχίζαμε πάλι τα βρισίδια. Σηκωνόμουν, έφευγα. Πήγαινα και κοιμόμουν σε παγκάκια. Τι Δεκέμβρης, τι Γενάρης, τι κατακαλόκαιρο, το ίδιο μου έκανε. Στις πέντε γυρνούσα ολόχεστος, αυτή η αναίσθητη ήτανε ήδη ξαπλωμένη και κοιμότανε. Στ' αρχίδια της. Στεκόμουνα λίγο, μην κάνω φασαρία και την ξυπνήσω ο μαλάκας. Την κοιτούσα, όμορφη ήτανε. Γδυνόμουνα, χωνόμουνα κάτω απ' τα σκεπάσματα και της έλεγα σ'αγαπάω, που να σε πάρει ο διάολος.
  Αν δεν τραβούσε για πολύ το βρισίδι εξ' αρχής, ήταν επειδή στη μέση του τσακωμού καυλώναμε ο ένας με τον άλλο και την πηδούσα. 

  Τι έλεγα; Α ναι. Κανονίσαμε λοιπόν και ήρθε σπίτι μου. Έμενα τότε σε μια γκαρσονιέρα στη Ζωγράφου. Τ' άξιζε τα λεφτά της. Απέναντί μου ήτανε μια πολυκατοικία που 'χε συνέχεια τα ρολά κλειστά. Μένανε άνθρωποι μέσα, αλλά είχανε τα ρολά κατεβασμένα. Γαμώ την Αθήνα σας, ανοίξτε τα παράθυρα να δείτε λίγο κόσμο. Στο διάολο, πρόβατα. 
  Ναι. Και ήρθε. Φορούσε ένα σορτς που δεν είχα ξαναδεί, και μια μπλούζα παλιά δικιά μου, μαύρη με μια στάμπα Lucky 13. Δώρο απ' τον αδερφό μου που σπουδάζε στα ξένα. Γαμάτη μπλούζα. Πολύ τη γουστάραμε και οι δύο. Εγώ και Αυτή, όχι εγώ και ο αδερφός μου. Του αδερφού μου στ' αρχίδια του. Είναι πιο κυρίλα. Δε φοράει Lucky 13. Πάντως εγώ κι Αυτή τη γουστάραμε πολύ. Τη μοιραζόμασταν. Έτυχε τη μέρα που έφυγα να είχε μείνει στη δικιά της τη ντουλάπα. Καβαζόπουστα και καριόλα. Έτσι ήτανε Αυτή. Άνοιξα την πόρτα, μπήκε, κάθισε στον καναπέ. Γεια δεν είπε. Ούτε εγώ βέβαια, αλλά αυτό είναι άλλο. Εγώ δεν έλεγα γεια ούτε τις μέρες που τη γούσταρα. Κάθισε, έβγαλε τον καπνό της, το σάπιο, το χάλια, έστριψε, κάπνισε. 
  "Δε σε πηδάω άμα βρωμάς σάπια καπνίλα"
  "Στ'αρχίδια μου" 
  Κακιά μέρα. Τις κακές μέρες πάντα ήτανε σκύλα. Έτσι, όπως σήμερα. 
  "Καφέ;"
 "Ναι, μια Φιξ θα την έπινα"
   Πήγα στο ψυγείο και πήρα δύο Heineken. Οι Φιξ είναι ακριβές και δεν τις αγοράζω. 
  "Πώς ήταν το Αιγαίο;"
  "Πότε;"
  "Δεν ξέρω. Τότε που πήγες."
  "Α, τότε. Κουλ."
  "Νάις."
  Την καριόλα.
  "Γαμώ τη μάνα σου"

  "Θενξ"
  "Όχι, το εννοώ."
  Με κοίταξε. Γέλασε. Ένιωσα καλύτερα. Δε μιλήσαμε άλλο μέχρι που τελείωσαν οι μπύρες. Σηκώθηκε, ήρθε, έκατσε πάνω μου, έβαλε τα χέρια μου στο σώμα της, να την αγγίξω, και καλά. Υπάκουσα. Την άγγιξα παντού. Την ήξερα κι απ' έξω. Κι από μέσα την ήξερα. Τη σήκωσα, την ξάπλωσα, την έγδυσα. Την πήδηξα. Τα στόματά μας δεν πλησιάσανε ούτε εκατοστό σ' όλη τη διάρκεια. Δεν αγγίξανε το ένα το άλλο. Ούτε με κοίταξε καθόλου. Όλο κοιτούσε τριγύρω. Σα να χάζευε. Αδιάφορη. Αφηρημένη. Θίχθηκα. Δεν το έδειξα.
  Δεύτερη φορά. Τρίτη. Μου έσπαγε τ' αρχίδια.
  "Μου σπας τ' αρχίδια." 

  Δεν απάντησε.
  "Η αδιαφορία σου κάνει φασαρία και μου σπάει τ' αρχίδια." 

   "Τελείωνε." Αυτό δεν ξέρω πώς το εννοούσε. 
   Έπιασα το πρόσωπό της με τα δύο μου χέρια, την ακινητοποίησα, τη φίλησα. Με δάγκωσε. Δεν έκανα πίσω. Έβαλα γλώσσα. Τη δάγκωσε κι αυτή. Συνέχισα. Πήγε να με χαστουκίσει, της έπιασα το χέρι, το ακινητοποίησα. Το ακούμπησα πίσω. Ενέδωσε. Το 'ξερα πως σου 'χα λείψει, καριόλα. Ήρθες εδώ να μας το παίξεις και καλά πληρωμένη πουτάνα. Χωρίς αισθήματα. Τα προσωπεία σου είναι για τον πούτσο. 
   Τα χείλη μας ξεκόλλησαν. Τα μάτια μου κλειστά. Ακούμπησα το κούτελό μου στο δικό της. "Ορίστε. Τώρα δε μου σπας πια τ' αρχίδια." Έτσι της είπα. Σωστός; 
  Τρίτη και μισή φορά. Τα βλέφαρά της κατεβασμένα. Ιδρωμένη. Πιο συγκεντρωμένη από ποτέ. Βαριανάσαινε κιόλας. Σαν να έτρεχε τρίτη φορά το Μαραθώνιο βαριανάσαινε. Σαν τους καταρράκτες του Νιαγάρα έτρεχε ο ιδρώτας. Η ανάσα της βρομούσε σάπιο καπνό και αλκοόλ. Θυμήθηκα τον πατέρα μου. Δεν μου τον θύμισε Αυτή, απλά έτσι, τον θυμήθηκα. Στο άσχετο. Έτσι είμαι εγώ. Λίγο μαλάκας. Θυμάμαι τον πατέρα μου τις πιο άσχετες στιγμές. Το πρόσωπό της ήταν εντελώς χαλαρωμένο. Ούτε σφιγμένα φρύδια ούτε τίποτα. Ούτε μαύρες σακούλες. Όταν μπήκε στο σπίτι ήτανε το ακριβώς αντίθετο. Δέκα χρόνια γερασμένη.
 Εικόνες. Γενάρης μήνας. Αυτή και η σκιά της. Ολόγυμνη, στο μπαλκόνι. Πάνω στο σεξ σηκώθηκε και βγήκε έξω να καπνίσει. Γενάρη μήνα. Γυμνή. Περίεργος τύπος. Χρώμα. Μαύρο. Κόκκινο. Τραγούδι. Come not when I'm dead. Δεν υπάρχει τέτοιο τραγούδι. Ή υπάρχει; Δεν ξέρω. Κάπου το 'χω διαβάσει. Το μυαλό του ανθρώπου είναι σαν την τσίχλα. Κολλάει. Κι αυτό κάπου το 'χω διαβάσει. Σ' ένα βιβλίο της. Απ' αυτά που διάβαζε και γούσταρε. Όταν ήταν κακόκεφη και το Cocaine της έσπαγε τ' αρχίδια και δεν υπήρχε τίποτα να κάνω εγώ για να πάρει στροφές. Αυτά διάβαζε τότε και γούσταρε και είχε πάλι κέφια. Come not when I'm dead. Come not when you're dead. You're dead. 
   Θυμήθηκα πού το είχα διαβάσει. Όχι αυτό με την τσίχλα, το άλλο. Το Come not when I'm dead. Μου το είχε στείλει σε μήνυμα. Η καριόλα. Στα γενέθλιά μου. Πέρυσι. Έτσι, στο άσχετο. Όπως θυμάμαι εγώ τον πατέρα μου στο άσχετο. Come not when I'm dead. Τι στον πούτσο σήμαινε αυτή η μαλακία δεν ήξερα. Γιατί με θυμήθηκε αυτή η καριόλα μετά από δύο χρόνια που δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε κουβέντα, πάλι δεν ήξερα. 
  Τα γενέθλιά μου τα έχω είκοσι έξι Ιούνη.  
  Δεν ήθελε πολύ-πολύ. Άρπαξα ένα μαξιλάρι. Από το πάτωμα. Αυτά που είχαμε πετάξει στο πλάι, να μη μας ενοχλούν, και καλά. Σκονισμένο. Της το έβαλα στη μούρη. Έτσι. Απλά. Το πίεσα κιόλας. Τα 'παιξε. Πιο πολύ απ' ότι τα 'παιξε τη μέρα που σηκώθηκα κι έφυγα. Έτσι είμαι εγώ. Παρορμητικός τύπος. Και γουστάρω. Είκοσι έξι Ιούνη. Come not when I'm dead. Άρχισε να με βαράει. Σταμάτησα να την πηδάω. Έμεινα από πάνω της γυμνός. Κάθισα στην κοιλιά της. Το μαξιλάρι ακόμα της το ζουλούσα στη μούρη. Άρχισε να βγάζει και ήχους. Μμμμμγκχ, μμμν, μαλακίες. Σκάσε. Μου έδωσε μία γερή στο μπράτσο. Τίποτα, απλά πέτυχε νεύρο. Η καριόλα, πάντα πετύχαινε νεύρο. Έχει στόχο. Και με μαξιλάρια στη μούρη έχει στόχο. Εμένα. Εγώ είμαι ο στόχος της. 
  Αυτή ήτανε η πρώτη γυναίκα που γάμησα. Και με γάμησε. Κι αυτό κάπου το 'χω διαβάσει. 
  Μου 'παιξε μία στην πλάτη με το γόνατό της. Πόνεσα. Συνέχισε να βγάζει ήχους. Σκάσε. 
  Έβγαλα το μαξιλάρι απ' τη μούρη της. 
  "Γιατί τότε;"
  Πήρε μια βαθιά αναπνοή. Ήτανε κόκκινη.
  "Πότε;"
  "Είκοσι έξι Ιούνη"

  "Γιόρταζα."
   Της έχωσα πάλι το μαξιλάρι στη μούρη. Το ξανάβγαλα.
   "Κι εγώ."

   "Το ξέρω. Δεν γιορτάζαμε το ίδιο."
   "Προφανώς."
   "Ναι."
   "Εσύ τι;"
    Κοίταξε αλλού.
    "Παγκόσμια ημέρα κατά των ναρκωτικών"

    Οι μύες μου έσφυξαν. Τόσο που ένιωθα ότι μπορούσα να τη στραγγαλίσω στο έτσι. Κρακ, έτσι. Της έχωσα το μαξιλάρι στη μούρη. Περίμενα. Άρχισε πάλι να με κλωτσάει, να με βαράει. Της έριξα μια δυνατή μπουνιά στο στομάχι. Περίμενα. Έβγαζε πάλι ήχους, μχχχ, μγγκκκ, παπαριές. Σκάσε.
   Έσκασε.

   Σταμάτησε και να με βαράει. Γενικά, σταμάτησε. Να με κλωτσάει, να βγάζει ήχους, να τρέμει. Δεν έκανε τίποτα. Περίμενα λίγο ακόμα. Είναι καριόλα αυτή. Μπορεί να υποδυόταν. 
   Πέρασε ώρα. Δεν άλλαξε τίποτα. 
   Σήκωσα το μαξιλάρι. Το παράτησα στην άκρη. Την κοίταξα στα μάτια, τα ορθάνοιχτα, τα νεκρά. Γέλασα. Πλησίασα τα χέρια της στη μούρη μου. Είδα τις τρύπες. Σηκώθηκα. Ντύθηκα. Πήρα τον καπνό της, έστριψα ένα τσιγάρο. Το άναψα. Βρομούσε, είχε και σκατά γεύση. Το παράτησα στο τασάκι να καίγεται. 
 Σήκωσα το βλέμμα, κοίταξα στον καναπέ. Δεν ήταν εκεί. 
  Γουάι ντιντ γιου κομ σινς γιου γουέαρ ντεντ????????????? 




Re(z)=

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Πέρασαν χρόνια και κατάλαβα τι φταίει που όλοι δειλιάζουνε μπροστά στην ομορφιά.

 Σήμερα ήρθε, μετά από τόσο καιρό, και με βρήκε πάλι. Χτύπησε την πόρτα μια φορά μόνο, απαλά και διακριτικά· θα 'λεγε κανείς πως τη χτύπησε σα να μην ήθελε ουτ' η ίδια ν' ανοίξω. Ήτανε όμως που στο δωμάτιο τη μέρα ετούτη -σα να το 'χα φροντίσει, θα πεις - επικρατούσε σιγή νεκρική από νωρίς. Ουδεμία μουσική, ούτε κάποιο παροντικό δρώμενο κι ουδεμία ανάμνηση δεν τόλμησαν σήμερα να εισβάλλουν στο δωμάτιο. Μείνανε όλα κλειδωμένα απ' έξω εσκεμμένα, λες και δεν είχανε χέρια ν' απλώσουν και ν' ανοίξουν. Κι έτσι το χτύπημά της ακούστηκε πολύ πιο ηχηρό απ' ότι κι η ίδια επιθυμούσε. Ήξερα, πριν καν ρωτήσω, ποιος κρυβόταν πίσω απ΄την πόρτα μου. Πέρνα, της είπα, πέρνα. Καιρό είχες. Μου χαμογέλασε· έκλεισε την πόρτα πίσω της μα δεν τόλμησε να κουνήσει ούτε σπιθαμή πιο πέρα απ' το κατώφλι. Κι ήτανε, να δείτε, τόσο όμορφη, που λιώσανε οι οφθαλμοί μου και κυλήσανε στα πόδια της, διψασμένοι ν' αγγίξουνε την ομορφιά. Πού χάθηκες, τη ρωτάω, τόσο καιρό; Με κοίταξε, το χαμόγελο έσβησε κι ύστερα σχηματίστηκε ξανά. Κάθε βράδυ ερχόμουνα, μου λέει. Κάθε βράδυ εδώ ήμουν και χτυπούσα την πόρτα μια φορά, απαλά, διακριτικά, σαν και σήμερα. Τι να σε κάνω, όμως, που δε μ' άκουγες, συνεχίζει. Είχες εδώ μέσα φασαρία πολλή.
  Αμέ, της λέω. Να με συγχωράς, μα ούτε που σε νοστάλγησα, κι ούτε που ένιωσα την έλλειψή σου. Μείνε όμως, μείνε- να μείνεις, της λέω. Να, για χάρη σου, τα κλειδώνω όλα απ' έξω. Τόσο όμορφη είσαι, της λέω. Να, ορίστε, να, τα κλειδιά- παρ' τα. Της τα δίνω. Φυλάκισέ με εδώ μαζί σου, συνεχίζω. Πέφτω στα πόδια της κι ικετεύω. Μη φύγεις μόνο, της λέω. Τώρα που 'ρθες πάλι. Αν και ούτε που σε νοστάλγησα ούτε που ένιωσα την έλλειψή σου.
  Εκείνη λόγια δεν είχε να μ' απαντήσει. Και τι να πει; Που ούτε που τη νοστάλγησα ούτε που ένιωσα την έλλειψή της, μα ξάφνου τώρα που εμφανίστηκε πάλι μπροστά μου δεν τολμώ ούτε να διανοηθώ το δωμάτιο χωρίς την παρουσία της. Κι απορώ πώς τον έζησα τον καιρό όλο ετούτο χωρίς εκείνη. Απορώ πώς δε μου πέρασε ούτε για ένα λεπτό η επιθυμία να διώξω τις φωνές και να κλείσω τα παραθυρόφυλλα, ν' αδειάσει πάλι ο χώρος και να εισβάλλει εκείνη. Γιατί -γνωστό είναι- πως στη φασαρία δεν θα επιζούσε.  Έσφαλα, της είπα τελικά, μετά από ώρα που στεκόμασταν εκείνη στο κατώφλι μου κι εγώ στην άλλη άκρη· έσφαλα και είναι ώρα μου να πληρώσω. Γδύσου, της λέω, γδύσου και πέτα τα ρούχα στη φωτιά. Να μείνεις γυμνή, της λέω, να νιώσω την ασκήμια σου να ρέει στα σωθικά μου. Γυμνή να 'σαι, της λέω, ατέρμονη, ατελείωτη, αστείρευτη. Να πονάς την κάθε σπιθαμή μου. I was the one to lock you out. It was my human error.