Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Comfortably Numb

  Θέλω να μείνω εδώ, εδώ σε τούτο εδώ το κρεβάτι με τις δυο σπασμένες πλάκες, το άβολο στρώμα και τα σκληρά μαξιλάρια, εδώ, ξαπλωμένη δίπλα σε έναν άνθρωπο που μεταμορφώνεται σε χίλιους άλλους, ξαπλωμένη δίπλα στην πραγματοποίηση όλων τον επιθυμιών μου, θέλω να μείνω εδώ, ξαπλωμένη, για πάντα. Να ζήσω και να πεθάνω εδώ. Στην ειρήνη. Στην αρμονία της μουσικής. Εδώ. Αλλά, είναι που, πρέπει να σηκωθώ, πρέπει να σε πάρω τηλέφωνο, ν' ακούσω ό,τι έχεις να μου πεις. Δεν θέλω να πεις τίποτα. Κι ύστερα δεν θέλω να μείνω εδώ, ξαπλωμένη πλάι στο τίποτα, ονειροβατώντας, θέλω να νιώσω την καρδιά μου να χτυπάει, το αίμα, θέλω να νιώσω το αίμα, πρέπει να σε πάρω τηλέφωνο γι' αυτό θα σηκωθώ, ναι, τώρα, δυο λεπτά μόνο, δυο λεπτά ακόμα, αντέχεις δυο λεπτά χωρίς ένα τηλεφώνημά μου, το ξέρω..Δυο λεπτάκια ακόμα.. Πάντα θα ποθούμε δυο λεπτάκια ακόμα.. 

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Απλώνω το χέρι, μα πώς να σε φτάσω; Αφού δεν υπάρχεις δεν θα σε χάσω.. Αφού δεν υπάρχεις δεν θα σε χάσω ποτέ 

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

 Ήτανε 25η Μαρτίου, μέρα γιορτινή για την Ελλάδα, εγώ δεν γιόρταζα, όπως πάντα, από μικρή ένιωθα αποστροφή για τις εθνικές γιορτές, έτσι και τότε. Μικρή ήμουν ακόμα. Έκτη δημοτικού. Ο πατέρας μου επέμενε όμως, να γιορτάσεις Χρύσα, να παρελάσεις Χρύσα, τη Χρύσα δεν την ρωτάμε όμως. Να περηφανευτούμε για την κόρη μας που φόρεσε γαλανόλευκα για να τιμήσει τον Καραισκάκη, να την πάμε στην παρέλαση κύριοι, να της κρατάμε και το χεράκι στο δρόμο, και το μεσημέρι όταν γυρίσουμε σπίτι μας και δεν βλέπει πια ο κόσμος, να τη γράψουμε στ' αρχίδια μας, να πάμε να ξαπλάρουμε την κωλάρα μας στον καναπέ και να την παρατήσουμε να μαγειρέψει και να πλύνει και να σκουπίσει και γενικά να κάνει ό,τι δεν μπορεί να κάνει η άρρωστη μάνα της. Που, μια που τ' αναφέραμε, ήτανε ίσαμε τριάντα χρόνια μικρότερη από τον πατέρα μου και είχε πέσει σε βαθύ ύπνο -κόμμα το λέγανε οι μεγάλοι- απ' τη μέρα που γεννήθηκα. Κάτι περίεργες λέξεις μου είπανε, επιπλοκές, γέννα, κόμμα και άλλα τέτοια. Εγώ δεν είπα τίποτα. Ποτέ δεν έλεγα τίποτα. 
  Είχαμε ραντεβού με το υπόλοιπο σχολείο στα σκαλάκια απέναντι από το μεγάλο πάρκο, και εκεί θα φτιάχναμε σειρές και θα ξεκινούσε η παρέλαση. Ο πατέρας μου με άφησε δίπλα στη δασκάλα μου, της έσφιξε το χέρι, μετά με φίλησε στο μέτωπο πριν φύγει, εγώ σκούπισα τα σάλια του απ' το κεφάλι μου με το μανίκι μου. Αηδία, σκέφτηκα. Αηδία. Η δασκάλα μου με έπιασε απ' το χέρι και με πήγε μαζί με τα άλλα παιδιά, ένιωθα σαν το προβληματικό, σαν το παραπληγικό, ξέρεις έχω μυαλό μπορώ να περπατήσω μέχρι εκεί. Βέβαια από ότι είχα καταλάβει κάτι παιζόταν με τον πατέρα μου και τη δασκάλα γιατί 1) ήταν ίσαμε τριάντα χρόνια μικρότερή του, 2) ο πατέρας μου πάντα όταν με πήγαινε και με γυρνούσε από το σχολείο έμπαινε μέσα για να ρωτήσει για την πρόοδό μου, 3) όποτε το έκανε αυτό φορούσε ένα αηδιαστικό άρωμα που έμοιαζε με αυτό που φοράνε οι γέροι στην εκκλησία, 4) η δασκάλα με πρόσεχε υπερβολικά πάρα πολύ χωρίς να είμαι ούτε το καλύτερο ούτε το χειρότερο παιδί στην τάξη και 5) ήταν ο πατέρας μου. Φυσικά και θα την έπεφτε στη δασκάλα μου. Βέβαια δεν με ένοιαζε. Ας έκανε ό,τι ήθελε. 
  Μπήκα στη σειρά με τους άλλους και στοιχηθήκαμε. Πίσω μου στεκόταν μία ηλίθια με ξανθές κοτσίδες που έφταναν μέχρι τον κώλο, τις οποίες και κάθε βράδυ ονειρευόμουν πως τραβούσα μέχρι να ξεριζωθούν. Δίπλα μου στεκόταν ο Κίμωνας, ένα παιδί ήσυχο και χαμηλού προφίλ, μιλούσε μόνο όταν τον ρωτούσες και ο ίδιος δεν ρωτούσε ποτέ. Στεκόμασταν εκεί πέρα στις σειρές και περιμέναμε να αρχίσει η παρέλαση για να αρχίσουμε να περπατάμε σαν τα βλαμμένα μπροστά από εκατοντάδες ανθρώπους που θα στέκονται πίσω από τις προσωρινές μπάρες. Φορούσα μία μπλε φουστίτσα και ένα άσπρο πουκάμισο, και λευκές κάλτσες από κάτω. Φαινόμουν αηδιαστική στον εαυτό μου- είμαι σίγουρη πως ήμουν κιόλας. Πιο αηδιαστική ήταν η ιδέα πως είμαστε όλοι ντυμένοι έτσι, το ίδιο, πως είμαστε μία μάζα, πως βάζουμε τους εαυτούς μας στο ίδιο σακούλι επειδή έτυχε να γεννηθούμε στον ίδιο γεωγραφικό τόπο. Αηδία. Όσο αηδία και το να με φιλάει ο πατέρας μου στο μέτωπο. 
  Ξαφνικά, άκουσα πίσω μου γέλια. Και όχι ό,τι κι ό,τι γέλια. Τα γέλια αυτής της ηλίθιας με τις ξανθές κοτσίδες. Ου να μου χαθείς μωρή. Γέλια, πολλά γέλια. Προσπάθησα να μη δώσω σημασία ούτε σε αυτή ούτε στην ανάγκη που ένιωθα να αρχίσω να την κλοτσάω μέχρι να πεθάνει. "Χαχαχαχα, χαχαχαχαχαχα. ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ. ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ. ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!" Όσο πήγαινε και μεγάλωναν τα γέλια της. Τι γελάς μωρή αλόγα, ήθελα να της πω. Δεν έχω ιδέα πού τις ήξερα αυτές τις βρισιές, αλλά το μωρή αλόγα το θυμάμαι χαρακτηριστικά. Τι γελάς μωρή αλόγα. Κάποιος με έβγαλε από τη δύσκολη θέση με το να ρωτήσει. "Τι είναι τόσο αστείο;" "ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!" απάντησε αυτή. "ΧΑΧΑΧΑ, ΔΕΣ, ΔΕΣ ΤΗ ΧΡΥΣΑ, Η ΦΟΥΣΤΑ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΛΕΚΙΑΣΜΕΝΗ, ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!" 
  Σοκ έπαθα. Τι λέει αυτή; Δεν είναι λεκιασμένη η φούστα μου, την έπλυνα, μόνη μου κιόλας, τι λέει αυτή; "Πού;!" είπα εγώ, στην ταραχή μου. Πλάκα θα μου κάνει η ηλίθια, για να ψαρώσω και να γελάει. Πλάκα θα μου κάνει. Δεν είναι λεκιασμένη. Πού είναι λεκιασμένη; Δεν είναι. Δεν γίνεται να είναι. "ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ" ακουγότανε αυτή. Ντάξει η αλήθεια είναι πως ένιωσα κάτι, ξέρεις, εκεί κάτω, χαμηλά, στ' απαγορευμένο, αλλά όχι ρε παιδιά, δεν κατουρήθηκα κιόλας, δεν χέστηκα και απάνω μου, δεν γίνεται. "ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ" αυτή. Γαμώ το σπίτι σου ηλίθια. Ούτε αυτό δεν ξέρω πού το έμαθα. Γαμώ το σπίτι σου. Άρχισα να τρέχω, έτρεξα, άκουγα τα γέλια της μέσα στο κεφάλι μου όσο έτρεχα, ηλίθια, αλόγα, γαμώ το σπίτι σου. Έτρεξα στην τουαλέτα της πρώτης καφετέριας. Βρήκα τον καθρέπτη, και στάθηκα μπροστά, να κοιτάζω τη φούστα μου. Πού είναι ρε ο λεκές; Να 'τος. Κατέβασα τη φούστα, την έβγαλα, το σχέδιό μου ήτανε να τη βάλω κάτω απ' το νερό να φύγει ο λεκές, ήξερα τι να κάνω, πού θα πάει, θα έβγαινε. Κατεβάζοντας τη φούστα μου, είδα κι άλλους λεκέδες όμως. Κόκκινους λεκέδες. Στις κάλτσες μου. Στο βρακάκι μου. Ένα ωραίο ήτανε, ροζ, με τη μίνι. Τι διάολο. Τι συμβαίνει. Τι έπαθα. Αίματα. Αίματα παντού. Τι είναι αυτό. Από που ήρθε. Τι μου συμβαίνει. Βοήθεια. Βοήθεια, τι συμβαίνει. Βοήθεια, έχω αίματα, έχω ματώσει, βοήθεια. 
  Έβαλα χαρτί και σκούπισα ό,τι μπορούσα, τα αίματα απλώς συνέχισαν να βγαίνουν, εγώ τα έπαιξα, δεν σταματάει το αίμα, θα πεθάνω, βοήθεια, θα πεθάνω από αιμορραγία, θα βγει όλο μου το αίμα από εδώ, βοήθεια. Βοήθεια. Πεθαίνω. Άρχισαν να τρέμουν τα χέρια μου. Ίδρωσα ολόκληρη. Πάει, αυτό ήταν. Πεθαίνω. Αίματα, αίματα παντού. Άρχισε να πονάει το στήθος μου. Η καρδιά μου, λέω, πάει, πέθανα. Πεθαίνω. Άρχισα να τρέχω σαν την τρελή, βγήκα απ' την τουαλέτα στο δρόμο, χωρίς φούστα, μόνο με το βρακί και το πουκάμισο, η άλλη η ηλίθια με είδε και άρχισε να γελάει ξανά, όλος ο κόσμος κοιτούσε, τους ένιωθα, όλα ήταν σκοτεινά, δεν μπορούσα ν' αναπνεύσω, κι εκεί που έτρεχα ξαφνικά μαυρίζουν όλα και πέφτω, στη μέση του δρόμου. Έπειτα, θυμάμαι τρία πράγματα: ουρλιαχτά. Πόνο παντού. Και κάτι άλλο: μπιιιιπ μπιιιπ μπιιιιπ..μπιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιπ. Και τέλος. Σταμάτησαν όλα. Για ένα δευτερόλεπτο, σιωπή. Ύστερα το γέλιο της ηλίθιας." Χαχαχαχαχα!" Μέσα απ' το μυαλό μου όμως. Κι έπειτα, σταμάτησαν όλα. Για πάντα. 
  Και τι είχα ρε; Τι έπαθα; Περίοδος μου ήρθε πρώτη φορά. Αλλά πού να το ξέρω, μ' αυτό το μαλάκα που είχα για πατέρα και με μια μάνα που κοιμόταν απ' τη μέρα που γεννήθηκα; Πού να το ξέρω; Ποιος να μου το πει; Άμα το ήξερα δεν θα 'χα πανικοβληθεί, δεν θα με είχε πατήσει το γαμημένο το αμάξι. Όλα αυτά για ένα μαλάκα πατέρα. Χειρότερα: για ένα μαλάκα εραστή που ψάχνει να γαμήσει νέο ψαχνό. Όλα αυτά για αυτόν. 
  

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

  Τι έγινε. Θα σου πω τι έγινε. Καθόμουν στην κλασσική θέση. Τελευταίο θρανίο όλο αριστερά. Στη δεξιά πλευρά είναι τα καλοριφέρ, στη δικιά μας την πλευρά παγώνει ο κώλος μας κάθε χειμώνα. Είναι και τα κουφώματα χαλασμένα, μπάζει το κρύο, κανείς δεν αναρωτιέται γιατί διάολο λείπουνε δεκαπέντε άτομα κάθε μέρα. Αλλά δεν παραπονιέμαι, η δικιά μου η θέση είναι πιο απομακρισμένη και από μαθητές και από καθηγητές και έχω την ησυχία μου, αράζω και δεν κάνω τίποτα. Ο μπροστινός μου είναι λιγομίλητος, είναι εκείνος ο χοντρούλης που έμεινε ορφανός και ζει με τη θεία του που δεν έχει λεφτά και πάντα φοράει φόρμες δύο νούμερα μικρότερες, και όποτε κάθετε (εφτά ώρες πέντε μέρες την εβδομάδα δηλαδή) βλέπω τον κώλο του φάτσα φόρα. Έναν παγωμένο κώλο βλέπω δηλαδή, γιατί όπως είπα στην αριστερή σειρά παγώνουν οι κώλοι μας κάθε χειμώνα. Ε, και ξαφνικά, άρχισα να φωνάζω. Πολύ ήθελε; Κρύωνα, νύσταζα, πεινούσα και βαριόμουν. Στο διάολο. Φώναζα λοιπόν. Του κερατά. Τι φώναζα. Μαλακίες φώναζα. Κανείς δεν το έπιασε. Και 'γω τα είχα λίγο χαμένα. Κατ' αρχήν, η θέση δίπλα στη δικιά μου δεν ήταν άδεια πια. Δεύτερων, ο πίνακας είχε αρπάξει φωτιά. Στην αρχή τα έπαιξα λίγο. Ούρλιαζα, φωτιά, φωτιά ρε μαλάκες, καιγόμαστε. Ο τύπος που εμφανίστηκε στη θέση δίπλα στη δική μου άρχισε να μιλάει ακατάπαυστα. Δεν πρόσεξα τη έλεγε, χέστηκα τι έλεγε, εδώ καιγόμασταν. Γύρισε όλη η τάξη και με κοίταξε καλά καλά. Τι κοιτάτε εμένα ρε, εκεί είναι η φωτιά, γκαβοί! Ήρθε ο καθηγητής και στάθηκε δίπλα μου σα μαλάκας. Τι έχεις παιδί μου; Καιγόμαστε καλέ κύριε, τι έχω, καιγόμαστε! Σηκώθηκα όρθια. Έτρεξα στον πίνακα, άρχισα να τον κουνάω πολύ δυνατά, οι μαλάκες οι άλλοι άρχισαν να γελάνε, τι γελάτε ρε αρχίδια, φωτιά ρε μαλάκες, φωτιά γαμώ το στανιό μου, φωτιά την πουτάνα μου, φωτιά. Έριξα τον πίνακα απ' τη μια μπάντα, τώρα κρεμότανε απ' την άλλη μπρόκα, η φωτιά δεν έσβηνε, άρχισα να κλοτσάω με πολύ μεγάλη δύναμη, έσπασε, το πόδι μου μάτωσε, έκλαιγα δεν έκλαιγα ένας θεός ξέρει, παιγμένα τα είχα, ο άλλος ο καθηγητής φώναζε, τι κάνεις εκεί παιδί μου, τι κάνεις, εγώ συνέχιζα να ουρλιάζω και να βρίζω πως έχουμε πάρει φωτιά, το ήξερα ότι οι άλλοι δεν έβλεπαν τη φωτιά αλλά έπρεπε να τη σβήσω αλλιώς θα καιγόταν ολόκληρο το δωμάτιο, μετά θα γινόταν στάχτη, θα καίγονταν όλοι, θα έμενα μόνη μου. Έπεσα στα γόνατα και τότε με πλησίασε ο καθηγητής και άρχισε τα δικά του, είσαι καλά και τι σου συμβαίνει και προς τι όλος αυτός ο χαμός, παρατήστε με κύριε Γούναρη στην ησυχία μου, βλέπω φωτιές και ανθρώπους, παρατήστε με. Πάρτε έναν γιατρό λέει αυτός, τρεχάτε στο διευθυντή να πάρει ένα γιατρό, δεν είναι καλά το παιδί. Κύριε Γούναρη αφήστε με τι να μου κάνει ο γιατρός. Κύριε Γούναρη. Κι εκεί που ο κύριος Γούναρης φώναζε μέσα στην ταραχή του και είχε γίνει άσπρος, έπεσε ο πίνακας και προσγειώθηκε στα κεφάλια μας, εμένα και του καθηγητή, του Γούναρη, εγώ έβαλα τα χέρια μου από πάνω και δεν έπαθα τίποτα, ο Γούναρης ήτανε αναίσθητος, τα παίξαμε όλοι. Σηκώθηκε τότε και αυτός ο τύπος που είχε εμφανιστεί στην θέση δίπλα στη δική μου και άρχισε να φωνάζει, μιλάμε φωνή όμως ε, τίποτα άλλο δεν άκουγα, μόνο τη φωνή του, και ένιωσα μια έλξη και ήθελα να πάω πιο κοντά του και άρχισα να σέρνομαι προς εκείνον. Πονούσε όμως το γαμημένο το πόδι μου και σταμάτησα, και τότε άρχισαν όλοι να φωνάζουν τόσο πολύ και να με τραβάνε που σταμάτησα να ακούω μόνο αυτόν. Τι θέλετε ρε. Σήκω μωρή, πλακώνεις τον Γούναρη, δεν αναπνέει, είναι αναίσθητος ο άνθρωπος, σήκω μωρή, σήκω! Μέχρι να πάρει μπροστά το μυαλό μου όμως, ο Γούναρης τα 'χε κακαρώσει. Χίλιες ώρες τον κουνούσαμε πάνω κάτω, κύριε Γούναρη, καλέ κύριε Γούναρη, ξυπνήστε. Τίποτα αυτός. Τώρα, εγώ που τον πλάκωσα, ο πίνακας που έπεσε στο κεφάλι του, ένα απ' τα δύο, και τα δυο εγώ τα έκανα. 
  Ήρθαν οι γιατροί και μας πήραν, εμένα και το Γούναρη. Φώναζα εγώ, είναι νεκρός, είναι νερκός, αφήκετέ τον, πάρτε το σόι, ο Γούναρης είναι νεκρός! Τίποτα αυτοί, τα δικά τους, αν θυμάμαι πώς με λένε, αν ξέρω που είμαι. Ξέρω πού είμαι, στο γαμωσχολείο είμαι, ο Γούναρης είναι νεκρός όμως! Και πείτε αυτού του μαλάκα να σταματήσει να φωνάζει, τα αυτιά μου έχει πάρει! Εκεί την έκανα τη βλακεία μου. Γιατί το μαλάκα αυτόν που φώναζε, μόνο εγώ τον έβλεπα. Την κάτσαμε. Σκατά. Πάλι θα με κλείσουνε στα ψυχιατρεία. Σκατά, γαμώ, σκατά! Εσύ φταις, μαλάκα, άρχισαν να φωνάζω. Εσύ φταις. Αυτός συνέχισε να λέει ό,τι έλεγε. Suck me Freud. Suck me Freud. Suck me. Suck me Freud. Όλη την ώρα τα ίδια. Για αυτή τη γαμημένη φωνή σκότωσα το Γούναρη. Suck me Freud. Suck me. Suck. Me. Freud. ΣΚΑΣΕ. Suck me Freud. ΣΚΑΣΕ ΕΙΠΑ..Πρέπει να γίνει για να ηρεμίσω λίγο. 
  Με πήγανε στο νοσοκομείο. Με ξαπλάρανε και με παρατήσανε εκεί πέρα. Ο άνδρας δεν έφυγε. Του μιλούσα όταν ήμασταν μόνοι μας. Είχε βγάλει το σκασμό πάντως. Απλώς στεκόταν και με κοιτούσε. Και ήξερε, και ήξερα πως ήξερε, και φοβόμουν της πουτάνας. Και σνόμπαρα το βλέμμα του, και φόραγα μάσκες, και αυτός εκεί, ακόμα ήξερε. Μόνο το βράδυ που κοιμόνταν όλοι ερχόταν και μου ψιθύριζε, σκότωσες το Γούναρη. Εσύ. Εσύ φταις. Εσύ τον σκότωσες. Τι να κάνω, του έλεγα εγώ. Δεν φταίω. Αλήθεια. Η φωτιά, η φωτιά φταίει, η φωτιά.. Και η φτώχια ρε, αν είχαμε λεφτά και πλήρωνε η μάνα μου να έχω φάρμακα δεν θα είχαμε φωτιά. Ψεύτρα, έλεγε αυτός, ψεύτρα, φταις, φταις και παραφταίς, το ήξερες πως δεν ήτανε αληθινή η φωτιά. Ψεύτρα. Σκότωσες τον Γούναρη. Δολοφόνα. 
  Μου φέρανε τηλέφωνο τρεις εβδομάδες μετά, να μιλήσω με κανέναν άνθρωπο, να δω τι γίνεται, δεν είχα κανέναν επισκέπτη πέρα απ' τη μάνα μου, ποιος να 'ρθει να δει τη μαλάκω τη δολοφόνα. Κάθε πρωινό ερχότανε η μάνα μου εννιά με ένδεκα. Μετά έφευγε να πάει να μαγειρέψει του αδερφού μου. Εγώ ξυπνούσα απ' τις εφτά και την περίμενα. Εκείνη την ημέρα που ξύπνησα, όταν ήρθε η νοσοκόμα με το πρωινό μου 'πε πως έστειλαν γράμμα απ' το σχολείο και να το ανοίξω. Το παράτησε δίπλα απ' το πιάτο μου και εγώ ξεροκατάπια και της έριξα το πιάτο με το φαί στη μούρη. Παρ'το. Δεν τρώω. Γαμώ τους ψυχοπαθείς, είπε. Χεστήκαμε. Δεν το ανοίγω το κωλογράμμα. Μην το ανοίξεις, είπε ο άνδρας, οι άλλοι θα 'ναι, απ' το σχολείο, κάνα βρισίδι για το Γούναρη, καμιά αποβολή. Δεν το ανοίγω, είπα. 
  Τύλιξα το καλώδιο του τηλεφώνου που μου βάλανε γύρω από το λαιμό μου. Με βρήκανε πνιγμένη. Ψόφια. Η μάνα μου έκλαψε. Η νοσοκόμα άνοιξε το γράμμα από το σχολείο. Αγαπητή μας μαθήτρια, σας περιμένουμε, καλή ανάρρωση, έλεγε. Επίσης σας ενημερώνουμε πως ο καθηγητής σας κ. Γούναρης ξύπνησε από το κόμμα και θα είναι και ο ίδιος πίσω στο σχολείο σε λίγες εβδομάδες. Γαμώ την τύχη σας, θα είχα απαντήσει, ο Γούναρης πέθανε λέμε, γαμώ. Που να με πάρει. 

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Δεν ξέρω τι φτάνει, τίποτα δεν φτάνει, τίποτα δεν είναι αρκετό, για λες πως θα αρκείσαι σε κάτι θα πρέπει να το θέλεις, εγώ δεν θέλω τίποτα, δεν ποθώ τίποτα, δεν έχω στόχο, δεν έχω αύριο, δεν υπάρχεις, εδώ γύρω πεθαίνει κάθε ομορφιά, η θλίψη αλλάζει πρόσωπα, μην κλείνεις το στόμα θα πνιγώ, θα πνιγώ, και στ'αρχίδια μου αν είμαι ή δεν είμαι συμπαθής, σαν έρημα καράβια, σ' αυτό το πλοίο που όλο φτάνει, ξέρεις δε φταίνε τα λιοντάρια αν μείνουν νηστικά πεινάνε, κανείς καμιά και τίποτα στα δύσκολα μονάχα εσύ,  colour my world, το κορίτσι που κλαίει πριν να φύγω και μετά με ξεχνάει λίγο λίγο, running up that hill, μα έτσι όπως με κοιτάς μ' αυτά τα μάτια ο πόνος έστω και για λίγο σταματάει 

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Θλίψη, ψυχρή, ατέρμονη, ατελείωτη, ανελέητη, και πανέξυπνη, σαν καρκίνος που κάνει μετάσταση απ' το ένα όργανο στο άλλο μέχρι να τ' αχρηστέψει όλα και να πεθάνεις, κάτι τέτοιο, κάπως έτσι, άσχημα, άχαρα, αργά, βασανιστικά, έτσι θα είναι και ο θάνατός μας, και ο δικός μου, και ο δικός σου, και όλων, θα πεθάνουμε απ' την πολλή θλίψη, θα τρυπήσει τ' αυτιά μας και το μυαλό μας, θα τρυπώσει στο αίμα μας και θα διαρρεύσει σ' όλο μας το σώμα, μέχρι που δεν θα 'χει τίποτα άλλο να φάει, η θλίψη δεν σκάει ποτέ να ξέρεις, ποτέ, ποτέ δεν χορταίνει, είναι χοντρή και άσχημη και άχαρη αλλά πότε πότε φοράει ένα μαύρο καπέλο και δεν φαίνεται η χοντρομούρη της και εμείς την ερωτευόμαστε, τι ηλίθιοι, τι τυφλοί που είμαστε, αυτή η πρόταση τραβάει πολύ περισσότερο από ότι περίμενα αλλά νιώθω πως ξέχασα τις τελείες, δεν υπάρχουν τελείες, γαμώ τις τελείες, η ζωή είναι αρμονική, ζωή ωραία μα τόσο μικρή, δώστε φιλιά στα πουλιά και πείτε γεια στους ουρανούς, φεύγω, πάω ταξίδια σε τόπους μακρινούς
'bye Tess. Haunt me if you like. 

κλουβιά με ρόδες

  Η Στέλλα το 'σκασε! Και τι θα πουν οι γείτονες, για τη Στέλλα τώρα. Όλος ο κόσμος το 'χει μάθει πως το 'σκασε η Στέλλα- εγώ, εγώ είμαι αυτή, εγώ είμαι η Στέλλα που το 'σκασε. Και πού πήγε; Έλα ντε. Οι κουτσομπόλες, πιπίλα το έχουν κάνει. Η Στέλλα το 'σκασε, η Στέλλα, το 'σκασε η Στέλλα. Μωρ' πια Στέλλα; Η Στέλλα ντε, το Στελλάκι, του Γιώργη. Το μικρό; Ποιο μικρό καλέ, ολόκληρη κοπελιά έχει γίνει τώρα. Ουίι, την καημένη τη μάνα της! Ναι, την καημένη τη μάνα μου, μαλάκες, πολύ που θα της λείψω, ωξ' από δω ρε. Να είχε διώξει τον μαλάκα τον πατέρα μου την πρώτη φορά που είδε αίμα στο βρακί μου όταν ήμουν εννιά. Εννιά ρε, εννιά χρονών σκατό και ο άλλος έχωνε τις δαχτυλάρες του στο τέτοιο μου! Κι η μάνα μου το 'ξερε, ρε, ακούτε, το 'ξερε! Ακούτε ρε; Πού να ακούσετε. Και πού είμαι τώρα; Πάνω από όλους σας είμαι. Ακούω ό,τι λέτε. Μία προς μία της λέξεις. Σας ακούω. Ξέρετε τι είπαν στο σχολείο; Πως το 'σκασα! Όχι ότι έφυγα, το 'σκασα, ήπια χασίς, μαστούρωσα, πώς το λένε. Το 'σκασε η Στέλλα τους λένε, κωλόφαρδη απαντάνε αυτοί. Πού το βρήκε. Στον κώλο σας το βρήκα, μαλάκες! Αράξτε και πιείτε το ποτό σας, και 'γεια μας, εγώ θα περιμένω εδώ να μάθετε πως ο πατέρας μου με βίαζε, να δω τις μούρες σας μετά. Τι θα πείτε τότε για τη Στέλλα που το ΄σκασε; Μήπως θα σταματήσω τότε να 'μαι αυτή η Στέλλα; Μήπως θα 'μαι η Στέλλα που τη γαμούσε ο πατέρας της από όταν ήταν εννιά; Σκατά στα μούτρα σας, σκατά σε όλους σας, σκατά και σε 'μενα, σκατά στην ζωή, σκατά σε όλα. Βρίζω ρε, ακούς πατέρα; Βρίζω. Ξέρεις τι αναρωτιέμαι πάντα; Γιατί στο διάολο τη γλίτωνε η Μαρία και ο Άλεξ και τα 'τρωγα μόνο εγώ. Σοβαρά τώρα, απάντα μου μόνο σε αυτό για να κοιμηθώ και γω ήρεμη σήμερα, γιατί; Γιατί, που να με πάρει; Η Μαρία ήταν - είναι- πιο μεγάλη από εμένα, και, τι, δεν ήσουν αρκετά άρρωστος για να γουστάρεις και αγοράκια; Έφταιξα εγώ; Έκανα τίποτα; Παίχτηκε καμιά φάση,  κάναμε δυο επιτυχημένα -τι επιτυχημένα δηλαδή, σκατά επιτυχημένα, η μία γκαστρώνεται κάθε πέντε μήνες και ο άλλος πουλάει LSD στα μωρά του γυμνασίου για να ζήσει- ποιος το γαμάει -κυριολεκτικά- το άλλο; Άντε γαμήσου μαλάκα. Έχεις πεθάνει στο μυαλό μου πάνω από χίλιες φορές με πάνω από χίλιους διαφορετικούς τρόπους. Σου έχω κόψει το κεφάλι με το τσεκούρι που κόβεις τα ξύλα για το τζάκι, σε έχω πνίξει στο νερό της λεκάνης της τουαλέτας, σε έχω δηλητηριάσει με κώνειο (κώνειο γιατί είσαι και Ελληνάρας, πανάθεμα σε, μαλάκα), σου έχω χορηγήσει LSD και σε έχω παρατήσει μόνο σου κλειδωμένο στην κουζίνα παρέα με όλες τις πιθανές δολοφονικές μηχανές (μαχαίρια, πιρούνια, φούρνος), περιμένοντας να πάθεις το κατάλληλο άσχημο τριπ, σε έχω ρίξει από την κορυφή της ταράτσας του σπιτιού. Και το αγαπημένο μου: μια φορά φαντάστηκα πως πήρα το σκουπόξυλο, στο έχωσα στον κώλο και αυτό ξετρύπωσε από την άλλη πλευρά, σε τρύπησα, κατάλαβες; Ήσουν σαν σουβλάκι. Μετά σου έβαλα φωτιά. Καμμένο σουβλάκι. Τέλος πάντων. Σε ανέχτηκα, δεν ξέρω γιατί. Πάντα έλεγα, θα φύγω ρε, τι έχω εδώ να με κρατάει; Θα φύγω. Και μετά σκεφτόμουν τον Άλεξ και την κιθάρα του και το φίλο του Άλεξ, εκείνον με τα μακριά μαλλιά και την κόκκινη μηχανή, που με πήγαινε βόλτες το βράδυ κρυφά και ανέμιζαν τα μαλλιά μου και κρύωναν τα πόδια μου στη δροσιά της νύχτας. Και την Άλις. Αλίκη δηλαδή, αλλά εγώ Άλις την έλεγα. Είχαμε πει να δοκιμάζαμε μαζί λίγο LSD απ' τον Αλέξη. Αθέτησα την υπόσχεσή μου και δοκίμασα πρώτη μια μέρα που έλειπαν οι γονείς απ' το σπίτι και ο Αλέξης έκανε μάζωξη. Δεν έφταιγα πάντως. Ήταν παιχνίδι. Μας μοίρασαν από μία κόκα κόλα στον κάθε ένα. Οι μισές είχαν μέσα, οι άλλες μισές δεν είχαν. Οι νηφάλιοι ήταν μέντορες. Μπέιπι- σίτερς. Εγώ δεν ήμουν. Ήμουν απ' τους άλλους. Σόρι ρε Άλις, αθέτησα την υπόσχεση. ΤΙ; ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΣΕΣ ΜΩΡΗ ΠΟΥΤΑΝΑ; Ζντουπ το μπουκάλι κρασί στο κεφάλι. Καλά ρε παιδί μου, άραξε, δεν έκανα τίποτα. ΕΚΑΝΕΣ. Τι; LSD. 
 Είναι λίγο υστερικιά η Άλις. Πάντως εγώ πέρασα αρκετά όμορφα. Είδα χρώματα. Επιτέλους. 
 Τέλος πάντων, λόγω αυτών, κι άλλων πολλών, έμεινα. Και ανέχτηκα και εσένα, και τις αηδιαστικές πράξεις σου, τις άρρωστες, και την αδιαφορία της μάνας μου, και τις μάσκες σου στην οικογένεια. Και προσπάθησα, ω, ρε μαλάκα, αν προσπάθησα, να το φέρω από 'δω, να το φέρω από 'κει στ' αδέρφια μου, με βιάζει ο μπαμπάς ρέι, εσάς; Αλλά πού, ρε. Σ' αγαπούσαν και τα δύο όσο τη μάνα μας και παραπάνω. Αν τους γαμούσες δεν θα σ' αγαπούσαν. Οκέι γκάιζ, το πήρα το μήνυμα. Πάντως δεν τους το είπα ποτέ, για να ξέρεις. Έφτανα εγώ για σκάρτο παιδί, είπα να μην καταστρέψω και τ' άλλα. Θα το κουβαλούσαν σε όλη τους τη γαμωζωή, αυτή την ωραία που εγώ δε θα 'χω εξ' αιτίας σου. Γι΄ αυτό και το μήνυμα που άφησα στον τηλεφωνητή, ήταν αυστηρά για το μπαμπάκα και τη μανούλα. Αηδία. 
 Αλλά έφτασε η ώρα και για μένα να την κάνω. Και την έκανα, με τη κόκκινη μηχανή του φίλου του Άλεξ. Βέβαια δεν είμαι σίγουρη αν είναι κόκκινη, έτσι λένε, εγώ δεν ξέρω. Τίποτα δεν πήρα μαζί μου, ήξερα πως το ταξίδι μου δεν θα ήταν καθόλου μακρινό. Μέχρι πού να φτάσω; Πού να τη δω την κωλόνα, γαμώ το κέρατό μου; Και την κυρά Γιώργαινα- τη μάνα μου, Γιώργης ο πατέρας μου, είπαμε- πού να τη δω; Εγώ φταίω; Αυτή με γέννησε γκαβή, αυτή παντρεύτηκε τον άλλο το μαλάκα, ας τα φάει τώρα! Για όνομα ρε μάνα. Ποιος αφήνει τυφλό παιδί να ζήσει σ' αυτήν την κωλοκοινωνία; Και 'δω πάνω που 'μαι τώρα, πάλι δε βλέπω, ρε μάνα, γαμώ το στανιό μου! Μόνο ακούω! Ακούς ρε μάνα; Δε βλέπω αν γνέφεις, γι' αυτό λέγε!Μ' ακούς;

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Όρος Γκούλακ, 5.3.2053

 Ποτήρι κρασί για άλλη μια φορά. Βέβαια και θα 'ταν ποτήρι κρασί. Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι. Ούτε το στερεοφωνικό μου παράτησα, ούτε τη συλλογή των CD.. τόσα χρόνια προσπάθειες. Έχει αλλάξει η μουσική τώρα, όσο πάει βγαίνουν πιο πολλές αηδίες. Ο αγαπημένος μου Παύλος έφυγε. Όλοι όσοι ήταν είδωλά μου όταν ήμουν έφηβη είναι νεκροί. Ο Paul Mccartney είναι σκόνη. Η Σώτη Τριανταφύλλου επίσης. Έχει εξαφανιστεί κάθε ποιότητα απ' το ραδιόφωνο- κάποτε ίσως να άκουγα εδώ κι εκεί, τώρα ποτέ μου, δεν έχω ιδέα αν όντως υπάρχει ακόμη το ραδιόφωνο. Οι νέες γενιές είναι χαζές. Νιώθω σκουριασμένη. Δεν πειράζει. 
 Η βρύση μου στάζει. Μετράω το χρόνο σε σταλιές νερού. Μα πώς περνούν έτσι! Ήδη έπεσαν τριάντα επτά. Θυμάμαι κάτι απ' τα παλιά, μια φορά, κάτι που δεν θα 'πρεπε να είχα ακούσει.  Διαγώνισμα Άλγεβρας: Έχετε ακόμη δύο λεπτά. Μα αν είναι δυνατόν κυρία, πώς περνάνε έτσι τα λεπτά, τι να προλάβουμε! Κι ύστερα ο ψίθυρος: τα χρόνια να δεις πώς περνάνε..  Το βλέμμα μου πέφτει στο ημερολόγιο. Τι το έχω εκεί; Ποτέ δεν το χρησιμοποιώ. Και τι μέρα είναι σήμερα; Κάτσε να δω.. Ανάβω την τηλεόραση. Πέντε τρίτου του 2053. Τρίτος μήνας είναι ο Μάρτης.. 
 Παγώνω. Κάτι ξεχνάω. Κάτι είναι σήμερα. Όχι γενέθλια, όχι γιορτή.. όχι ραντεβού στο γιατρό.. δεν κλείνω ραντεβού στο γιατρό.. Κάτι σημαντικό, τι είναι..
 Θυμάμαι. 

 Σ'ένα μπαρ χωρίς ατμόσφαιρα, 5.3.2053
 Μόλις σηκώνω το ακουστικό, θέλω να πω σ' όποιον με κάλεσε πόσο ευγνώμων του είμαι που πήρε, πόσο με σώζει απ' αυτήν την άσχημη κατάσταση. Αντ' αυτού, λέω, "Ναι;"
Σιωπή απ' την άλλη γραμμή. Περιμένω. Τελικά, μιλάει. 
"Βρήκα τις γοργόνες. Μ'ακούς; Τις βρήκα." 
Ε; 
"Είσαι εκεί; Σου λέω, βρήκα τις γοργόνες."
Ω! 
"Ναι, ναι, εδώ είμαι, σ'ακούω!" Δεν το πιστεύω, απίστευτο, πράγματι, απίστευτο. 
"Βρήκα τις γοργόνες." επαναλαμβάνει. Χαμογελάω, η καρδιά μου χτυπά δυνατά, ο κόσμος δεν υπάρχει γύρω μου, είμαι και πάλι δεκάξι, το αίμα στις φλέβες μου ρέει πράγματι, ρέει σαν τρελό, σα νερό που κυλάει. 
"Κι εγώ!" αναφωνώ τότε. "Κι εγώ! Ταξίδεψα στο διάστημα! Πήγα εκεί που ήθελα!" Νομίζω πως νιώθω το πρόσωπο της άλλης γραμμής να χαμογελάει. 
"Είσαι ακόμα εκεί;" ρωτά. 
"Ναι!" αναφωνώ, χωρίς να το σκεφτώ. Κοιτάζω γύρω μου, ναι, ίσως να είμαι ακόμα εκεί. "Ναι, ναι είμαι ακόμα εκεί! Εσύ;"
"Ψήλωσες καθόλου;" 
Γελάμε. 

Όρος Γκούλαγκ, 5.3.2053
 Έκλεισα το τηλέφωνο μετά που άκουσα το γέλιο απ' την άλλη γραμμή, δεν έχω ιδέα γιατί, ένιωσα πως ήταν αρκετό, φοβήθηκα να προχωρήσω παρακάτω, θα χανόμουν στο παρελθόν κι ύστερα πάλι απ' την αρχή, ν'αποδεχτώ το χρόνο που πέρασε, να νιώσω το δέρμα μου να γερνά στο πέρασμα του χρόνου. Δεν θα θυμηθώ τίποτα άλλο για σήμερα. Κατεβάζω το ακουστικό και ύστερα το ξαναβάζω στ' αυτί μου, ενώ η γραμμή έχει κλείσει και το ξέρω, ξέρω πως δεν ακούει. Κι όμως, λέω : "Δεν ξέρω τι κατάλαβες, ελπίζω να μην κατάλαβες αυτό που εννοούσα.. Δεν βρήκα τις αληθινές γοργόνες, τις έψαξα, δεν τις βρήκα, ακούς; Βρήκα κάτι χάπια όμως.. που φέρνουν γοργόνες.. Παραστράτησα.. Ξέπεσα.. Έζησα στο δρόμο πνιγμένη στη φτώχια και στη βρωμιά σαν την Αλίκη στη χώρα του LSD και τώρα κλέβω καπούνια απ' τα ξενοδοχεία σαν την Ανατολή στο Για την Αγάπη της Γεωμετρίας.. Ακούς; Γαμήθηκα με ξένους για λεφτά και τώρα αηδιάζω με τον εαυτό μου. Παράτησα τα πάντα. Δεν βρήκα τις αληθινές γοργόνες. Δεν υπάρχουν. Ακούς; Δεν υπάρχουν γοργόνες.. Ακούς..; 

Σ΄ένα μπαρ χωρίς ατμόσφαιρα, 5.3.2053. 
Ναι. Ναι, ακούω..