Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

  Λευκός θάλαμος. Μέχρι να την κοιτάξω στα μάτια ήμουνα σίγουρη πως το 'χε πλέον πάρει απόφαση, ήθελε να τελειώνει. Γι' αυτό και οι αρρυθμίες. Τα μαλλιά της ήτανε πιο άσπρα και λίγο αχτένιστα. Καθισμένη στην λευκή καρέκλα δίπλα στο λευκό κρεβάτι, αγκαλιά με το μπαστούνι. Δίστασα να καθίσω στο λευκό σεντόνι. "Ανάθεμά τα" λέει, "όλα λευκά εδώ μέσα. Λες και προετοιμάζουνε το μάτι για τον παράδεισο". Γελάμε. 
  Δεν ρώτησα τι κάνει. Έβλεπα. Το μάτι το δεξί, κουρασμένο. Όπως το 'χα φανταστεί, ήθελε να τελειώνει. Το μάτι τ' αριστερό όμως, το καταραμένο, είχε πεισμώσει. Ήθελε κι άλλο. Κι άλλο. Κι άλλο. Μπήκε μέσα ο άντρας της, στο χέρι μια κούτα ζαχαροπλαστείου. Χαμόγελο. Κερνά όλο τον θάλαμο. Όλα τα κρεβάτια. Τον γέρο που έφτυνε σ' ένα διάφανο ποτήρι κάθε εικοσάλεπτο, την γριά με τον ορό και τον τρίτο, τον κοιμισμένο. Και τους επισκέπτες. Κάνουμε ελαφρά συζητησούλα και νιώθω λες κι είμαστε πέντε βλάκες καθισμένοι γύρω από έναν ανεμοστρόβιλο και μαλώνουμε για το ποιός θα κλείσει το παράθυρο, γιατί μπάζει.. " Όλο τρύπες είμαι, παιδί μου" μου λέει. "Παντού με τρυπήσανε, να, κοίτα 'δω, κασέρι με κάνανε. Δεν βρίσκανε φλέβα για τον ορό." Κοιτάζω. Μώλωπες, γάζες και μπαμπάκια. "Ασ' τ' αυτά", της λέω, "τα κάνεις για να σκαπουλάρεις το μαγείρεμα". Γελάει. Και τα μάτια όλο ζητάνε κι άλλο. Κι άλλο. Έρχεται η νοσοκόμα, να περιμένουμε για λίγο έξω, λέει. Βγαίνουμε στο διάδρομο. Γεμάτος φωτάκια και χριστουγεννιάτικα ψιψιψόνια. Όπως το 'λεγε: μες στα σκατά ως το λαιμό, αλλά ευτυχώς, χτενιζόμαστε ακόμη. 
  Βόλτα στους διαδρόμους. Οι πόρτες των θαλάμων ανοιχτές· ανταλλάσω φευγαλέες ματιές μ' άλλους επισκέπτες· στ' αυτιά μου φτάνουνε ανακατεμένες συζητήσεις: Καλά Χριστούγεννα, να το παίρνεις το χάπι, και βγαίνω στο μπαλκόνι και τι να δω, περαστικά σου.. Κάθε τρία βήματά της είναι ένα δικό μου, κι όμως, όσο προχωρά, τόσο τεντώνει το χαμόγελο. Με το 'να χέρι το μπράτσο μου, με τ' άλλο το μπαστούνι. Σκέφτομαι πως αυτό το σώμα, το ξεφτισμένο, δεν λειτουργεί παρά μόνο με βοήθεια.Η καρδιά. Τα πόδια. Τα χέρια. Το κεφάλι. Ένα σώμα όλο μπαλώματα.
  
  Ο θάλαμος τώρα σχεδόν άδειος, είμαστε οι μόνοι επισκέπτες. Ο γέρος που φτύνει ανάβει τηλεόραση. Ειδήσεις. Μπαίνει μέσα η αδερφή της. Η μεσαία. "Μωρή" της λέει, "Δεν είπαμε πώς πρώτα θα παντρέψουμε τα εγγόνια κι ύστερα θα την πουλέψουμε;" Γέλια. "Άι κι εσύ" απαντά. "Εγώ θα μείνω κι αφού τα παντρέψω". Μου κλείνει το μάτι. Το δεξί, το κουρασμένο. Ηρεμώ. 
  Με ρωτάνε πώς είναι στο νησί. Τους λέω. Έτσι κι έτσι. Αν έχει πρόσφυγες. Έχει, λέω. Και πού μένουνε; Εκεί κι εκεί, τους λέω. Στο δρόμο, στα παγκάκια, στα πάρκα. Η αδερφή της -η μικρή. Μπαίνει μπροστά. "Και γιατί δεν καθόντουσαν σπίτια τους;" Αναστενάζω. Ο αδερφός μου με κλοτσάει στα κρυφά. Να ηρεμήσω. Της πιάνω τα χέρια. Από πού ν' αρχίσω. Και πού να φτάσω. Στα ασημένια σκουλαρίκια της σχεδόν βλέπω να γυαλίζουνε τα μάτια των πνιγμένων. Από πού ν' αρχίσω. Με προλαβαίνει εκείνη. Απ' την καρέκλα της. Με το μπαστούνι αγκαλιά, μ' αυτόν τον ορό σ' όλο το σώμα να 'ναι ο μόνος λόγος για τον οποίο είναι ακόμα ζωντανή, κι αυτές τις τρύπες, τις αμέτρητες, στα χέρια. "Δε μου λες,
ο παππούς κι η γιαγιά, τότε, γιατί φύγαν απ' το σπίτι τους, μωρέ, γιατί φύγαν, ξέχασες; 
Ξέχασες;"

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

ένα δέντρο μια φορά

 Αέρας ψυχρός, έκλεισα σφιχτά την ζακέτα μην παγώσω, τρέξανε δάκρυα απροειδοποίητα. Ανοιγότανε μπροστά ο δρόμος, κι εγώ ξωπίσω, αφελής, παρθένος ταξιδιώτης.. σαν τ' άλογο που τρέχει να προφτάσει τον μεζέ που του κρεμάσαν απ' το κεφάλι. Θυμήθηκα τα χέρια. Το ποδοβολητό. Αυτή τη νύχτα που -ξελογιασμένοι- νομίσαμε πως θα 'χει λευκό ξημέρωμα. Βαριαστενάζουν τώρα τα ροζιασμένα μάγουλα και μουρμουρίζουν, τόση ανηφοριά για το τίποτα. Και τα πιτσιρίκια γυρνούν και τους δείχνουνε μ' ασέβεια τη γλώσσα.. Θυμήθηκα τα μάτια τα κόκκινα, τα βαριά, που τόσες φορές απ' το πιοτό σκοντάψαν στις αλήθειες μου. Κι άλλες τόσες, τρομαγμένα, αλληθωρίσαν. Θυμήθηκα την γεύση της ζαβολιάς, την έξαψη, τον προσποιητό πονοκέφαλο. Τις κλεμμένες τσίχλες, τα απανωτά τσιγάρα, τον φόβο της πρώτης φοράς. Τον ήχο των γυάλινων ποτηριών όταν συγκρούονται, και πώς μύριζαν οι δρόμοι εκείνο το πρωινό που γελούσαμε κρυμμένοι πίσω απ' τους κάδους, μ' εκείνο τον μπάτσο που έχασκε απορημένος στη θέα του στηθόδεσμου που κρεμότανε απ' την ταμπέλα του τμήματος.. Τώρα του σκύλου τα πόδια τρέμουνε απ' τον πόνο καθώς περπατά, και τ' άλογο πια πονηρεύτηκε κι άρχισε να κοιτάζει δεξιά-αριστερά· του καφενείου τα ρολλά κατεβασμένα, κι αυτά τα πετάλια όλο σκουριάζουνε στην αποθήκη. Μα εγώ, καρντάς, ακόμα αναβοσβήνω. Δεν ξεχάστηκα κι ούτε με φάγανε τα ψυγεία και τα σούπερ μάρκετ τους. Κι ούτε σέρνομαι· μόνο τρέχω, τρέχω, τρέχω.. 

(Σύντροφε που ξανοίγεσαι, που χάνεσαι και φεύγεις
ας δωσουμ' όρκο, με καιρούς, να σ' εύρω ή να μ' εύρεις.) 

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

απόσπασμα από το βιβλίο "η γιορτή της ασημαντότητας"

"Από καιρό ήθελα να σου μιλήσω για κάτι. Για την αξία της ασημαντότητας. Εκείνη την εποχή σκεφτόμουν κυρίως τις σχέσεις σου με τις γυναίκες. Κι ήθελα να σου μιλήσω για τον Κακλίκ. Τον μεγάλο μου φίλο. Δεν τον γνωρίζεις. Ξέρω. Ας τ' αφήσουμε. Τώρα την ασημαντότητα την βλέπω κάτω από εντελώς διαφορετικό πρίσμα, κάτω από ένα πιο δυνατό, πιο αποκαλυπτικό φως. Η ασημαντότητα, φίλε μου Ντ' Αρντελό, είναι η ουσία της ύπαρξης. Είναι μαζί μας παντού και πάντοτε. Είναι παρούσα ακόμα και εκεί που κανένας δεν θέλει να τη δει: στις φρικαλεότητες, στις αιματηρές μάχες, στις μεγαλύτερες δυστυχίες. Συχνά χρειάζεται θάρρος να την αναγνωρίσουμε μέσα σε τόσο δραματικές συνθήκες και να την πούμε με τ' όνομά της. Αλλά το θέμα δεν είναι απλώς να την αναγνωρίσουμε, πρέπει να την αγαπήσουμε την ασημαντότητα, πρέπει να μάθουμε να την αγαπάμε. Εδώ, σ' αυτό το πάρκο, μπροστά μας, κοίτα, φίλε μου, είναι παρούσα σ' όλο της το μεγαλείο, μ' όλη της την αθωότητα, μ' όλη την ομορφιά της. Ναι, την ομορφιά της. Όπως το 'πες κι εσύ ο ίδιος: η τέλεια και απολύτως άχρηστη ζωντάνια.. τα παιδιά που γελούν.. χωρίς να ξέρουν γιατί, δεν είναι όμορφα όλα αυτά; Μύρισε, Ντ' Αρντελό, μύρισε, φίλε μου, αυτήν την ασημαντότητα που μας περιβάλλει, είναι το κλειδί της σοφίας, είναι το κλειδί της ευδιαθεσίας.."



Μιλάν Κούντερα, η γιορτή της ασημαντότητας

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

 Ποιος θα περίμενε ότι το έμβρυο θα βγάλει μια μέρα τα δικά του αγκάθια. Ποιος να μάντευε πως οι άχαρες παιδικές νότες θα γίνουν μια μέρα κομμάτι του μεταθανάτιου ρέκβιεμ. Ποιος να νοιαζόταν, άλλωστε. Αφού η θνησιγένεια είναι έμφυτη. Ρέει. Στο αίμα. Ποιος να το περίμενε, πως τα αθώα παιδικά χέρια μια μέρα θα στραγγαλίσουν το όνειρο. Επιδέξια κι εσκεμμένα. Ό,τι γεννιέται πεθαίνει· και ξαναγεννιέται· και πεθαίνει ξανά. Τα νεκρά και τ' ασάλευτα θ' αποκοπούν απ' το ζωντανό σώμα· θα κυλήσουν καταγής και θα περιμένουν στωικά την αποσύνθεσή τους- για να γίνουν, τελικά, το λίπασμα της νέας εποχής. Η φύση διδάσκει τον κύκλο αιώνες τώρα. Τα παιδικά γέλια τρέχουν πάνω στα δάκρυα των γερόντων. Κουτουλάνε με τους ανέμους, γλιστρούν, πέφτουν κατάχαμα, λασπώνονται. Βάζουν μπρος τα δυο τους χέρια, να 'σου πάλι. Κι ύστερα, μπαμπά; Ύστερα, κολοκυθόπιτα. Τι χολοσκάς; 

μπαντ τάιμινγκ

  Ήτανε τα γενέθλιά της κι εγώ ένιωθα λες και μου ξεριζώνανε απ' τα σωθικά μου τις ρίζες της. Φορούσα το γκρίζο φόρεμα κι ήμουνα ξυπόλυτη. Λέγαν όλοι τι όμορφη που είμαι κι εκείνη συμφωνούσε. Γιορτή στην παραλία. Γέλια κι αυταπάτες. Εκείνη ντυμένη θαλασσί, σαν και πάντοτε. Ήμασταν στο δωμάτιο και χάζευε τον καθρέπτη· εγώ όρθια πίσω της· με ρώτησε κάτι, δεν απάντησα· μόνο χαμογέλασα σ' αυτήν την ομορφιά· την αγκάλιασα. Κατηφορίσαμε μαζί προς την ακτή. Είχανε κουβαλήσει κάτι φίλοι κιθάρες και τα σχετικά. Μεζέδες κι ελαφρύ αλκοόλ· ό,τι ψιλά είχαμε· μου προσφέρανε να πιω, αρνιόμουν, ήτανε βλέπεις τα χάπια. Της χαρίζανε κάτι βραχιόλα από κοχύλια και τα ρέστα, εκείνη χαρούμενη δεχότανε ευχές και δώρα, χαμογελούσε, αγκαλιές, φιλιά.  Τα 'βλεπα όλα αυτά κι αυτή η αίσθηση όλο και φούντωνε. Πόνος παράλογος, δυσανάλογος, άμορφος. Υγρός. Εισπνοή-εκπνοή, προσπαθούσα να εστιάσω. Συγκαταβατικό γέλιο, ψιλές συζητήσεις, δεν καταλάβαινα τίποτα. Τόση οργή, τόση. Έτοιμη να χυμήξει σ' οποιονδήποτε. Να πληγώσει οτιδήποτε. Ήμουν η μήτρα που της κλέβανε τ' αγέννητο παιδί της. Ήμουνα λουλούδι και σκοτώναν τους ανθούς μου· το δηλητήριο παράγεται ενστικτωδώς· συσσωρεύεται ύπουλα κάτω απ' τη γλώσσα. Συγγενείς, φίλοι, χειραψίες, κρύα φιλιά στο μάγουλο. Μου 'ρχόταν να ξεράσω. Θυμόμουν την Γκρίνα: Where are your feelings? Do not analyse. Locate. Locate. Συγκεντρωνόμουν στα πράγματα γύρω μου· αποστείρωνα ό,τι περνούσε απ' το βλέμμα μου· ρυτίδες· δάχτυλα· στυλό· φιλτράκι, χαρτάκι· ψίθυροι· ροζιασμένα ζυγωματικά· απόηχος γέλιου· σκεφτόμουν: the most beautiful bitter fruit. Κοιτούσα πέρα, πέρα απ' την παραλία, πέρα απ' την θάλασσα, πέρα απ' το τίποτα. Μετρούσα εισπνοές, αναπνοές, και πάλι εισπνοές. Έκλεινα τα μάτια και συλλογιόμουν όλα τα δωμάτια που μου 'πανε πως περιμένουν. Τα πρόσωπα και τα δωμάτια. Το μυαλό δεν άντεχε. No pain like this body. No pain like this body. Ήτανε τα γενέθλιά της κι εγώ όλο κι ένιωθα λαγνεία για θάνατο. Δίψα. Τι 'ν' όλ' αυτά τα χέρια που σ' αγγίζουνε· γιατί δεν είναι τα δικά μου· πώς χαρίζεις γέλια σ' αυτά τα ξένα μάτια. Καθ' ίντσα μου διαλυόταν μπροστά στο άπειρο των πιθανοτήτων· το μυαλό χανόταν· ήμουν η ίδια μία Βαβέλ· τα χέρια μου ήταν πια αυτόνομα· είχαν την εξουσία της απόφασης. Τέτοιες φορές το κενό μεταξύ εαυτού και κόσμου είναι υπερβολικά αισθητό· σχεδόν απτό· σχεδόν τ' αγγίζω καθώς πάλλεται. Η ψυχή μου σκούριασε στις αέναες παλινδρομικές κινήσεις. Το μυαλό είναι μια κούνια· μια γαμημένη κούνια· πίσω-μπρος, πίσω- μπρος, πίσω-μπρος, μπρος, μπρος. Πίσω. Φαντασιωνόμουν τη βία· με κυρίευε η εκστατική αίσθηση της καύλας· ποιος καριόλης κατάσχεσε το δικαίωμα να κρίνει τις νευρώσεις μου; Ούρλιαζα. Ούρλιαζα. Γαμώ το Χριστό σας, τετράγωνοι. Ήτανε τα γενέθλιά της κι εγώ μετρούσ' αντίστροφα τις ώρες μου έξω. Ρωτούσα και ξαναρωτούσα. Δεξιά- αριστερά επαναλαμβανόμενες κινήσεις, ήμουνα ο χρόνος, φώναζα, την είχα πιάσει απ' το λαιμό κι έσφιγγα, έσφιγγα, έπεσα στο πάτωμα, τα μάτια κλείσανε, αρχίσαν οι εικόνες. Η κούνια. Πρώτη μέρα σχολείο. Το χαστούκι. Πρώτη τιμωρία, πρώτο φιλί, κυνηγητό, κρυφτό, ιδρώτας. Η σκισμένη μπάλα. Το βιβλίο. Τα βιβλία. Τα μάτια. Η συναυλία. Πρώτη μπύρα. Πρώτος καφές. Ταξίδι. Ατελείωτες ώρες στο ΚΤΕΛ. Αγκαλιά. Γέλιο. Κι αυτή. Εκείνη. Η οποία. Της οποίας. Τα σεντόνια μου. Η βαλίτσα. Το κόκκινο πιτσίλισμα· κι έπειτα το γραφείο· η γιατρός. Χαρτιά, στοιχεία, υπογραφές, αποφάσεις. Για μένα, χωρίς εμένα. Και πάλι εκείνη. Εκείνη. Εκείνη. Πρώτη φορά. Ιδρώτας, ηδονή, οργασμός. Χαμόγελο. Βαριές ανάσες. Σ'αγαπώ. Ωραία, εντάξει. Δεύτερη. Τρίτη. Ατελείωτες. Και 'γω. Κρυφά. Το δέρμα, τα μάτια, ο ήχος. Η γεύση. Και 'γω. 

  Ξύπνησα στο δωμάτιο. Μαστουρωμένη κι ήρεμη απ' τα χάπια τους. Η ρόμπα στο νούμερό μου, λες και με περιμένανε. Σκεφτόμουνα πάλι τη Γκρίνα: πάντα, κάπου, υπάρχει ένα δωμάτιο που σε περιμένει.
     Τα βλέφαρα βάρυναν. 

 

   Κι από τότε, δεν την ξανάδα. 

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

τόξικ

κι έτσι παραδώθηκε αυθάδως στον αυνανισμό της 
πριν καν το συσσωρευμένο δάκρυ κυλίσει στο μάγουλο
όπως ακριβώς κάθε έκφυλη ψυχή θάβεται εκούσια 
στην αγκαλιά της πρόσκαιρης ηδονής
στήνοντάς την οχυρό 
μεταξύ εαυτού και καθρέπτη
και απ' τις πηγές της ποτίζοντας 
την ανυπέρβλητη λήθη

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

για ένα γραμμόφωνο που ολοένα ξεκουρδίζεται

 "Τραγουδά κάτω απ' τα δέντρα" διάβαζα στα γράμματα που 'τανε χαραγμένα στο κλαδάκι που μου χάρισε. Το 'κλεισα στην παλάμη μου κι άφησα να γίνει η ψυχή μου. Κι έτσι, όσα τα λιθάρια που κρεμούσανε τα χρόνια στην πλάτη μου, τόσα και τα τραγούδια που γεννούσα στο δρόμο, να γίνουνε συντρόφια μου. Ήτανε τα τραγούδια μου μαύροι λύκοι και διώχνανε μακριά τους γδάρτες των ονείρων· ήτανε και κατάλευκα σκυλιά, να φέρνουν σιμά μου όσα μ' αξίζαν καλοκαίρια.. Έτσι χάθηκα, κι εγώ, κάποτε, σ' ένα μουσικό κοχύλι· οι μέρες μου πνιγίκανε στις αέναες παλινδρομικές κινήσεις· ήτανε η ζωή μου, λες, μια τραγική ομορφιά. 


Και τα τραγούδια μου βαφτίστηκαν στη μελαγχολία της ευτυχίας. 



Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

πού να τό 'ξερα κι εγώ 
πως θα ξυπνούσανε μια μέρα πεινασμένα όλα τα χαμογελαστά στόματα στις παλιές φωτογραφίες 
και θα λυσσάν για την ψυχή μου


Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

μετακόμιση

η μόνη κούτα που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της 
ήταν εκείνη
με τους χειμώνες μας. 

αυτήν, 
αφού την ασφάλισα προσεχτικά με άπειρη χαρτοταινία, 
την φυγάδεψα ύστερα απ' την πίσω πόρτα.


Η επιγραφή της ήταν άκρως κατατοπιστική:
                    Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΕ 

                       ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ 






το επόμενο πρωί,
τη βρήκες -έκπληκτος-
στο κατώφλι σου. 

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

αλκυονίδες

 εκείνη τη νύχτα, θ' ανησυχώ πάλι μην και οι γοργονάνθρωποι μου κλέψουν τα κοχύλια που μάζεψα, θα 'χω μπλαβισμένα γόνατα και στις τσέπες μου κρυμμένες μου τις καραμέλες απ' τη ρεσεψιόν. στο κρυφτό ενώ τα φυλάω θα τρέμουνε τα πόδια μου απ' τις χτεσινές τρομαχτικές ιστορίες, και θα ρωτήσω τον αδερφό μου πώς πάει το τραγουδάκι μετά το πέντε-δέκα-δεκαπέντε. διακοπή παιχνιδιού για να μιλήσω με τον μπαμπά στο τηλέφωνο. θα κλείσω βιαστικά. θα κλέβω ματιές προς τους μεγάλους π' όλο κάθονται στις καρέκλες τους και μιλάνε και πίνουνε κάτι ποτά που βρωμάνε και δεν θα καταλαβαίνω. αλλά θα ζηλεύω. θα 'χουμε ιδρώσει και θα 'μαστε λαχανιασμένοι· οι μαμάδες δεν θα μας δίνουνε λεφτά για παγωτό· θα μαζέψουμε τα ψιλά μας και θα φάμε όλοι μαζί δυο μπάλες κι ένα χωνάκι. ο γιάννης θα τραβάει τα μαλλιά της λεώνης. θα του πει μια κακιά λέξη κι ύστερα δεν θα μιλιούνται. θ' αποφασίσουμε ύστερα πως τελευταίο βράδυ, δεν γίνεται να 'μαστε μαλωμένοι. θα τους πω για τον εφιάλτη μου κι έπειτα για λίγο δεν θα μιλάμε. όταν θ' ακουστεί ο ήχος και το πλατσούρισμα απ' τη θάλασσα, πέντε ζευγάρια μάτια θα συγκεντρωθούν προς τον ωκεανό και θα ψάχνουν· ο μενέλαος θ' αφηγηθεί ό,τι του 'πε ο πατέρας του για το γιγάντιο καλαμάρι. θα 'ναι σκοτεινά, δεν θα φοβόμαστε γιατί θα 'μαστε όλοι μαζί. θα δώσουμε όρκο να μείνουμε ξύπνιοι μέχρι το πρωί και στις τρεις το ξημέρωμα θα μας γυρίσουνε οι γονείς στα κρεβάτια σηκωτούς. εκείνη τη νύχτα, θα μυρίσω μες στο σκοτάδι τα μαλλιά της μάνας μου και θα της εκμυστηρευτώ πως τα κοχύλια μου τα 'κρυψα κάτω απ' το μαξιλάρι. 

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

"όχι πια εδώ"

 και με τη νύχτα πίσω να σέρνεται ξεγλιστράνε οι περαστικές μεθυσμένες στα στενά και φωνάζουν και βρίζουν και τρεμοπαίζουνε στα στήθια τους τα φώτα των δρόμων
  των απέραντων
  δρόμων 
  και κρύβονται στις τρύπες τους και τη σκιά αγκαλιάζουν οι δυστυχίες του κόσμου ξέπνοες φοβισμένες από την τόση 
  ευτυχία 
  που ξεχειλίζει και πάλλεται 
  και στα χείλη χορεύει 
  
  και 'γω καταραμένος ποντικός, της πόλης το ξέβρασμα, των σκουπιδιών ο πρίγκιψ
  στις γωνίες χωμένος, τρύπα-τρύπα, να ξεκλέψω έστω μια σταλιά απ' τ' άρωμα που κουβαλάνε εκείνες 
  οι περαστικές εκείνες 
  οι μεθυσμένες εκείνες περαστικές 
  και τρέμει η γούνα μου απ' το κρύο και τη λησμονιά μου
  που ανθρωπόμορφος κλέφτης μαύρος ήμουν και με τιμωρήσανε οι μέρες όπως μόνο εκείνες ξέρουν 
  και ξέμεινα τώρα με μια κατάρα στο λαιμό σαν γραβάτα δεμένη στις ασφάλτους να περιφέρομαι άστεγος βρωμιάρης ανεπιθύμητος 
  απ' τις σκιάς την αγκαλιά να κλέβω ματιές και θεάματα, 
  μυρωδιές ξένες και γέλια 
  τραγούδια δύο 
  ένα για το μεγάλος πολύ ο κόσμος για να σε χάσω
  ένα για το μικρός πολύ ο κόσμος για να σε ξαναβρώ 
  μαύρος κλέφτης ήμουν, μαύρος κλέφτης έμεινα 
  

 μα τι όμορφος, όμορφος κόσμος 
 καθώς διασχίζουνε οι περαστικές το στενάκι μου 
 αλαλάζει η γούνα μου και ρίγη κάνουνε το ποντικοκορμί μου να χορεύει 
 μα τι όμορφος, όμορφος κόσμος 
 με τις περαστικές εκείνες 
 τις μεθυσμένες εκείνες 
 τις περαστικές 
 να 'τες που ηχοφόρες έρχονται
 να 'τες που πάλι φεύγουν και στη στροφή χάνονται μαζί με τα τραγούδια τους 


 να 'μαι 'γω πάλι δυστυχής στη μοναξιά των μαύρων δρόμων
 με παντρεύετ' η νύχτα κι έχω πατρίδα φυλακή 
 και καθώς τρέχω σούρνεται στα πατώματα η ουρά μου και σφυρίζει ο αέρας και λέει 
 τα παλικάρια τα καλά
 συντρόφοι τα σκοτώνουν.



 πουτάνα κωλόπολη, εξουσίες κουφάλες,
 μου τα φάγατε πούστηδες τα παιδιά μου 

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

γλείφανε το πρόσωπό μου οι ηλιαχτίδες και ονειρευόμουν

..με όλο μου το θράσος να χορεύω στα σαγόνια της σαρκοβόρας πόλης 
 φτωχή από φόβο, 
 η δίψα μου κι η λύσσα μας παλμός της αγκαλιάς μας.
 Τις φόλες τους τις φτύσαμε, και στην τιβί δεν τολμούν να προβάλλουν τα χρώματά μας

 κι ακόμη δεν χτίστηκε δωμάτιο να χωράει τα τραγούδια μας. 



 Είναι καιρός να φεύγουμε για ξένες πολιτείες 
 είναι καιρός ν' ανταλλάξουμε τη σάρκα μας με πλαστελίνη



..και να βαδίσουμε ολοζώντανοι στην πόλη των χαμένων.




 Είμαστε οι ξεχαρβαλωμένες ρόδες του -σάπιου πια- σχολικού λεωφορείου.



(φωτιά στους καταψύκτες, τα ΚΕΠ και τις κρέμες αντιγήρανσης!) 


Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

(σχεδόν μαύρο)

 Ήτανε ιδέα της θείας μου της Κατερίνας, τη δέχτηκα, δεν είχα να κάνω κι αλλιώς. Την πρώτη μέρα πήγαμε μαζί· με σύστησε σε μια κυρία, σαραντάρα, παχουλή. Άσχημο μέικ απ και μεγάλα σκουλαρίκια· μύριζε, όμως, όμορφα. Με ρώτησε τ' όνομά μου και δεν μου 'πε το δικό της. Πρώτη μέρα σήμερα, μου λέει, θα κάνεις Γλώσσα και Μαθηματικά με τον κύριο Αντρέα. Έγνεψα χαμογελαστή. Με κέρασε κέικ και χυμό. Αρνήθηκα ευγενικά· αντ' αυτού, ζήτησα αν είχανε καραμέλες. Μου 'φερε δύο. Έφαγα τη μια, την άλλη τη φύλαξα στην τσέπη. Κάθισα σε μια δερμάτινη καρέκλα και περίμενα.
 Ο κύριος Αντρέας κύριος δεν ήτανε, κι ούτε τον είπα ποτέ μου έτσι. Τα μάτια του ήτανε όσο ώριμα όσο και της ξαδέρφης μου της Άσπας, που τέλειωσε μόλις το λύκειο. Πρώτο έτος η Άσπα, έχει πάει στην Αθήνα για σπουδές, συγκατοικεί με μια άλλη κοπέλα. Μου 'πε, αν διαβάζω και πάρω καλούς βαθμούς στο σχολείο, θα πείσει τη θεία Κατερίνα να με στείλει στην Αθήνα για λίγες μέρες το καλοκαίρι. Να τη δω. Να δω και το σπίτι της. Τέλος πάντων. Μπήκε ο κύριος Αντρέας στην αίθουσα, μου χαμογέλασε, με πήρε και πήγαμε σ' ένα άλλο δωμάτιο με δυο καρέκλες κι ένα γραφείο. Οι τοίχοι βαμμένοι με ζωηρά χρώματα. Καθίσαμε. Μου λέει, θα ξεκινήσουμε με Μαθηματικά που σ' αρέσουνε περισσότερο, απ' ό,τι ακούω. Γέλασα.
  Έτσι ήτανε εκεί. Στο ίδρυμα. Όλοι μιλούσανε μεταξύ τους για σένα. Οι κηδεμόνες σου κι οι δασκάλοι σου κι η γραμματέας. Αναρωτιόμουνα πόσα ήξερε· πόσα του 'χανε πει, εκτός απ' τ' όνομά μου και την ηλικία μου και τα μαθήματα· πόσα χρειαζότανε να πούνε. Πόσα είχε ζητήσει κι αυτός να μάθει. Άμα ήξερε τι ήτανε τα σημάδια στα μπράτσα και στο πρόσωπό μου, άμα αναρωτιότανε τι 'χε συμβεί κι ήμουνα τώρα στο Ίδρυμα. Αυτά σκεφτόμουνα και δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ· μου 'ρχοτανε και στο μυαλό κάτι εικόνες· κοιτούσα όλη την ώρα έξω απ' το παράθυρο να ξεχαστώ. Ο Αντρέας το καταλάβαινε, προσπαθούσε μια έτσι, μια αλλιώς να μου τραβήξει την προσοχή. Δε γινότανε. Μου λέει τελικά, ν' αλλάξουμε, να κάνουμε Γλώσσα, μπας και καταφέρω να συγκεντρωθώ. Συμφώνησα από ευγένεια και μόνο· ήθελα να σηκωθώ να φύγω· απ' το δωμάτιο, απ' τη φωνή του Αντρέα, απ' το Ίδρυμα, απ' το σπίτι της θείας μου, απ' την πόλη· ήθελα να με καταπιεί ο χρόνος· να σφηνώσω μεταξύ ημέρας και νύχτας· να με χάσουνε οι ώρες απ' τα μάτια τους.
  Μου 'χουνε πει το εξής: οι άνθρωποι νομίζουνε πως μπορούν να έχουνε την πίτα ολόκληρη για τον εαυτό τους. Η πίτα τελικά μουχλιάζει και φτύνουνε τ' απομεινάρια.
  Του 'πα πως στη Γλώσσα είμαι στουρνάρι· μου λέει, εντάξει, να ξεκινήσουμε απ' τ' απλά. Εντάξει; Εντάξει. Μου ζήτησε να πω την αλφαβήτα· την ήξερα· την είπα ολόκληρη. Μου ζήτησε και να τη γράψω, κεφαλαία και μικρά. Ξεκίνησα εγώ, Αα, Ββ, Γγ, έφτασα ως το Ωω. Είδες που κάτι ξέρεις τελικά, μου λέει ο Αντρέας. Μου κλείνει το μάτι. Γελάω. Πήρα και θάρρος. Με 'βαλε ύστερα να γράψω λέξεις. Χαρά. Γάτα. Χαλί. Καλός. Νέος. Μπάλα. Όλα τα 'γραψα. Ήμουν καλή· ο Αντρέας μου 'λεγε όμορφα λόγια, ανέβαινε το ηθικό μου. Γελούσα. Αρκετά. Τα γράμματά μου ήτανε στρουμπουλά κι όμορφα. Η συζήτηση, μες στις ώρες, ξέφευγε· μιλήσαμε για μουσική και βιβλία· για τη γυναίκα του· τον "βασιλιά" του Παπακωνσταντίνου, τη "λιακάδα" του Αγγελάκα και το "ορχηστρικό" του Σιδηρόπουλου· για τα ταξίδια. Ο Αντρέας έλεγε πως τα ταξίδια είναι το καλύτερο πράγμα στον κόσμο· μετά τις καραμέλες, του είπα. Γέλασε. Έβγαλα 'κεινη που 'χα φυλάξει στην τσέπη μου και του την έδωσα.
   Το πιο όμορφο -για μένα- ήταν η απώλεια του οίκτου· η άγνοια του Αντρέα για το παρελθόν το καθιστούσε ασήμαντο· αδύναμο μπροστά στο μέλλον. Ίσως κι έτσι να το 'βλεπε ο Αντρέας. 

   Ύστερα γυρίσαμε πίσω στο μάθημα. Για λίγο. Μου ζήτησε να γράψω τη λέξη "μαμά". Έγραψα. Μι. Άλφα. Μου βγήκε το άλφα λίγο στραβό, το 'σβησα. Χτύπησε το κινητό του Αντρέα· βγήκε στο διάδρομο να τ' απαντήσει. Ξανάγραψα το άλφα. Πάλι στραβό. Έσβησα όλη τη συλλαβή. Ξανάγραψα: Μι. Σκατά. Το 'σβησα. Πάλι: μι, άλφα, μι. Μ- α- μ. Δε μ' άρεσε· φαινόταν ασύμμετρο· ήθελα να 'ναι όμορφο. Το 'σβησα ξανά. Επανάληψη: Μι, άλφα, μι, άλφα. Μ- α- μ- α. Γόμα και πάλι. Το 'κανα αυτό αμέτρητες φορές. Τέτοια όμορφη λέξη και δεν μπορούσα να την αποτυπώσω με την ομορφιά της. Μαμά. Μ α μ ά. Έγραφα κι έσβηνα, έσβηνα κι έγραφα, και πάλι απ' την αρχή. Μι, άλφα, μι, άλφα. Εξοργιστικά απλό. Κουνούσε το πόδι μου πάνω-κάτω σα μανιακό. Ίσως και να 'τρεμα απ' τα νεύρα. Μι. Άλφα. Μι. Άλφα. Μαμά. Αβάσταχτα όμορφο. Και του 'δινα 'γω τόσο άσχημη όψη στο χαρτί. Μι. Άλφα. 
   Μπήκε στην τάξη ο Αντρέας. Χαμογελαστός. Το πρόσωπό του έσβησε όταν με είδε. Πλησίασε. Το χαρτί στο θρανίο μου σκισμένο. Απ' το γράψε-σβήσε, εξήγησα. Έδειξε να κατάλαβε. Δε με 'νοιαζε. Έφυγα. Δεν είχα τίποτ' άλλο να πω κι ούτε χωρούσα στο δωμάτιο.
   Μετά που έφυγα, δεν θυμάμαι, για το υπόλοιπο της μέρας, να κάνω τίποτ' άλλο παρά να τρέχω. Στο μυαλό μου χορεύανε οι συλλαβές μεταξύ τους. Τα γράμματα. Κουτουλούσαν και μπερδεύονταν. Μι. Άλφα. Μαμά. 


   Γύρισα την επόμενη μέρα· για το μάθημα. Πήγα κατευθείαν στην τάξη που ήμουν την προηγούμενη με τον Αντρέα. Δεν ήταν εκεί. Βρήκα μόνο την κούπα του καφέ του. Από κάτω διπλωμένο ένα σημείωμα, πάνω γραμμένο πρόχειρα τ' όνομά μου. Το άνοιξα. Για το μέλλον: μην μπερδέψεις ποτέ τον ουρανό με το ταβάνι. Έτσι διάβασα. Στήριξα την πλάτη μου στην καρέκλα και κοίταξα ασυναίσθητα ψηλά. 

  Απ' το ταβάνι κρέμονταν κλωστές· στην άκρη τους κολλημένες μικρές κόκκινες μπίλιες. Κοίταξα καλύτερα.
  Καραμέλες.  

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

χρυσαλιφούρφουρο

  Άνοιξη. Το Ηρακλειάκι απόηχος του καλοκαιριού, ξεσέρνουνε τα χρώματα και γλείφουνε τις πολυκατοικίες εκστασιασμένα· οι παιδικές φωνές στις πλατείες βάζουνε τρικλοποδιές στα ρολόγια· μπερδεύουνε τις ημέρες με τις νύχτες. Ανθίζουνε στα τσιμεντένια πρόσωπα χαμόγελα· στις γειτονιές τ' απογεύματα οι συζητήσεις στα μπαλκόνια ηχούν σα μουσική· μουρμουρητά και τεντωμένες φωνές· ζάρια κυλούν και χορεύουνε στο ξύλο· μπάλες ποδοσφαίρου που ταξιδεύουνε από πέλμα σε πέλμα. Εισπνοές κι εκπνοές. Ρόδες και λιωμένες σόλες παπουτσιών τρίβονται στους πεζόδρομους· στα σύνορα μέρας και νύχτας γυμνή η ομορφιά, μόλις καταπιεί το σκοτάδι τον ήλιο να τρέξεις να τη βρεις. Τα χέρια κολλάνε· φταίει η ζάχαρη· στα αγχωμένα γραφεία οι γραβάντες χαλαρώνουν. Τα μάτια ξεκλέβουνε ματιές προς το παράθυρο.
  Κατακάθι από καφέ περιμένει καρτερικά στο τραπέζι· πλάι του σωριασμένες υποχρεώσεις.
  Η άγνοια δεν ειν' ευτυχία, μα μια ανάσα προλαβαίνω να πάρω.



  ..Γλυκιά ζωή· γλυκιά.
 Με μέθυσες πάλι, ξελογιάστρα. 

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

το πέρασμα

 Χέρια παιδικά χαϊδεύουνε το πόμολο, 
το μάτι στην κλειδαρότρυπα, τ' αυτί ένα με τον τοίχο
χαχανητά και παράπονα κρυμμένα κάτω απ' τα μανίκια. 

Το σώμα λες κι από μάρμαρο, 
ντουκ-ντουκ, ντουκ-ντουκ η καρδιά εκστασιασμένη.

Πίσω απ' την πόρτα περιμένουνε άψυχες πραγματικότητες
τοίχοι τέσσερις χωρίς παράθυρα

γυμνοί
σιωπές αράγιστες και σκόνη. 
Όπλα, μιζέρια, σύνεση, 
συμβιβασμός, ιστορία, σκουριά, 
τιμή, κέρδος, ορθογραφία και συντακτικό.

Απ' την κλειδαρότρυπα περνά μόνο φως.
Δίπλα της στέκουνε σφεντόνες και κούκλες,
γλειφιτζούρια,
γόνατα πληγωμένα, αθλητικά παπούτσια σκιστά στις μύτες, 
λεκέδες, ιδρώτας κι αγκάθια
τα δάχτυλα ζαχαρωμένα απ' το φραουλόζουμο.
Ποδοβολητά μπρος και πίσω, 
ένα νεύμα αγωνιώδες τ' αποσιωπά.
Σσσστ, θα μας ακούσουν!

Ο παράδεισος δεν παραμονεύει πίσω απ' την πόρτα.
Οι ενθουσιασμένοι αγνοούν.

Ζευγάρια μάτια μαγεμένα πλησιάζουνε την πόρτα
χαιδεύουνε το πόμολο
κολλάνε τ' αυτιά στην πόρτα λυσσασμένα. 

Σπρώχνονται και ποδοπατιούνται, 
κάτω απ' τα θυμωμένα βλέμματα περιμένουνε τα γέλια να φανούνε. 
Σσσστ!

Ο παράδεισος είναι η πόρτα. 
Οι ενθουσιασμένοι που μαθαίνουν, απογοητεύονται. 
Φεύγουν.
Ψάχνουνε άλλες πόρτες. 

Ο γέρο-Χρόνος κανέναν δεν περιμένει. 


Τους ευτυχισμένους δεν τους ένοιαξε η αλήθεια. 
Μείνανε και συνεχίσαν το παιχνίδι. 


Ψηλώσαν κάποτε τα μυαλά κι οι καρδιές ξωπίσω. 
Η πόρτα εκεί, αέναη, σαν αιωνόβιο δέντρο. 
Μα το παιχνίδι δεν αρμόζει στους μεγάλους. 
Φύγανε τότε σ' άλλους δρόμους, 
γνωστούς κι άγνωστους, 
άλλα περπατημένα κι άλλα απάτητα μονοπάτια. 
Οι ευτυχισμένοι βάλανε για σκάλα το μυστικό και σκαρφαλώσαν. 

Οι απογοητευμένοι είχανε πια ξεχάσει να κοιτάνε ψηλά. 
Λένε οι μύθοι πως τώρα φοράνε γραβάντες.
Ανοίγουνε όμως πότε-πότε τα παραθυρόφυλλα και κάνουν να θυμηθούν. 
Κλείσε, μπαίνει κρύο!

Ο γερο-Χρόνος κανέναν δεν περιμένει. 


https://www.youtube.com/watch?v=VU5GIpBbyiQ

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

άνοιξη

  Έκατσα στο γαμήδι το παγκάκι και περίμενα. Έβγαλα καπνό και βάλθηκα να στρίβω, όχι για κάνα άλλο λόγο, απλά για ν' απασχολώ τα χέρια μου. Ώστε να μην-... Τέλος πάντων. Ώστε να μην. Και η συνέχεια δικιά σου. Το νόημα είναι πως βάλθηκα να στρίβω. Ένα, τρία, έξι, οχτώ. Δώδεκα τσιγάρα μέχρι να 'ρθεις. Δεν κάπνισα ούτε ένα. Τ' άπλωσα στο παγκάκι· έφτιαξα σχήματα άκρως συμμετρικά και γεωμετρικά, δύο και τριών διαστάσεων. Τα στοίβαξα σε πύργο. Προσπαθούσα δηλαδή, γιατί το πόδι μου κουνούσε πάνω κάτω σαν μανιακό και δεν μ' άφηνε να βρω ισορροπία. 
  Τοποθετούσα το τελευταίο γαμημένο τσιγάρο στην τέλεια πυραμίδα μου όταν έσκασες απ' το πουθενά και στρογγυλοκάθισες στο παγκάκι ΜΟΥ. Η πυραμίδα διαλύθηκε και τα τσιγάρα σκορπίστηκαν στο δάπεδο. 
  Σε λοξοκοίταξα κι άρχισα να μαζεύω τα τσιγάρα. 
  "Έχει χρώματα."
  Έτσι είπα. Δώδεκα χρόνια μετά -ουυ, ναι, όσο και τα τσιγάρα που έστριψα, μα τι ρομάντζο- και ούτε γεια ούτε τίποτα. Και γαμώ; 
  "Μ;"
  Μούξης και ξερός. Κατσίκα. 
  "Εκεί που έκατσες. Έχει χρώματα. Έχουνε βάψει."
  Πετάχτηκες πάνω· έβρισες, δεν θυμάμαι τι είπες. Ψευτοβρισίδι, όχι σαν τις δικές μου τις χριστοπαναγίες. Γέλασα. 
  Το κατάλαβες· αργά κάπως. Αν δεν είχε περάσει τόσος καιρός θα το 'χες πιάσει πιο γρήγορα. Πήρες το ηττημένο βλέμμα και ξανακάθισες διστακτικά. Είχε σταματήσει να 'ναι αστείο αλλά εγώ γελούσα ακόμη. 
  Πήρες την τσάντα σου παραμάσχαλα -μια ηλίθια δερμάτινη τσάντα ώμου, απ' αυτές που έχουνε οι καθωσπρέπει κυρίες της καλής κοινωνίας- και κοίταξες κάπου. Αλλού. Όχι σ' εμένα. Και, αλήθεια, ψάχνομαι ακόμη για το δευτερόλεπτο μέσα σ' όλη τη συνάντησή μας που με κοίταξες στα μάτια και δεν τη βρίσκω. 
  "Λοιπόν;" 
  Λοιπόν.  
  "Τι;"
  "Τι με ήθελες;" 
  "Α. Αυτό το λοιπόν."
  Χαμογέλασες. Όχι όμορφα. 
  "Ε, όχι κάτι σπουδαίο" συνέχισα. Μπαμ! η απογοήτευση στη μάπα σου ζωγραφισμένη. "Απλά, να σε δω, να με δεις, τι κάνεις, τι κάνω.."
  "Α." Αυστηρότατο. Κοίταξα κάτω. Και τότε, μαλάκα μου, τα είδα. 
  "...Ρε μαλάκα."
  "Τι; Κουτσουλιά;" 
  "Χειρότερο. Τακούνια."
  "Α." Δεν γέλασες καν.
  "Άξης και ξερός." 
  Σιωπή. Άναψα το πρώτο απ' τα δώδεκα τσιγάρα. 
  "Τι 'ν' όλ' αυτά;" Τότε μόνο πρόσεξες όλη τη συλλογή των στριφτών που 'χα μαζεμένα στο παγκάκι. 
  "Τσιγάρα." 
  Σάστισες. "Εννοώ-"
  "Τα 'στριψα μέχρι να 'ρθεις." 
  Γέλασες. Πρώτη φορά απ' την ώρα που ήρθες. "Το νέο σου χόμπι; Είναι κάποια νέα μορφή δημιουργικής τέχνης;"
  Ου. Τι τρελή ειρωνεία. Πόσο πληγώθηκα. 
  Δεν απάντησα. 
  "Καλά, και πότε πρόλαβες;" Αλλαγή ύφους. Τσεκάρεις ρολόι. "Δεν άργησα καν." Τσεκάρω και 'γω το ρολόι σου. Χρώμα χρυσό με ίχνη ασημί, κακάσχημος συνδυασμός, λογότυπο ακριβής μάρκας κάτω δεξιά στο γυαλί. 
  "Ήρθα πιο νωρίς." Έτριψα το γυαλί με το δάχτυλό μου. 
  "Πρόσεχε, είναι αυθεντικό." Τραβήχτηκες. "Γιατί;"
  "Ε καλά, δεν θα σ'το φάμε κιόλας." Τζούρα. "Ε, ξέρω 'γω; Μ' αρέσει ν' αράζω εδώ. Είναι ωραία."
  Παύση. Τζούρα. Εσύ ακόμα κοιτούσες δεξιά-αριστερά. 
  "Μάλιστα." 
  Μάλιστα. 
  Τζούρα. "..Και τι λέει;"
  Κλείνεις τα μάτια. Αναστενάζεις. Το βλέμμα σου σταθεροποιείται κάπου μακριά. Παύση. Μεγάλη. Τρομαχτική.
  Ειρωνεύομαι τη στάση σου. "Α, κι εγώ, πολύ καλά. Δουλειά δεν έχω, δουλειά δεν ψάχνω. Έκανα λίγο σερβιτοριλίκι το καλοκαίρι, έβαλα κάτι λεφτά στην άκρη.. Ψάχνομαι για κάνα ταξίδι, μου φτάν-"
  Χτυπάει το κινητό σου. Χαμογελάς αμήχανα, σηκώνεσαι, τ' απαντάς κάτι βήματα μακριά από 'μενα.
  Να. Εδώ φτάσαμε.
  Βάζω στοίχημα ότι δεν άκουσες ούτε μια λέξη απ' οτιδήποτε είπα.
  Σηκώνομαι να φύγω όσο δεν κοιτάς, κάθομαι πάλι. Σηκώνομαι δεύτερη φορά, δεύτερη φορά κάθομαι. Ομολογώ πως το 'κανα αυτό τρεις-τέσσερις φορές. Έτσι, σαν την αυτιστική μαλάκω, σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε. Σχεδόν έφυγα, σχεδόν έμεινα, σχεδόν να πας να γαμηθείς. Άναψα δεύτερο τσιγάρο. Χασκογελάς στον συνομιλητή σου. Στέλνεις φιλιά. Μου 'ρχεται να ξεράσω. Το κλείνεις.
  Πλησιάζεις. Τα τακούνια σου μου τρυπάνε τ' αυτιά με τον διαπεραστικό τους ήχο. Τ' αυτιά είπα; Τ' αρχίδια εννοούσα.
  Κάθεσαι.
  Κι άλλη παύση.
  "Ρε καρντασάκι" ξεκινάω. Η λέξη σου τραβάει την προσοχή. Ίσα που γυρνάς να με κοιτάξεις. "Πού ΣΤΟΝ ΠΟΥΤΣΟ είσαι;"
   Έτσι σου 'πα. Κι έπειτα σηκώθηκα κι έφυγα. Σ' άφησα ξερή με τα τακούνια σου, το επίχρυσο ρολόι σου και τα δέκα στριφτά τσιγάρα.

  Μαλακίες, τρία λεπτά μετά είχα κάνει μεταβολή κι είχα γυρίσει πίσω. Είχες ήδη φύγει. Που να με πάρει, είχες φ ύ γ ε ι. Τα τσιγάρα μου λείπανε. Βάλθηκα να τρέχω. Σ' έψαξα, σε βρήκα. Εύκολο πράγμα, έτσι που ηχούσανε τα τακούνια σου στα στενάκια. Ήμουνα πίσω σου. Αγνόησες το θόρυβο των παπουτσιών μου καθώς έτρεχα στην άσφαλτο. Φώναζα. Ούτε που θυμάμαι τι. Σ' έβρισα.
  Το 'φτασα εκεί που ήθελα. Και είπα: "Και θυμάσαι, ρε μαλάκα, θυμάσαι που ήρθε η μάνα μας μέσα στο δωμάτιο, θυμάσαι τι είπε; Ο Χρηστάρας έφυγε, έτσι είπε. Έφυγε. Κι εσύ έβαλες τα κλάμματα και 'γω δεν είχα ιδέα. Τι εννοείς έφυγε, της κάνω. Πού σκατά πήγε; Το θυμάσαι, ρε μαλάκα; Το θυμάσαι;"
  Γελάω υστερικά.
  Δεν απαντάς.
  Τρέχω πίσω σου.
  "Και τώρα;
   Τώρα ξερνάω αντικαταθληπτικά, μαλάκα!"



 Όταν γύρισες να με κοιτάξεις, είχα ήδη στρίψει στ' άλλο στενό.
 



 Μέρες-νύχτες, χειμώνες-καλοκαίρια. Μέρη και μέρη, αναμνήσεις και πρόσωπα, ταξίδια και χρόνια. Άνοιξη ήτανε, προς το σούρουπο, περπατούσα. Έτσι. Πέρασα από περίπτερο για καπνό, πέτυχα τη μούρη σου στην εφημερίδα. Φάτσα κάρτα, πρωτοσέλιδο. Αγκαλιά μ' έναν νεαρό, γύρω στα δεκαπέντε, μοιάζατε στη μούρη. Αν είχε άλλο βλέμμα θα 'τανε ίδιος ο Χρηστάρας.
 Κάρφωσα τα μάτια στη φωτογραφία· δεν έριξα ούτε ματιά στη στήλη με τα γράμματα δίπλα σας. Δεν μ' ενδιέφερε κιόλας σε τι σκατά είχες μπλέξει για να εξασφαλίζεις πρώτη μούρη στις φυλλάδες.
 Ο περιπτεράς κάτι μου 'πε, δεν άκουσα, κάτι για ένα δυστύχημα, αν τα 'μαθα· δεν είχα λόγο να δώσω σημασία.
 Το ίδιο βράδυ, χτύπησε το τηλέφωνο. Μου 'πανε τα νέα.
 Γέλασα.


 Μεγάλη πούστρα η ειρωνεία της τύχης.



Άνοιξη


ΥΓ: Παύλο, συγγνώμη κι ευχαριστώ.
 

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Λύκος Κακός

  Τραγούδια σαν κι αυτά που δεν σ' αφήνουνε ανέραστο ακόμα και στις πιο άνυδρες εποχές· σ' υποχρεώνουνε να ερωτευτείς και σκιές ακόμη, αν είναι να τα νιώσεις στο πετσί σου. Γι' αυτό δεν φοβήθηκα στιγμή μήπως και χάσω τη δίψα μου. Κι ούτε έτρεμα ποτέ στην σκέψη τ' αποχωρισμού και της λησμονιάς· γιατί η ζωή είναι μεγάλη ξελογιάστρα και δεν σ' αφήνει στιγμή να ξαποστάσεις απ' το αιώνιο κυνηγητό. Αυτές οι λέξεις, λοιπόν, αφιερωμένες στα μέρη που δεν φίλησα ακόμη, στα σώματα που δεν επισκέφθηκα ακόμη, σ' όλα τα χέρια και μάτια που θά ρθουν, στα κύματα που θα με καβαλήσουνε και σ' όλες τις φουσκοθαλασσιές. Στους χειμώνες που δεν έζησα, στα καλοκαίρια που θα καταβροχθίσω. Στο υπέροχο επέκεινα, όσο κι όπου κι αν τραβήξει. Και στην υγεία όποιου έχει τα κότσια να περπατά στο πλάι μου. 

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Κάτω απ' το μαξιλάρι

  Είναι αυτή ακριβώς η αίσθηση του ζωντανού καλοκαιριού μες στη μέση του χειμώνα για την οποία θα άξιζε ν' αφήσει κανείς την καρδιά του να χτυπά στο πέρας των αιώνων. Κι ίσως της πόλης η ομορφιά να μην συγκρίνεται, σε καμιά περίπτωση, μ' όλους τους τόπους που ερωτεύτηκα στα νυχτερινά ταξίδια μου, μα να: η γλυκόπικρη -συχνά τυχαία- συνάντηση με όλα κι όλους που δείχνουν να θυμούνται και να κρατούν την ομορφιά ζεστή στη μνήμη ξυπνά και σ' εμένα την ανάμνηση της ευτυχίας. Αυτή που συχνά παρομοιάζω με καφέ γλυκύ βραστό: ζεστή και ζαχαρένια, μα ξωπίσω της τρέχει πάντα το πικρό κατακάθι της νοσταλγίας· αστείρευτο κι ακούραστο, κι αν ξεχαστείς, επικίνδυνα αναπάντεχο. Αλλ' ούτε κι αυτή η παραδοχή δεν με θλίβει· γιατί, κατάλαβα πια, πως αυτή η αντίθεση -όχι "άσπρο" - "μαύρο", μα "μπλε" και "γκρι"- είναι το χώμα που θα θρέψει την πιο γλυκιά τέχνη. 


                                         

                                         ήλιε μου τώρα βγες

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΣΑΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΘΗΚΕ

  -Φεύγω. 
   (Παύση). 
   Θα 'ρθεις; 
  -Πού θα πάμε; 
  -...Γάμα το. 
    (Παύση).
  -Ε, 'ντάξει, πάντως, αν.. 
  -Ναι, θα.. 
  -Πρέπει να..
  -Θέλω να.. 
  -Ίσως και αν..
  -Μπα- μπα, όχι. 
  -Μήπως να..; 
  -Εε, ίσως.
   Δεν ξέρω.
  -Θα δούμε. 
   (Παύση).
  -Μέχρι τότε, πάντως, ξέρεις.. 
  -(Γέλια) Ξέρω, ξέρω.. "θα τα πούμε"