Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

(Κάθε βράδυ βγαίνω να πνιγώ)

Σε ψυχή ψαριού κορμί γατίσιο. 
 Ειν' οι ανάσες των λύκων που κυβερνούν την άγρια χώρα μου. Ένα βρέφος κλαίει ασταμάτητα. Ειν' οι ανάσες των λύκων που τριγυρνάν μέσα στο σώμα μου. Μία κοπέλα χορεύει στο δρόμο χαμογελώντας· κοιταζόμαστε στα μάτια· μαρμαρώνει. Της κόβεται το γέλιο μεμιάς. Ειν' οι ανάσες των λύκων που σταματούν έξω απ' την πόρτα μου. Ένα παιδικό ουρλιαχτό γεννιέται σ' ένα σκοτεινό στενάκι κάποιο Σαββατόβραδο και ταξιδεύει επ' άπειρον μέσα στον τυφώνα του κόσμου. Ειν' οι ανάσες των λύκων που ξαγρυπνάν κάτω απ' το στρώμα μου. Φως· σκοτάδι· φως· σκοτάδι· φως. Σκοτάδι. Σιωπή, φασαρία. Φασαριόζικη σιωπή. Σιωπηλή φασαρία. Φως. Σκοτάδι. Φως. Ειν' οι ανάσες των λύκων που κυβερνούν την άγρια χώρα μου. Αναπτύσσω ταχύτητα. Κι άλλη. Κι άλλη. Κι άλλη.. Τοίχος. Φρένο. Όχι. Φρένο. ΦΡΕΝΟ. Μπαμ, κρας. Θρύψαλα. Ειν' οι ανάσες των λύκων που τριγυρνάν μέσα στο σώμα μου. Πρόσωπα· άνθρωποι. Για καθέναν υπάρχει ένα δωμάτιο· μονόχρωμο, άδειο. Χωρίς πόρτες και παράθυρα. Ειν' οι ανάσες των λύκων που σταματούν έξω απ' την πόρτα μου. Το χάος είναι φίλος σου και η φωτιά αδερφή σου. Κάθε που σφάζονται δυο περιστέρια η νύχτα καίγεται στα δυο του χέρια· και το κορίτσι δεν μιλά. Ειν' οι ανάσες των λύκων που κυβερνούν την άγρια χώρα μου. Παραβιάζω το νόμο του Ξυραφιού του Όκαμ. Λάθος· μέγα λάθος. Στροφή. Δεξιά, αριστερά. Λάθος. Πάντα λάθος. Ειν' οι ανάσες των λύκων που ξαγρυπνάν κάτω απ' το στρώμα μου. Μια σειρήνα ηχεί μέσα στο ρημαδιό μα ο κόσμος δεν στρίβει το κεφάλι, οι αφηρημένοι δεν σηκώνουν το βλέμμα προς το δρόμο, κανείς βλάκας δεν χαίρεται που δεν είναι στη θέση εκείνου που πάσχει. Μια δεύτερη σειρήνα ηχεί. Κανείς. Ειν' οι ανάσες των λύκων που κυβερνούν την άγρια χώρα μου. Περιπλανιέμαι άσκοπα σε έναν παγωμένο κόσμο που δεν προχωράει. Η Γη δεν γυρίζει. Τα φανάρια δεν αναβοσβήνουν. Είναι όλα ένα τεράστιο φαλιμέντο. Ειν' οι ανάσες των λύκων που σταματούν έξω απ' την πόρτα μου. Ωροδείκτες που τρέχουν γρήγορα, πολύ γρήγορα, πάρα πολύ γρήγορα· ταχύτητα, κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη· βροχή από παράσιτα, βροχή από παράσιτα, μπζζ,κχχχ, μπζζζ· ΣΤΟΠ. ΠΑΓΟΣ...Έκρηξη. Ειν' οι ανάσες των λύκων που κυβερνάν την άγρια χώρα μου. Δεν ειν' αρρώστια αυτό που σκιάζει και βαραίνει το μυαλό και τα πόδια μου. Νιαουρίσματα. Ναι; Ναι, ποιος με καλεί; Μια μαύρη γάτα τρίβεται στα πόδια μου· μικρή, νεαρή θα έλεγα. Νιαουρίασματα. Σκύβω να την αγγίξω. Με κοιτάζει. Χάνομαι. Το χέρι μου την πλησιάζει κι άλλο. Απομακρύνεται. Στάσου! Απομακρύνεται κι άλλο. Στάσου! Κατορθώνω ν' αγγίξω το κεφάλι της με το δάχτυλό μου. Μαρμαρώνει. Κάτι αλλάζει, κάτι αλλάζει.. "Μου θυμίζεις ένα στίχο, Ζωή. Κάτσε να δεις πώς πήγαινε. Κάτσε να δεις. Α, ναι.. Σε ψυχή..Σε ψυχή ψαριού κορμί γατίσιο.." Ειν' οι ανάσες των λύκων που κυβερνάν την άγρια χώρα μου. Δεν ειν' αρρώστια αυτό που σκιάζει και βαραίνει το μυαλό και τα πόδια μου. Όλα είναι ψεύτικα. Χάρτινα. Χειρότερα, πλαστικά. Πλαστά και ψεύτικα. 
  Είναι η μυτερή γκρίζα ουρά του καρχαρία που ακολουθώ τυφλά χωρίς να ξέρω ποτέ τι καταβροχθίζουν τα σαγόνια του. 
  Μου.
  Τα σαγόνια μου. 

  

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Στον Π

 Είδα ξανά τον Παυλή να περπατάει ανάμεσα στον όχλο που ήταν περίεργα στοιβαγμένος σε μια άτακτη τάξη, αηδιαστική, ακολουθώντας το γνωστό αηδιαστικό βηματισμό, στο γνωστό αηδιαστικό ρυθμό· αυτόν που παλιά θυμόμουν άκουγε και κάλυπτε τ' αυτιά του με τα χέρια του, να μην ακούει. Τον είδα λοιπόν, εκεί που δεν περίμενα ποτέ να τον δω, και αναρίγησε ολόκληρο το είναι και το σώμα μου στη θέα του. Ξεχώριζε όμως, ακόμα κι όταν προχωρούσε ίδιος ανάμεσα στους ίδιους, ο Παυλής μου ξεχώριζε· το λευκό ασιδέρωτο πουκάμισό του που του ήταν γύρω στα δυο νούμερα μεγαλύτερο- σίγουρα δανεικό από κανένα μεσήλικα συγγενή, ο Παυλής δεν φόραγε πουκάμισα ούτε γι' αστείο- το τρύπιο μπλουτζίν του που τού 'χε περάσει παραμάνες για να μην φαίνονται οι τρύπες,τ' ατημέλητα μαλλιά του, τα ολοφώτεινα μάτια του.. Κι όλα αυτά χυμένα ανάμεσα στους προσεγμένους νεαρούς με τα λευκά πουκάμισα ζωσμένα μέσα απ' το παντελόνι, τα γυαλιστερά παπούτσια (αντί για γυαλιστερά μάτια) και τα μαλλιά περιποιημένα με ζελέ και χτένα, μην πετάει ούτε μια τρίχα ούτε μια ιδέα απ' το κεφάλι. Ντουμ, ντουμ, ντουμ, ντουμ, να παρελαύνουν οι νεαροί μπροστά στον άξεστο κόσμο, κι ο Παυλής ανάμεσά τους, να καταπιέζει την προσωπικότητά του που έχει φτερά και πετά σ' όλη την πόλη μέσα στο κουτί εκείνο που συμπιέσανε το είναι του για ένα καψόνι.. Τι έκανε εκεί ο Παυλής; Μ' απειλήσανε, μου 'χε γράψει. Μ' απειλήσανε πως αν δεν πάω θα μ' απολύσουνε. Δεν μπορώ να μ' απολύσουνε. Υποτάχθηκες, Παυλή, του είχα πει, μ' απογοήτευση. Υποτάχθηκες.
  Χώθηκα λοιπόν κι εγώ ανάμεσα στον κόσμο κι άρχισα να σπρώχνω μια από 'δω, μια από 'κει, να περάσω τον όχλο και να βρεθώ κι εγώ ανάμεσα στους λευκογάλανους ανθρώπους. Κάντε πέρα, μαντάμ, πρέπει να περάσω, κάντε πέρα, πλιζ, κάντε πέρα! Μ' απαντούσανε αυτοί, πού πας κοπελιά; Πού πας; Στάσου κοπελιά, ουστ κοπελιά, φύγε κοπελιά. Σάλτα και στο διάολο, δεν με σταματάει κανείς, είν' ο Παυλής εκεί, πρέπει να πάω να τον πάρω από κει!
  Και ΓΡΑΠ! Μ' αρπάζει απ' το μπράτσο ένας μπάτσος. Παρακαλώ, σερ. Δεν μπορείς να περάσεις από 'δω, κοπελιά. Είναι παρέλαση. Μα κι εγώ να παρελάσω θέλω, σερ. Δεν είσαι κατάλληλα ντυμένη, κοπελιά. Ω, μα, χέστε με, σερ- και δίνω ένα σάλτο και ξεφεύγω απ' τα χέρια του, βάζω φτερά στα πόδια μου και τρέχω προς τον Παυλή. Σιγά καλέ! Σιγά! Ώπα! Πρόσεχε μωρέ πού πατάς! Καλύτερα το 'χεις να σκοντάψεις πάνω μου και να χτυπήσουμε παρά να χαλάσεις το βηματισμό; 
 Εδώ θα 'θελα να κάνουμε μια παύση και να γίνουμε πουλιά που πετάνε πάνω απ' το κέντρο της πόλης και χαζεύουνε εμάς · χαζεύουνε δηλαδή τους ανθρώπους- πρόβατα που περπατάνε στις ομοιόμορφες στολές τους με τον ίδιο βηματισμό, κι εμένα να σπρώχνω μια από 'δω, μια από 'κει, και να τρέχω αντίθετα στο ρεύμα, μία χρωματιστή κουκκιδίτσα ανάμεσα στις σωστά στοιβαγμένες γαλανόλευκες κουκκιδίτσες, με τους μπασκίνες να φωνάζουν πως χαλάω το θέαμα, χαλάω την παρέλαση, και πιάστε την, πιάστε την, και λόγω εμένα μέχρι και η μπάντα του δήμου να 'χει χάσει τις νότες της και να παίζει άλλα αντί άλλων. Σαββόπουλο παίξτε! Σαββόπουλο Φωνάζω με την ψυχή στο στόμα. Την Συγκέντρωση της ΕΦΕΕ! Στα πλαϊνά ο κόσμος να κραυγάζει, άλλοι μ' αηδιά, άλλοι γελώντας, άλλοι να βωμολοχούν εις βάρος αυτού του απολίτιστου κοριτσιού που χώθηκε μες στην παρέλαση- και τα ρούχα της, τα είδατε τα ρούχα της; Τα χρώματα, τα είδατε τα προκλητικά τα χρώματα; Και στο βάθος, λίγα μέτρα πιο πέρα από 'μενα, τον Παυλή να ξεχωρίζει με τα όλα του· ακόμα κι από 'κει πάνω ξεχωρίζει ο Παυλής. Πάντα. 
  Πιάστε την! Πιάστε την! Φωνάζουνε οι μπάτσοι πίσω στη γη, στο έδαφος, και οι νεαροί από εδώ κι από 'κει σκάνε στα γέλια με το θέαμα, άλλοι προσπαθούνε μάταια να μ' αποφύγουνε που έχω φέρει το χάος στον αηδιαστικό ρυθμό τους. Σταματάω και πιάνω απ' τη μέση τον πρώτο σημαιοφόρο που συναντάω και το ρίχνουμε στο σουίνγκ- μόνο εγώ χορεύω δηλαδή, αυτός μου πετάει τα χέρια μακριά και τρέχει να σώσει την σημαία του που πέφτει απ' τη ζώνη και σχεδόν τραυματίζει τους μπροστινούς, που ευτυχώς προλάβανε και φύγανε απ' τη μέση. Δεν ήθελα ο χορός μου να πληγώσει κανέναν. 
  Αν υπήρχε τρόπος να προσθέσω μουσική υπόκρουση σ' αυτήν την παράκρουση θα ήταν το "Θα σου Κλέψω το Σακάκι" το Άσιμου. 
  Ρε πιάστε την! Πιάστε την! Στο παρατσάκ γλιτώνω απ' τα χέρια ενός με καπέλο και μπλε στολή. Μα σερ, εγώ δίνω ζωή στις νεκρές γιορτές σας και 'σεις με κυνηγάτε; Ο Παυλής τώρα απέχει μόνο δυο μέτρα απόσταση από 'μένα. Παυλή! Βροντοφωνάζω και πέφτω πάνω του με την αγκαλιά μου ορθάνοιχτη. Με σηκώνει εκείνος με τα χέρια του και με κάνει μια στροφή, στη μέση του δρόμου, στη μέση της παρέλασης· η αγκαλιά μας χωρίζει στα δύο τους γαλανόλευκους νεαρούς που συνεχίζουν ακάθεκτοι τον ψόφιο τους ρυθμό.  Μ' αφήνει κάτω μ' ένα γλυκό χαμόγελο που μεταδίδεται σ' εμένα σε χρόνο μηδέν. "Παυλή" του λέω, κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια -βαθιά, πολύ βαθιά- "ξέχασες το μαντήλι σου", και βγάζω απ' την τσέπη μου ένα κόκκινο μαντήλι και του το φοράω στο πρόσωπο, να του καλύπτει τα χαρακτηριστικά, απ' τη μύτη και κάτω. 
  Γελάει. "Δεν το ξέχασα" μ' απαντάει, και απ' την τσέπη του πουκάμισου βγάζει το δικό του μαύρο μαντήλι και το φοράει σ' εμένα με τον ίδιο τρόπο· τα δάχτυλά του χαϊδεύουν τα μαλλιά μου στη διαδικασία. "Δεν το ξέχασα καθόλου". 
   Κι έτσι με τα μαντήλια μας στο πρόσωπο βάλαμε φωτιά σ' όλες τις φασιστικές ιδέες που λερώνανε την πόλη μας μ' ασχήμια. Έτσι με τα μαντήλια μας μάς βρήκε η αυγή, ολόγυμνους πέρα απ' τα μαντήλια. Μα όταν φάνηκε ο ήλιος ολόκληρος πάνω απ' την πόλη, εκείνος είχε ήδη χαθεί. Και ίσως τον ξαναδώ, ίσως όχι· σε καμιά επέτειο, σε κανένα πόλεμο. Σε καμιά έκρηξη ζωής. Όταν όλα τα πόδια αυτής της σάπιας πολιτείας θυμηθούν ξανά πώς χορεύεται το σουίνγκ. 
  Όταν τα τανκ βάλουνε όπισθεν και διασχίσουν τα ίσα πίσω. 

  Ανυπότακτος είσαι Παυλή. Ανυπότακτος. 

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

  Γέννησα ένα πόθο κι αυτός γέννησε ένα πόθο κι αυτός γέννησε ένα πόθο κι αυτός γέννησε ένα πόθο και ξαφνικά γεμίσαμε πόθους, μπάζουμε πόθους από παντού, από τα παράθυρα, από τις πόρτες, από τις κλειδαρότρυπες, από τις χαραμάδες των ξεφτισμένων μας κουφωμάτων, από τα κούφια πατώματα, από παντού σας λέω, μπάζει πόθους το δωμάτιο. Όλο αυξάνεται ο αριθμός των πόθων αλλά το δωμάτιο δεν διαστέλλεται και δεν υπάρχει εδώ και κάνας τρόπος να το σκάσουμε, οπότε όπου να 'ναι να το ξέρετε, θα σκάσουμε όλοι. Θα πνιγούμε στους πολλούς πόθους. Να το ξέρετε. Εγώ όμως δεν είμαι διόλου δυστυχισμένη - το αντίθετο μάλιστα- κι αυτό επειδή έχω φτάσει στο αμήν, στο ζενίθ, στο αποκορύφωμα. Στα δευτερόλεπτα της κορύφωσης, κι όπου να 'ναι αναμένω το μεγάλο κρότο που θα επέλθει της έκρηξης. Και μαντέψτε τι θα γεννήσει αυτή η έκρηξη:.. άλλο ένα πόθο! Νιώθω την απόλυτη έκσταση του να μην μπορώ να 'μαι πια δυστυχισμένη  όσος πόνος και να περνά από πάνω μου και να λιώνει τα κόκαλά μου όπως τα τανκ έκαναν στον Παυλή στο κείμενο του Σεφέρη. ("Γιατί ο Παυλής έχει γερά, μεγάλα κόκαλα που κάνουνε τα τανκ σας να πηδάνε στον αέρα!")

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

ειρωνικόν

 Η ανάμνηση της ευτυχίας κόβει βόλτες στο κεφάλι μου, περιφέρεται από 'δω κι από κει και χαζεύει βιτρίνες. Τη ρωτάω πότε- πότε πώς τα πάει. Τι κάνει. Μου λέει, εδώ μωρέ, ξεθωριάζω όσο περνάει ο καιρός. Κρίμα, της λέω. Κρίμα, μου λέει κι εκείνη· έπειτα σκύβει το κεφάλι, κάνει μεταβολή και φεύγει μακριά μου. Κρίμα, της λέω ξανά, ενώ φεύγει. Ναι, ναι, κρίμα, πολύ κρίμα, συμφωνεί κι αυτή, χωρίς όμως ν' αλλάζει την πορεία της. Κι έτσι πέρα απ' το θρήνο μας μένουμε και οι δυο αδρανείς. Της το 'πα κι αυτό. Όλο κρίμα κρίμα λέμε, της λέω, και δεν κάνουμε τίποτα να τ' αλλάξουμε. Ναι, μου λέει, τίποτα δεν κάνουμε. Κρίμα, λέω. Κρίμα, αποκρίνεται αυτή γι' άλλη μια αηδιαστική φορά. Πολύ κρίμα. 

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Δεν ξέρω πώς συμβαίνει.

  Δύο μαχαιριές, έτσι, δύο μαχαιριές που με κόψανε στα δύο, ΧΣΣΣ, ΧΣΣΣ. Απλά πράγματα. Και ήμουνα νεκρή, και νεκρά τα μάτια μου κοιτούσανε εσένα και περιμένανε εσένα να ρθεις να κολλήσεις ξανά τα κομμάτια μεταξύ τους. Μόνο που δεν ήρθες. Δεν ήρθες. Ε, κι εγώ έμεινα εκεί, σαν περιτύλιγμα παιδικού δώρου που το πετάξανε στην άκρη ολόσκιστο σαν σκουπίδι, να αιμορραγώ μέχρι θανάτου. Ν' αναρωτιέμαι αν ήμουν όντως απλά ένα περιτύλιγμα παιδικού δώρου. Αν όλος αυτός ενθουσιασμός δεν προοριζόταν σ' εμένα αλλά σ' αυτό που έκρυβα. Αν άξιζε να διαλυθώ για να φανεί αυτό. Και το αίμα να τρέχει, να τρέχει, να τρέχει.. Να κολυμπάω στην πορφυρή λίμνη των πόθων μου. Κι έτσι ξάφνου, εκεί που σε κοίταγα και περίμενα πώς και πώς να 'ρθεις, σκέφτηκα πόσο χαρούμενος θα 'σαι εκεί που είσαι. Πόσο χαρούμενος θα 'σαι που έχεις αυτό που έχεις. Και ήμουν χαρούμενη· αν και αυτό που ποθούσες δεν ήμουν εγώ, αν και η πηγή της ευτυχίας σου δεν ήμουν εγώ, χαμογελούσα γιατί ήσουν ευτυχισμένος. Ήμουν ευτυχισμένη μέσα από τη δική σου ευτυχία, απ' αυτήν έπινα και ξεδιψούσα τον αποξηραμένο λαιμό μου. Κι έτσι πέθανα· βουτηγμένη στην πορφυρή λίμνη των πόθων μου, ενώ τα χείλη μου ήταν ακόμη λεκιασμένα με την ευτυχία σου. Κάπως έτσι: γυμνή από έρωτα, πνιγμένη σε μια θάλασσα από πόθους, κλέβοντας τζούρες χαράς από μια χαρά που δεν μ'άνηκε. Αμαρτωλή. Ευτυχής, λυπημένη και πότης. 

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Just couldn't tie me down

   Τις τελευταίες τέσσερις ώρες παίζω κρυφτό με τον εαυτό μου. Η μισή εγώ μετράει μέχρι το δέκα και η άλλη μισή τρέχει να κρυφτεί. Το πρώτο μου μισό όμως πάντα είναι πιο έξυπνο και πάντα το βρίσκει το δεύτερο, και πάντα σμίγουν για λίγο κι αποκαλύπτεται το μυστικό μου, μα έπειτα το ρίχνουν ξανά στο παιχνίδι και να σου πάλι απ' την αρχή, πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι, εικοσιπέντε, φτου και βγαίνω. Αυτό εδώ και τέσσερις ώρες. Ή μήπως τέσσερις μέρες; Ή τέσσερις εβδομάδες; Μήπως ήταν παραπάνω; Μήπως τέσσερις μήνες; Τέσσερα χρόνια; Πόσο πέρασε στ' αλήθεια απ' την τελευταία φορά που μ' άγγιξες; Γιατί εμένα τώρα μου φαίνεται αιώνας, μα πάω στοίχημα πως δεν ήταν και τόσο μακριά. Και να σου τώρα, μετά απ' αυτήν την σκέψη, τη μισή σκέψη, την ανολοκλήρωτη, το ρίχνουν πάλι στο κρυφτό τα δύο μου μισά. Τις ρωτάω λοιπόν εγώ, δεν κουράστηκαν να παίζουν; Μου λένε κι οι δυο όχι. Λέω, εγώ κουράστηκα, όμως. Κουράστηκα να σας βλέπω να τρέχετε πάνω κάτω στο κεφάλι μου και να γέρνει αυτό ανάλογα το ποια κερδίζει, να γέρνει σαν το ασημένιο κουτάλι στο χέρι της Μαριλούς. Μια στ' αριστερά και μια στα δεξιά, μια στο ένα μισό και μια στ' άλλο μισό. Μια στον πόθο, μια στη λογική. Να τρέχουνε πάνω κάτω σαν τα μαλακισμένα και να τα μπλέκουν όλα μεταξύ τους, όλα, να παρασέρνουνε φωτιστικά, καναπέδες, γυαλικά, να τα παίρνουνε όλα σβάρνα και να τα μπλέκουν πάνω κάτω· σε όλους τους τομείς. Κουράστηκα, λοιπόν, παίδες, οπότε σας προτείνω ετούτο, τους λέω: να πάει η μία να κρυφτεί, αλλά η άλλη να μην την ψάξει. Να παρατήσει το παιχνίδι στη μέση και να μείνει η μια κρυμμένη και η άλλη να περιπλανιέται ελεύθερη. Ας αφήσουμε το ένα μισό ν' αραχνιάσει, να σαπίσει, δεν πειράζει, καλύτερα, καλύτερα να τελειώνουμε μ' αυτό. Αφού, έτσι κι αλλιώς, τους λέω, δεν γίνεται να συνυπάρξετε. Γιατί δεν κρύβεστε η μια απ' την άλλη; 
  Γνέφουν και οι δυο, περιέργως, στην πρότασή μου·"Ναι, ας κρυφτούμε" λένε κι έπειτα κάθονται απέναντι η μια απ' την άλλη και κοιτιούνται σαν ηλίθιες. Κοιτάζω και 'γω, σαν χάνος." Άιντε" λέω. "Κρυφτείτε". Γνέφουνε ξανά. "Ναι, ας κρυφτούμε". Καμιά όμως δεν κάνει το πρώτο βήμα. "Λοιπόν" λέω, "θα μετρήσω μέχρι το 3 κι έπειτα θα γυρίσετε κι οι δυο πλάτη η μια στην άλλη και θα προχωρήσετε. Εντάξει;" "Εντάξει." και γνέφουνε και οι δυο την ίδια στιγμή. Τρία,δύο.. 
  Στο ένα γυρνάνε πλάτη και κάνουν αργά και σταθερά βήματα, αυξάνοντας όσο πάει την απόσταση μεταξύ τους. Άντε μπράβο, ψιθυρίζω εγώ. Άιντε μπράβο, να τελειώνουμε. Άιντε να κόβει αυτή η ταλαιπωρία. Μα πάνω που πάω να ξεφυσήξω από ανακούφιση, μιλάμε όπως πάνω σε ακριβώς αυτό το δευτερόλεπτο, το λογικό μισό μου γυρνά, κάνει μια στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών και βρίσκεται να κοιτάζει την πλάτη του άλλου μισού, εν αγνοία του. Τρέχει καταπάνω του με ταχύτητα τέτοια που εγώ ίσα που βλέπω τη σιλουέτα της να κινείται, και κατασπαράζει το άλλο μισό με λαιμαργία. "ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ;" φωνάζω εγώ μέσα στη σύγχησή μου."ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΩΡΗ;;" Μα η Λογική μου ήδη γλύφει τα χείλη της απ' τα περισσεύματα του Πόθου μου. "ΚΑΛΑ ΓΑΜΙΕΣΑΙ;" Και τι διάολο έγινε μόλις; Το ένα μου μισό καταβρόχθισε το άλλο!
  Έπρεπε να το 'ξερα πώς θα κλέψει, έπρεπε να το ήξερα, έπρεπε να ήμουν δύο βήματα πιο μπροστά από αυτήν. Λάθος μου. 
  Λάθος της κι εκείνης γιατί έπρεπε να ξέρει πως ο Πόθος δεν θα πεθάνει έτσι απλά. Το σώμα του μια μορφή ήταν, μα αυτός είναι παραπάνω, είναι νοητός, είναι αέρας, μυρωδιά. Κι έτσι το μόνο που κατόρθωσε η πουτάνα η Λογική μου είναι να περιφέρεται μέσα στο κεφάλι μου και να το παίζει αυστηρή και ψυχρή, ενώ ξέρουμε κι οι δυο πως στη θέση της καρδιάς στο θώρακά της τώρα βαράει μπουνιές ο Πόθος, απ' τα μέσα προς τα έξω. Και να δείτε που σε λίγο μέχρι και η Λογική θα χάσει τα λογικά της. 



  

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

 Όσο περνά ο καιρός, θα δεις πως θα 'ρθουν μέρες που δεν θα βρίσκεις λέξεις να εκφράσεις αυτό που σύεται μέσα σου. Τότε να ξέρεις πως ειν' η ώρα να μάθεις να χορεύεις. 

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

 Όταν πεθαίνει γύρω κάθε ομορφιά
γίνεται ο κόσμος γυάλινα κομμάτια
μα έτσι όπως με κοιτάς μ' αυτά τα μάτια ο πόνος
  έστω και για λίγο..

  

                                              σταματάει..



  Τσσσσφτ. Ανοίγει η μπύρα του. Δεν πίνει· την παρατάει στο πλάι, δίπλα στον καπνό του. Τον γεμάτο καπνό του που τον άνοιξε και δεν έβγαλε λίγο να στρίψει ένα τσιγάρο. Τον γεμάτο καπνό του που είναι δίπλα στο στραπατσαρισμένο κουτάκι με τα φιλτράκια του που τ' άνοιξε και τα σκόρπισε στο πάτωμα, μόνο και μόνο για να κάψει ύστερα με τον αναπτύρα του το διαφανές περιτύλιγμα. Αυτό που αν το κάψεις σωστά θα δεις τη φωτιά να χορεύει όμορφα. Για λίγο. Για πολύ λίγο. 
  Κχχχχχ. Παράσιτα απ' το χαλασμένο πικάπ που θα 'πρεπε να 'χε πετάξει από εκείνο το βράδυ που το βάρεσε και με τις δυο γροθιές του μαζί ενώ έπαιζε το Babe I'm Gonna Leave You των Led Zeppelin. Ψέματα ήταν πως χάλασε στη μετακόμιση. Με τα χέρια του την έσπασε την κωλο-βελόνα. Κι από τότε και κάθε βράδυ τα ίδια, βάζει τον ίδιο δίσκο με εκείνη τη νύχτα στο πικάπ και ακούει με ευχαρίστηση τα παράσιτα, τις νέες γραντζουνιές να δημιουργούνται στο βινίλιο, το υλικό να σπάει, να καταστρέφεται. Που να μην υπήρχε το γαμήδι. Να μην υπήρχε αυτός ο κωλοδίσκος. Αυτό το κωλοτράγουδο.
  Κριιικ. Η καριόλα η ξύλινη πόρτα που όσο λάδι και να της βάλει δεν θα σταματήσει ποτέ να τρίζει. Όσες βίδες και να της αλλάξει όλο θα τρίζει η κωλόπορτα. Και στον άνεμο ανοιγοκλείνει, μπάζει και κρύο, και δεν κλειδώνει και καλά το βράδυ. Ουδεμιά προσφορά αυτή η κωλόπορτα. 
  Όλα φυσιολογικά, συνηθισμένα. Άλλο ένα βράδυ απ' τα πολλά ίδια βράδια που δεν θα τελειώσουν ποτέ. Ίσως να μην ξημερώνει ποτέ σ' αυτό το σπίτι με τους ξεβαμμένους τοίχους, τα σπασμένα πλακάκια και τον ξηλωμένο καναπέ. Πώς γίνεται ένας καναπές να είναι ξηλωμένος; Ρωτήστε τον. Αυτό λέει ως δικαιολογία πάντως σ' όποιον ζητάει να πάει σπίτι του για ένα καφέ. "Δεν έχω καφέ" λέει. "Ε δεν πειράζει μωρέ, να κάτσουμε λίγο να τα πούμε" απαντάει ο άλλος. "Δεν έχω που να κάτσουμε" αποκρίνεται αυτός. "Ο καναπές μου είναι ξηλωμένος". Όλα στη θέση τους, λοιπόν. Ώσπου..
  Χαχαχαχα. 
  Στρέφει το κεφάλι μ' οργή προς την πηγή του γέλιου. Κανένας. Αδιάφορα επιστρέφει την αρχική του θέση. Απ' έξω θα 'ταν. Δεν έχει και καλή ηχομόνωση η κωλόπορτα..
  Χαχαχαχα. 
  Γυρνάει ξανά. Ένας μαλάκας έχει αράξει στον ξηλωμένο καναπέ του και τον κοιτάζει μ' ευθυμία. 
 "Τι γελάς ρε μαλακισμένο;" 
  Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε για τι άνθρωπο μιλάμε εδώ, αλλά είναι ένας από αυτούς που κάποιος άγνωστος βρίσκεται μέσα στο ίδιο του το σπίτι και έχει μάλιστα ξαπλώσει στον ίδιο του τον καναπέ, και δεν τον ρωτάει ούτε ποιος είναι ούτε τι είναι ούτε πώς στον πούτσο μπήκε μέσα αλλά γιατί γελάει. 
  "Γελάω με εσένα ρε καριόλη! Με εσένα! Δες πώς είσαι! Βρωμιάρης, άξεστος, χαρμάνης, άφραγκος.. Άσυμβίβαστος δεν έλεγες πως είσαι;" 
  "Ασυμβίβαστος είμαι" αποκρίνεται ο δικός μας. "Αδιαφορώ.. Είμαι απόγονος των παιδιών της γενιάς του χάους.."
  "Χαχαχαχαχα" υστερικό γέλιο ο άλλος -ας τον πούμε Μαλάκα. "ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ"
   "Τι γελάς γαμώ τη μάνα σου; Πού τ' αστείο;"
   "Αυτό, φίλε μου, είναι η πιο αχρεία μορφή συμβιβασμού!"
   "Ποια;"
   "Αυτή ρε στόκε! Αυτή! Εσύ! Δες πώς είσαι! Αυτοαποκαλείσαι και ασυμβίβαστος, τρομάρα σου! ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ! ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!"
   "Σκάσε κωλόπραμα!" τα παίρνει ο δικός μας. "Και ποιος είσαι στην τελική; Και πώς είσαι έτσι ρε μαλάκα, κοντοπίθαρε;; Από πού ήρθες; Απ' τους εφτά νάνους της χιονάτης;" και όντως, αντικειμενικά μιλώντας, ο επισκέπτης ήταν δεν ήταν ένα μέτρο σε ύψος.
   "Αηδιαστικό χιούμορ" σχολιάζει ο Μαλάκας, σοβαρός τώρα. "Και πολύ φτηνές υπεκφυγές!.."
    "Ωραία, θα μου πεις τώρα;" συνεχίζει ο άλλος. Ο Μαλάκας τον αγνοεί και πλησιάζει το πικάπ. 
    "Άσε το πικάπ.. ΑΣΕ ΤΟ ΓΑΜΩ-ΠΙΚΑΠ.."
    "Δεν το λυπάσαι;" βγάζει τον δίσκο, τον φιλάει με τα μικροκαμωμένα χείλη του. "Κρίμα τον δίσκο.. Κι ωραίος δίσκος, πολύ ωραίος.." 
    Θα σχολίαζε ο δικός μας- ας τον πούμε Φθαρμένο- μα κάτι του 'χει τραβήξει την προσοχή, τον έχει αποστομώσει βασικά· με το φιλί του Μαλάκα, οι γραντζουνιές του δίσκου εξαφανίστηκαν. Εξαφανίζονται ακόμη, το βινίλιο επιστρέφει στην αρχική του κατάσταση. Σαν καινούριο. 
   "Τι στο.."
   "Και το πικάπ, καλή μάρκα.. Σωστή επιλογή.. Κρίμα και το πικάπ, δεν το λυπάσαι ούτε το πικάπ;.." κι ενώνει ο Μαλάκας τα χείλη του με τη βελόνα, και ξανακολλά η βελόνα, διορθώνεται, επιστρέφει στην αρχική της κατάσταση. 
   Έχει σκαλώσει ο δικός μας, έχει παγώσει στη θέση του και δεν λέει να κουνήσει. "Μη.."
   "Μη τι;"
    "Μην κάνεις αυτό που πας να κάνεις. Ναι. Αυτό. ΜΗ. ΜΗΝ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ. ΜΗΝ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ ΓΑΜΩ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΟΥ. ΜΗ. ΜΗ ΓΑΜΩ ΤΟ ΣΤΑΝΙΟ ΣΟΥ, ΜΗ.." Μα παρακούει ο  Μαλάκας και πιάνει τον ολοκαίνουριο δίσκο και τον βάζει στ' ολοκαίνουριο πικάπ. Ο δικός μας πέφτει στα γόνατα και καλύπτει τ' αυτιά του με τα χέρια. "ΟΧΙ ΓΑΜΩ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΟΥ, ΟΧΙ ΓΑΜΩ, ΟΧΙ, ΠΟΥ ΝΑ ΜΕ ΠΑΡΕΙ, ΟΧΙ ΚΑΡΙΟΛΗ, ΟΧΙ, ΜΗ!!" Ακάθεκτος ο Μαλάκας βάζει τη βελόνα στο δίσκο και κατά περίεργο λόγο, μπαίνει απ' ευθείας το Babe I'm Gonna Leave You. Το Good Times Bad Times που είναι πρώτο στη σειρά στο δίσκο προσπερνιέται, περιέργως. Αν και αυτό δεν γίνεται στα πικάπ. 
  Babe, babe, babe, I'm gonna leave you.. Ο δικός μας κυλιέται στα πατώματα κι ουρλιάζει. 'ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ Τ' ΑΚΟΥΣΩ, ΚΑΡΙΟΛΗ, ΔΕΝ ΘΕΛΩ, ΜΗ.. ΕΧΩ ΝΑ Τ' ΑΚΟΥΣΩ ΑΠΟ ΤΟΤΕ..' 
  "Από πότε;" ρωτάει ο Μαλάκας. 
  "ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΡΕ ΚΑΡΙΟΛΗ.. ΑΠΟ ΤΟΤΕ.. ΑΦΟΥ ΞΕΡΕΙΣ.." 
  I can hear it calling me the way it used to do.. I can hear it calling me back home! 
  Ο Μαλάκας βγάζει ένα πνιχτό γελάκι. "Όχι να το πενευτώ, αλλά ξέρω.." Σιωπή. "Παραστράτησες ρε συ.. Αυτό ήρθα να σου πω. Πώς έγινες έτσι; Πού είσαι ρε μαλάκα; Πού ζούσες, πού ζεις τώρα; Ποιος ήσουνα, ποιος είσαι τώρα; Ήρθα να σου θυμίσω πως κάποτε ένιωθες πως ζούσες σ' ένα βανάκι του '60, πως κάποτε ήταν εδώ η Ανατολή και σου έλεγε, έλα να βάλουμε έναν κυκλικό δίσκο στο πικάπ να σε χορέψω δυο ελλείψεις! Τη θυμάσαι τη ζωντάνια καριόλη;.. Και τώρα δες πώς έχεις γίνει ρε μαλάκα! Πώς είσαι έτσι ρε, γενικά; Τι σαπίλα είναι αυτή; Βρωμάει ο τόπος νέκρα.. Τότε κατάληψη, τώρα κατάθλιψη.."
   Κι από πίσω να ουρλιάζει ο Robert Plant, BABY BABY BABY.. I'M GONNA LEAVE YOU..


  Άλλη ζωή, ίδιος άνθρωπος. 
  Βαθιά αναπνοή.
  Γκουχ γκουχ. Τσιγαρόβηχας. Ανασηκώνεται απ' τον ξηλωμένο καναπέ του. 
  Ταπ, ταπ, ταπ. Βήματα. Πού στον πούτσο το έβαλα το γαμήδι το κινητό; 
  Κουμπιά. Αριθμοί. Μια ματιά στο πάτωμα· πρέπει να μαζέψω σύντομα. Αν και δεν θα μπει κανείς αλλά καλό θα ήταν. 
  Τουτ-τουτ. Αναμονή. 
  "Ποιος;" βαριά φωνή. Αντρίκια, αλήτικη. Υπόκοσμη. 
   "Τι μαλακία ήταν αυτή που μου έδωσες ρε;" οργισμένος ο δικός μας. 
   "Φίλε μου ήταν απ' τα καλύτερα, μην λέμε μαλακίες-"
   "Ναι ρε μαλάκα, μια χαρά ήταν, δεν λέω αυτό.. Μου είπες όμως ότι.. Τέλος πάντων, μου πες ότι θα με κάνει πολύ κομπλέ. Πολύ χαρούμενο."
   "Σου είπα ότι θα σε κάνει ό,τι να 'ναι ανάλογα με την προδιάθεση."
   "Μούφες λες."
   "Έτσι σου είπα. Αν εσύ άκουσες ό,τι ήθελες, στ' αρχίδια μου."
   "..."
    "Ε, είσαι εκεί; Πω" -μονολογεί- "τι στον πούτσο βρωμάει έτσι.."
    "Τι βρωμάει;"

    "Κάτι να καίγεται." 
     "Εγώ είμαι."
     "Ε;"
      Κλακ. Ακουστικό που κλείνει. Τουτ τουτ τουτ. 


    Κχχχ. Παράσιτα απ' τι πικάπ. 
    Φιλτράκια σκορπισμένα εδώ κι εκεί, γεμάτοι καπνοί, γεμάτες μπύρες, ανοιγμένες όλες. Σπασμένα πλακάκια. Ξηλωμένος καναπές. Ξεβαμμένοι τοίχοι. Άδειο ψυγείο. Καύτρες από τσιγάρα που δεν βρήκαν τασάκι να πλαγιάσουν. 
   Και πλάγιασαν στο σώμα του. 
   Επικρατεί το είδος της σιωπής που επικρατεί μετά από ένα μεγάλο μπαμ. 
   Λείπει ένας ήχος. Ο ήχος της καρδιάς του που χτυπά. Και της αναπνοής του. 
   Λείπει ο ήχος απ' τις μπύρες π' ανοίγουν.
   Ναρκωτικά στο πάτωμα. Ιδρώτας, βρωμιά, θλίψη και θάνατος. 
   Κχχχχ, κριιικ, κχχχ. Χαχαχα. 
   Κι ένας δήθεν ασυμβίβαστος στη μέση του δωματίου με τα χέρια στ' αυτιά να ξεψυχάει. 
   Κι ο δαίμονάς του να κατατρώγει λίγο λίγο ό,τι έχει απομείνει απ' την καρδιά του. 
   

  

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

ΜΗΝ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΚΑΘΡΕΠΤΕΣ

-Πάσχεις από υπερσυναισθηματισμό.
-...
-Μερικές φορές σκέφτομαι πως πρέπει να τ' αλλάξεις. Να μάθεις να 'σαι δυνατή.
-Είμαι-
-Δεν είσαι. Δεν σε βλέπεις πώς κάνεις; Δεν σε βλέπεις που χωρίς να δέχεσαι αγάπη δεν στέκεις πουθενά; Τι τη χρειάζεσαι; Τι να σου κάνει; Κάτσε μόνη σου κόντρα στον άνεμο και φύσα του και σύ κόντρα, μόνη σου, επαναλαμβάνω, ΜΟΝΗ ΣΟΥ, και ύστερα ίσως.
-Ίσως τι;
-Ίσως γίνεις δυνατή.
-Μόνη μου θα γίνω, όχι δυνατή.
-Ανεξάρτητη. 

-Μόνη. 
-Μόνη κι ανεξάρτητη γαμώ τη μάνα σου, ανεξάρτητη και μόνη!!


-Δεν θέλω.
-Ε;
-Δίκιο είχες μωρέ, τότε, αλλά δεν θέλω..
-Ναι, ούτε εγώ θέλω να τ' αλλάξεις τελικά. Χαρούμενη δεν είσαι;
-Είμαι, ναι..
-Μπερδεμένη είσαι;
-Όχι, όχι δεν είμαι-
-Ωραία. 



-Μπορεί και να μην είμαι, έχω αμφιβολίες δηλαδή, εδώ κι εκεί-
-Η άγνοια είναι ευτυχία.


-Δεν ξέρω γιατί μου 'χει κολλήσει τώρα στο μυαλό πως πρέπει όλοι οι άνθρωποι να 'ναι ανεξάρτητοι. Να μην γαντζώνονται πάνω στον άλλο σαν μαλάκες.. Ίσως γιατί μου φαίνεται εμένα τόσο λάθος που γίνεται σχεδόν αηδιαστικό.. 
-Μια μέση κατάσταση σου πρέπει, κι εσένα, και όλων..
-Γαμώ τις μέσες καταστάσεις!!


-Εσύ είσαι;
-Τι;
-Χαρούμενη;
-Ε;
-Λέω, χαρούμενη είσαι;
-Ε; Ε, ναι, ναι, είμαι, ναι..Ναι, είμαι, είμαι..
-(Γελάει).
-..
-Τι είναι πιο σωστό;
-Δεν υπάρχει σωστό.
-Υπάρχει.
-Καλά, ίσως και να υπάρχει. Δεν ξέρω. Δεν με νοιάζει.
-(Γελάει) Η άγνοια είναι ευτυχία.
-(πρόβλημά μου αν δυστύχησα.)



-Ε, απλά μου βγαίνει
-Ποιο;
-Αυτό το.. αυτό το έτσι, που δεν είναι αλλιώς, το.. Ξέρεις μωρέ ποιο..
-Όχι, δεν ξέρω..
-Ε, δεν γίνεται και χωρίς κανέναν.. Αλλά κάποιους δεν.. Δεν μπορώ να τους.. Ρε παιδί μου έχω πει, ή θ'αγαπάω ή δεν θ' αγαπάω.. Ή θα θέλω και θα έχω ή δεν θα θέλω και δεν θα έχω.. Δεν θ' ανεχτώ ξανά, είπα..


-Και τώρα;
-Τι τώρα;
-Αγαπάς τώρα;
-Τώρα τώρα; Ή γενικά;
-Τώρα τώρα.
-Τώρα τώρα, όλους.
-Και γενικά;
-Γενικά, δυο-τρεις. Τρεις- τέσσερις. Τέσσερις- πέντε. Δεν ξέρω. Τι είναι αγαπάω;
-...
-Η ζωή είναι φασαρία.


-Τώρα;
-Σε κακή στιγμή ρωτάς, δεν θα σ'αρέσει
-Τώρα;
-Κανέναν


-Έχει σημασία;
-Δεν ξέρω. Έχει;
-Μπα.
-Μπα..


-Όλα τ' αμφισβητώ. Μην παρεξηγείς.
-Δεν παρεξηγώ.
-Κι εσύ.
-Κι εγώ τι;
-Να τ' αμφισβητείς όλα.
-Γιατί;
-Γιατί που ξέρεις; Μπορεί εγώ να μην υπάρχω. Μπορεί όλοι να είμαστ-(κχχχχ) και ίσως μόνο εσύ να (μπζζζ κχχχ).
-Ε; Ε, τι είπες; Δεν άκουσα.
-Ίσως ο (κχχχχ)όσμος να είναι ένα παράδ(μπζζζ) και στην τελική είμαστε τόσο ασήμαντ(κχχχχ μπζζζ)
-Μα δεν ακούω, κάτι παίζει με τ' αυτιά μου, τι λες;
-που δεν (κχχχχχχχσδφζζζζζζζ) Ίσως όλα αυτά να είναι ένα όνειρ(μπζζζζ)
-;;;;;;;

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

 Παραδομένος για καιρό σ' ένα όνειρο τρελό κόντευα να ξεχάσω
 την ομορφιά που είχα πει πως δεν θα ξέχναγα γιατί ήτανε η δικιά σου 

Η Ζωή είναι

  Τι απρόβλεπτη που είναι! Και τι προβλέψιμη, και τι όμορφη και τι κακάσχημη και πολύχρωμη και άχρωμη και ανιαρή και ενδιαφέρουσα! Και ίσως να 'ναι τελικά μια καλή γκόμενα που εύκολα γαμάω αλλά για ένα βράδυ μόνο, γιατί απ' το δεύτερο και μετά γίνεται βαρετό, ίσως και να 'ναι και αυτή που θα ερωτευτώ από την πρώτη ματιά.. ή και ένα ψυχάκι που περπατάει στο δρόμο με τα μαλλιά μέσα στη μούρη και το κεφάλι σκυφτό, και τη σταματάνε οι περαστικοί και της τραβάνε τις τρίχες απ' τη μούρη και τις λένε, "Αν το κάνεις αυτό, θα δεις τον κόσμο!" ή μπορεί και να 'ναι μια κοπέλα που επιπλέει και πετάει μέσα στην φαντασία της, σ' έναν κόσμο που του 'χει γκρεμίσει τα όρια ή ίσως και να έχει κατανοήσει τα όρια αυτού του κόσμου πολύ καλά, μιας και είναι ανύπαρκτα  ή μπορεί και να είναι ένα αερικό που αιωρείται χωρίς μορφή σ' έναν καταρράκτη από γκρι και καφέ, ή ίσως και να είναι έρωτες που σμίξαν μεταξύ τους, ή στην τελική να μην είναι τίποτα από όλα αυτά, ή όλα αυτά μαζί. Ένα χάος, ένα ρημαδιό, τρεις ευχές. Μπορεί και να μην υπάρχει καν! Σίγουρα όμως είναι γλυκιά, ό,τι και να 'ναι από όλα αυτά που είπα είναι σίγουρα γλυκιά, κι αυτό σας το λέω ένα πικρό κι άδειο πρωινό Κυριακής ύστερα από ένα υπεροχοσκατά Σάββατο, και σας το υπογράφω κιόλας με κατακάθι από βαρύ σκέτο ελληνικό καφέ. Πιείτε την μονορούφι και με κλειστή τη μύτη γιατί βρωμάει λιγάκι, γενικά ίσως να θέλετε να κλείσετε και τα μάτια γιατί δεν έχει και την πιο όμορφη όψη, αλλά σας λέω αλήθεια, με το που τη βάλετε στο στόμα σας και τη νιώσει ο ουρανίσκος σας θα το δείτε, είναι γλυκιά! Και ίσως καίει λίγο και πάθετε κανένα έγκαυμα αλλά δεν πειράζει. Είναι γλυκιά γαμώ το στανιό μου, είναι γλυκιά!
   Έτσι λοιπόν που σκεφτόμουνα χθες το βράδυ στο στενό εκείνο που μπάζει άσχημους ανθρώπους και φθορά από παντού, από πάνω, από κάτω, από δεξιά, από αριστερά, από λοξά, από πίσω κι από μπρος μπάζει αυτό το στενάκι και κάνει και κρύο και παγώνει ο κώλος μας, ζεσταίνουν όλα ξάφνου γιατί μπαίνει εκείνο το ρεφρέν που πάει κάπως σαν, ψηλά το κεφάλι ψηλά, θα βγουν πάλι φτερά και ψηλά θα πετάξω, θα φύγω θα ψάξω αυτούς που δεν ζουν χαμηλά.. Και σκέφτομαι πώς γίνεται να είμαι εδώ τώρα, πώς έτυχε να υπάρξω εγώ και να υπάρξουν κι αυτοί οι άνθρωποι και να συνυπάρξουμε όλοι μεταξύ μας και να πέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο και ν' ανθίσει αυτό το αγκαθωτό λουλούδι. Πώς γίνεται να μην έχει τίποτα σημασία αυτή τη στιγμή, ποιος το πέτυχε αυτό; Ποιος θεός μας έκανε τη χάρη, ή ποιος διάβολος μας έντυσε με τόση αμαρτία που πια δεν έχει σημασία; Και βγάζω το χοντρό, μπλε μαρκαδόρο μου να γράψω κάτι στα μαρμάρινα πλακάκια για ν' αποτυπωθεί η στιγμή και να μην ξεχαστεί μέχρι να 'ρθει η βροχή και να πάρει τη μπογιά μου μακριά. Γράφω λοιπόν, "Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ" μα εκεί κολλάω γιατί δεν ξέρω πλέον τι να διαλέξω, τι απ' όλα είναι. Εμφανίζεται όμως η γνώριμη εκείνη φωνή και πάνω που ήμουν έτοιμη να ζωγραφίσω δίπλα στο ΕΙΝΑΙ ένα μπλε μπάχαλο, εκείνη μου λέει, 
  Φασαρία. 
   

  Και στ' αλήθεια αυτό είναι το πιο εύστοχο πράγμα που θα μπορούσε κανείς να πει. 
   

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Γιόλα παιδί μου,
  1. Μην υποχωρείς ποτέ και αν κανείς σου πηγαίνει πολύ κόντρα, στειλ' τον στον διάολο!
  2. Να είσαι αδιάφορη.
  3. Να μην τρως ποτέ με μαχαίρι και πιρούνι.
  4. Να κοιμάσαι το πολύ 6 ώρες την ημέρα, γιατί αλλιώς αποβλακώνεσαι. 
  5. Αν αγαπάς κάποιον πολύ, να μην τον παντρευτείς διότι επέρχεται φθορά. 
  6. Να φέρεσαι αγενώς..
  7. Τα λόγια του μπαμπά, της μαμάς, των καθηγητών και του λοιπού κόσμου τα οποία είναι ιδιαιτέρως ενοχλητικά, από το ένα αυτί να σου μπαίνουν και από το άλλο να σου βγαίνουν. 
  8. Να απεχθάνεσαι την κακία και την ασχήμια και όσους την κουβαλάνε μέσα τους. 
  9. Να γράφεις ποιήματα, να γράφεις βιβλία και να ανεβαίνεις ψηλά, πολύ ψηλά.
 10. Να με θυμάσαι.. 

 Οι δέκα συμβουλές που έγραψε η Ντάνυ Γεωργιλά το 1973 στη συμμαθήτριά της Γιόλα Αναγνωστοπούλου. 

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Καθρέπτες

  Στριμωχτήκαμε στις τελευταίες πέντε θέσεις ενός λεωφορείου η Ζωή, η Ανατολή, η Δάφνη, ο Μαγιόλ και εγώ. Πέντε θέσεις κι ήμασταν πέντε άτομα και στριμωχτήκαμε, θα μου πείτε, πώς έτσι, αφού μας έρχονται ακριβώς. Ε, όχι, καθίσαμε βασικά πέντε άτομα στις τέσσερις θέσεις, γιατί την πρώτη θέση από αριστερά την είχε πιάσει κάποιος άλλος, κάποιος πολύ χοντρός και μεγάλος του οποίου το πρόσωπο όμως δεν μπορούσα να δω· με κάποιον τρόπο η Ζωή κατάφερνε να τον καλύπτει εντελώς. Καθόμασταν, λοιπόν, σε σειρά, από αριστερά προς δεξιά, ο άγνωστος χοντρός τύπος, μετά η Ζωή, δίπλα της εγώ, ύστερα ο Μαγιόλ, δεξιά του η Ανατολή, και κολλητά στο δεξί παράθυρο η Δάφνη. Εγώ δεν ήμουν εγώ, εγώ δεν ήμουν κανένας, δεν υπήρχα, δηλαδή, ήμουν σαν φάντασμα μέσα στο λεωφορείο, ήμουν παρούσα αλλά δεν είχα προσωπικότητα, ήμουν άυλη, δεν μπορώ ακριβώς να το εξηγήσω. Κατακαλόκαιρο ήταν, βράδυ μάλιστα, κατά τις 12. Η Δάφνη κοίταζε έξω απ' το παράθυρο, η Ανατολή είχε καρφωθεί στην εκπληκτική συμμετρία μεταξύ των θέσεων του λεωφορείου, η Ζωή έγραφε με κόκκινο ανεξίτηλο μαρκαδόρο στο μπροστινό κάθισμα, "Είμαστε φυλή άγριων ινδιάνων, μόνοι μείναμε στη χώρα των ρουφιάνων" -δηλαδή μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε γράψει μόνο το 'είμαστε φυ' αλλά ήξερα τι ήθελε να γράψει- και ο Μαγιόλ ήταν χαμένος, αφηρημένος. Πότε- πότε γυρνούσε να με κοιτάξει και εγώ του έλεγα, πάρε με μαζί σου, και απλώς μου έγνεφε κι ύστερα τραβούσε το βλέμμα του μακριά. Πολύ πιο μακριά απ' τα σύνορα ενός αστικού λεωφορείου. Δεν ξέρω αν βρεθήκαμε εκεί τυχαία, ή αν ήμασταν μια παρέα που πήραν όλοι μαζί το λεωφορείο, δεν είμαι σίγουρη καν πως όλο αυτό οδηγούσε κάπου, δηλαδή, δεν ξέρω αν το λεωφορείο είχε προορισμό. Έχω την αίσθηση πως ανεβήκαμε στο λεωφορείο μόνο και μόνο για να στριμωχτούμε. 
  Σιωπή. Γνώριζα τις σκέψεις και των πέντε μας παράλληλα. Ίσως και να μιλούσαν βέβαια, και να μην θυμάμαι καλά. Το μόνο που θυμάμαι ν' ακούγεται μέσα στο λεωφορείο είναι η μηχανή, οι ρόδες που κυλούσαν, που τρίβονταν με το έδαφος, οι ρόδες που έκαναν αυτό που έπρεπε να κάνουν, που κυλούσαν. Παλιά, όποτε έβλεπα μια σταματημένη ρόδα, ξέρετε από αυτές τις ξαπλωμένες στο έδαφος, την ισοδυναμούσα με ένα νεκρό άτομο. Τώρα αυτό δεν είμαι σίγουρη αν το σκέφτηκα εγώ ή η Ζωή ή η Ανατολή. Πάντως, είναι μια σκέψη που υπήρξε και μέσα στο άυλο μυαλό μου, στο ανύπαρκτο. Περίμενα να δω αν θα φτάσει κάπου το λεωφορείο, μέσα στη σιωπή. Χίλιες ώρες ίσως και να περίμενα, μια στάση δεν κάναμε όμως. Είτε είχαμε πολύ συγκεκριμένο προορισμό, είτε δεν είχαμε κανέναν. Κι εκεί, εκείνη τη σκέψη μου τη διέκοψε η Δάφνη, γιατί μόλις έκανα εκείνη τη σκέψη, η Δάφνη ανασηκώθηκε λίγο, κάπως σαν να ήθελε να αλλάξει τη στάση της, σα να ένιωθε άβολα, κάτι τέτοιο, πάντως ανέβασε τα πόδια της στο κάθισμα και τα αγκάλιασε. Σαν να αγκάλιαζε τον εαυτό της ένα πράγμα, έτσι το είδα εγώ. Σαν μια χελώνα που κρύβεται στο καβούκι της στον κίνδυνο. Μόνο που η Δάφνη δεν είχε καβούκι. Τέλος πάντων, κάπως έτσι, ανασκουμπωθήκαμε όλοι, στριμωχτήκαμε λίγο παραπάνω γιατί τώρα η Δάφνη έπιανε περισσότερο χώρο. Λες και μεγάλωσε ξαφνικά αυτό το παιδί, θα έλεγε κανείς, και πιάνει πιο πολύ χώρο, αλλά αν τη βλέπατε, πράγματι, αν τη βλέπατε πώς είχε κουλουριαστεί, θα καταλαβαίνατε για τι πράγμα μιλάω, για τι μεγάλη παρεξήγηση. 
  Η Ζωή άρχισε να μουρμουρίζει ένα τραγούδι. Δεν μπορούσα να ξεκαθαρίσω ποιο ήταν, τραγουδούσε πολύ σιγανά, πάρα πολύ, αλλά ήταν εκεί, το τραγούδι, το άκουγα. Η Ανατολή τότε, γυρίσε να την κοιτάξει, με ένα χαμόγελο πολύ ενθαρρυντικό, κι έτσι η Ζωή πήρε λίγο τα πάνω της, αναθάρρησε και το 'ριξε στο τραγούδι, τραγουδούσε τώρα δυνατά, αρκετά. Τραγουδούσε ένα του Παυλίδη, ένα πολύ ωραίο, αγαπημένο μου, που μ' άρεσε τόσο που ήθελα να της πω, ευχαριστώ, σ' ευχαριστώ που τραγουδάς, ευχαριστώ. Μα η Ανατολή δεν ήξερε Παυλίδη, δεν ήταν της εποχής της, δεν τον άκουγε. Κάτι άλλο πες, είπε, κάτι άλλο, να χορέψω. Άστραψε η Ζωή ένα χαμόγελο από 'δω μέχρι το αύριο, ένα όμορφο χαμόγελο, γλυκό, με μια κρυμμένη παιδικότητα, και άλλαξε από Παυλίδη σε Beatles. Το For No One συγκεκριμένα. And in her eyes you see nothing, no sign of love behind her tears- όχι, όχι αυτό ρε Ζωή, ένα άλλο, να χορέψω λέμε, να χορέψω, παράπονο η Ανατολή. Και τσουπ, σαν να έβγαζες τον ένα δίσκο απ' το πικάπ και να 'βαζες τον άλλο, άρχιζε η Ζωή, yeah they got a new dance and it goes like this, yeah the name of the dance is the peppermint twist! : το Peppermint Twist. Σηκώθηκε η Ανατολή και άρχισε να χορεύει twist, να κλείνει τα μάτια και να κουνιέται στους ρυθμούς εκείνους που της άρμοζαν, μέσα στην καλοκαιρινή νύχτα, στα σκοτάδια, στο περίεργο λεωφορείο εκείνο, η Ανατολή γλεντούσε με το twist όπως θα 'πρεπε. Η Δάφνη το 'ριξε στο χασκογελάκι, αφέθηκε, κατέβασε τα πόδια απ' το κάθισμα και ήταν ξανά ήρεμη, το λεωφορείο γέμισε χρώματα, κέφι, μεταμορφώθηκε σ' ένα απ' τα βανάκια των χίπις που γύριζαν τον κόσμο το '60. Μέχρι και ο Μαγιόλ βαρούσε παλαμάκια, δεν ήταν εκεί που θα 'θελε να 'ταν αλλά και 'δω καλά ήταν, για την ώρα. Άλλωστε στο δρόμο ήμασταν και για εκεί που θα 'θελε να πάει, για εκεί που άνηκε, στο δρόμο ήμασταν. Να, έτσι μου ήρθε η φλασιά μέσα στο όνειρο: βέβαια και είχε προορισμό το λεωφορείο. Στη θάλασσα πηγαίναμε, ή μάλλον, μας πήγαινε, η θέληση του Μαγιόλ οδηγούσε το λεωφορείο. Απ' όλους εμάς τους πέντε που είχαμε στριμωχτεί σ' εκείνες τις θέσεις, μόνο ο Μαγιόλ ήξερε που ήθελε πράγματι να πάει, ίσως και η Ζωή να επιθυμούσε μια μουσική σκηνή, μια καριέρα στο τραγούδι, αλλά η θέληση του Μαγιόλ υπερίσχυε όλων. Και την Ανατολή δεν την ένοιαζε αρκεί να χόρευε. Dance while you can, μάγκες, dance while you can. Και στη Δάφνη άρεσε η ιδέα, πολύ, η ιδέα της θάλασσας ήταν η καλύτερη, και η ιδέα της βόλτας με το λεωφορείο μέσα στη νύχτα εξίσου καλή. Βολευόταν η Δάφνη, με ό,τι να 'ναι βολευόταν. Και εκεί πάνω στο κέφι λοιπόν, πάνω στα γέλια και στα παλαμάκια, στα τραγούδια και το τουίστ, σηκώθηκε η Ζωή όρθια, να χορέψει κι εκείνη, όσο μπορούσε. Γαμώ το σου, Ζωή, που να μην έσωνες. Ξέχασες, ρε ηλίθια, ξέχασες το ρόλο σου, ξεχάστηκες ρε Ζωή. Σηκώθηκες να χορέψεις και φάνηκε ο χοντρός που κρυβόταν πίσω σου, ο χοντρός που δεν έπρεπε να δω, ο χοντρός φάνηκε ρε Ζωή, τον έκρυβες, θυμάσαι; Σηκώθηκες και φάνηκε, παρ'τα, ηλίθια. 
  Μόλις σηκώθηκε όρθια η Ζωή, εγώ έστρεψα το βλέμμα μου προς εκείνον το μυστηριώδη τύπο που εξ' αιτίας του στριμωχνόμασταν τόσο πολύ σ' εκείνες τις θέσεις. Έστρεψα το βλέμμα μου πάνω του και εκείνος ανταπέδωσε, με κοίταξε, και δεν ήταν τύπος, ήταν τύπισσα, και μάλιστα, ποια τύπισσα! Η Μόνα Λίζα η ίδια με κοιτούσε. Στη Μόνα Λίζα άνηκε αυτό το ογκώδες σώμα, αυτό το τερατώδες και άσχημο πράγμα άνηκε στη Μόνα Λίζα. Το 'ξερα εγώ πως κρυβόντουσαν πολλά πράγματα από το τέλος του πίνακα και κάτω. Τι χοντροκώλος είναι ετούτος; Πώς είσαι έτσι μωρή; Το μόνο που άξιζε δηλαδή ήταν το χαμόγελό σου; 
  Και αχ, και να το βλέπαμε κιόλας το χαμόγελο! Γιατί η Μόνα Λίζα φορούσε μια μάσκα, από αυτές που φοράνε που καθαρίζουν τον αέρα από τοξικές ουσίες και εισπνέουν μόνο οξυγόνο, δεν θυμάμαι πώς τη λένε, τέλος πάντων, και από όλο της το πρόσωπο, έβλεπα μόνο τα μάτια. Αλλά έτσι όπως ήταν, έτσι όπως με κοιτούσαν αυτά τα μάτια, δε νομίζω να έκρυβαν χαμόγελο κάτω απ' τη μάσκα. Όχι, όχι δεν έκρυβαν. Όχι. 
  Χάθηκαν τα χρώματα μόλις συναντήθηκαν τα βλέμματά μας, και το χρωματιστό βανάκι άλλαξε πάλι και πήρε τη μορφή ενός πολύ πιο άχαρου, πολύ πιο βρώμικου και πολύ πιο σκοτεινού λεωοφορίου από 'κεινο που βρισκόμασταν πριν.
  Πανικός. Οι πέντε μας σηκωθήκαμε όρθιοι με μιας. Η Δάφνη ούρλιαξε, ύστερα κουλουριάστηκε πάλι σαν τη χελώνα στη γωνία, κρύφτηκε· η Ανατολή γύρισε την πλάτη της στο τέρας και κοίταξε έξω απ' το παράθυρο, άρχισε νομίζω και να σιγοτραγουδά στον εαυτό της, δεν είμαι σίγουρη· ο Μαγιόλ έτρεξε, μέσα στο λεωφορείο, προς το πιο κοντινό παράθυρο, θα 'θελα να τρέξω μαζί του, να φύγουμε, ήταν έτοιμος να πηδήξει πάνω στα τζάμια, να τα σπάσει και να πέσει στο δρόμο, νομίζω πίστευε πως έξω απ' τα τζάμια ήταν η θάλασσα... ΜΗ! η Ζωή του φώναξε μ' όση δύναμη είχε. Μη. Δεν είναι εκεί η θάλασσα. Μη. Και μας μάζεψε όλους δίπλα της, πήγα κι εγώ, δεν είχα πόδια να πάω αλλά πήγα. Μας μάζεψε όλους δίπλα της και μας είπε κάτι που δεν θυμάμαι, αλλά, πάνω κάτω, τέλος πάντων, είπε, ισχύς εν τη ενώσει, βρε μαλάκες. Ελάτε να ενωθούμε όλοι μαζί να πολεμήσουμε το τέρας, βρε στόκοι. Θα το φάμε το μαλακισμένο. Ελάτε να ενωθούμε. Κι εγώ συμφώνησα γιατί έμελλε να συμφωνήσω. Γύρισα την πλάτη μου στους τέσσερίς τους και προχώρησα προς το τέρας χωρίς σχέδιο επίθεσης, άοπλη, ανέτοιμη, χωρίς θάρρος, χωρίς αποφασιστικότητα, τρεκλίζοντας δηλαδή, τρέμοντας λίγο, κάπως έτσι περπάτησα προς τη Μόνα Λίζα με τη μάσκα και τον χοντρό κώλο. Και το γλαφυρό βλέμμα, μην ξεχνάμε το γλαφυρό βλέμμα. Περπάτησα με τα άυλα πόδια μου, με την άυλη καρδιά μου και χωρίς ψυχή, ξανά πίσω προς τη γαλαρία, νομίζοντας πως πίσω μ' ακολουθούν και με στηρίζουν όλοι τους, πως είμαστε ενωμένοι και περπατάμε ενάντια σ' αυτό που τόσο μας τρόμαξε, χωρίς λογική. Γιατί πού ξέρεις τι πράγματι κρύβεται κάτω απ' αυτή την περίεργη μάσκα. 
  Σβήνουν τα φώτα του λεωφορείου. Απόλυτο σκοτάδι. Δεν βλέπω τίποτα, ακούω όμως ακόμα τις ρόδες που κυλάνε, τη μηχανή που λειτουργεί ακόμη. "Θα ρθει καιρός που θα σπάσω την πόρτα, και η καρδιά μου στο φως θα χιμήξει." Ποια ήταν αυτή; Η Ζωή; Ζωή, εσύ ήσουν; Δεν έμοιαζε η φωνή σου. Ζωή; "Θα φύγω μακριά, θα πετάξω ψηλά, θα πετάω σ' ασύλληπτα ύψη." Αυτή είναι, αυτή μουρμουρίζει, μα γιατί ακούγεται έτσι η φωνή της; Γιατί βάρυνε η φωνή σου Ζωή; Και γυρίζω να κοιτάξω ποιος είν' αυτός που τραγουδά, ποιος είν' αυτός που μέσα στο χάος μουρμουρίζει στιχάκια- και τι στιχάκια!- ποια ειν' αυτή η φωνή μέσα στο σκοτάδι. "Και τότε πια, δεν μπορεί.." και σ' αυτό το δεν μπορεί, κάτι αστράφτει στο βάθος του λεωφορείου. 'Ποιος είναι εκεί;' ρωτάω εγώ. "Αυτή η φτηνή, αυτή η χλωμή, η τιποτένια μου θλίψη.." συνεχίζει η φωνή ακάθεκτη. Περπατάω με γρήγορο βήμα. "Θα μείνει ορφανή, θα γυρνάει σαν τρελή, θα ζητάει να με βρει και δεν θα με βρίσκει." Επιταχύνω κι άλλο το βηματισμό μου· μου φαίνεται το τέλος του λεωφορείου είναι πιο μακριά απ' ότι ήταν πριν. Κάτι αστράφτει εκεί ξανά, ύστερα χάνεται. Αστράφτει πάλι, χάνεται έπειτα. Δεν αναβοσβήνει ακριβώς, απλά κρύβεται κι επανεμφανίζεται, κάπως έτσι. Δεν είναι φως, είναι κάτι άλλο.. 
  Φτάνω στο τέλος του λεωφορείου χωρίς να το συνειδητοποιήσω, μα συνάμα έχει περάσει τόση ώρα που τρέχω, τρέχω, τρέχω και δε φτάνω. Ή, έστω, δεν έφτανα. Με περιμένει μια εικόνα που δεν περίμενα να δω. Στη γαλαρία λοιπόν, δίπλα στην χοντρή κι άσχημη Μόνα Λίζα που βρομούσε απελπισία και θάνατο, είναι καθισμένοι όλοι τους. Όλοι. Η Ανατολή, η Ζωή, η Δάφνη. Μονάχα ο Μαγιόλ λείπει. Κοιτάζω γύρω μα δεν τον βλέπω, έχει χαθεί. "Ζακ;" καμία απάντηση. "Ζωή, πού είναι ο Μαγιόλ;" ούτε που γυρνά να με κοιτάξει. Είναι καθισμένη μπροστά στην χοντρή και της μιλάει. Τι της λέει; Κι εκείνη τη στιγμή αστράφτει ξανά το περίεργο αντικείμενο· εμφανίζεται καθώς σηκώνει η Ζωή το χέρι της μέσα στο σκοτάδι: ένα χρυσό πιρούνι. Ολόχρυσο. "Κι ούτε πρόκειται ελπίζω ποτέ να μου λείψει" ψιθυρίζει ξανά η Ζωή, με τη χοντρή της φωνή, ταΐζοντας μια ακόμη μπουκιά στην βρωμιάρα Μόνα Λίζα που έχει βγάλει τη μάσκα απ' τη μύτη και κάτω για να μπορεί να καταβροχθίζει το φαγητό απ' το χρυσό πιρούνι. Και κάτι μου θυμίζει εμένα αυτό το στόμα, κάτι μου θυμίζει αυτή η καλλίγραμμη μύτη, το πιγούνι αυτό κάτι μου θυμίζει. 
 "Και δεν πρόκειται ελπίζω ποτέ να μου λείψει.." 

Όπως ξυπνούν οι εραστές

Εκστασιάζομαι και μόνο στη σκέψη πως υπάρχεις.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Δεν έχω ιδέα.

   Είμαι ένα αστείο, ένα τραγικό αστείο. Ένα αστείο που δεν θα 'θελε να 'ναι αστείο. Κάτι γελοίο, ναι, κάτι γελοίο. Μια υπερπροσπάθεια για κάτι που δεν φτάνω, κι η υπερπροσπάθειά μου αυτή μοιάζει ξεκαρδιστική σ' όλους εκείνους που μπορούν κι απλώς απλώνουν το χέρι κι απλώς το πιάνουν, αυτό π' αναζητώ. Σαν ένα μωρό που μόλις φτάνει το μισό μέτρο στο ύψος, και παρ' αυτά πηδά όσο πιο ψηλά μπορεί με στόχο τα μπισκότα στο τελευταίο ράφι της κουζίνας. Θα τον βρω, μαλάκες, τον τρόπο. Κι όταν τον βρω θα σας κοπεί το γέλιο, όλων εσάς που χαχανίζετε με το βάσανό μου.
   Όλο καπνίζουμε τσιγάρα και πίνουμε ποτά και κουβεντιάζουμε άλλοτε για ψείρες κι άλλοτε για γίγαντες, όλο καθόμαστε χάμω κι όλο περπατάμε στο δρόμο, όλο ερωτευόμαστε ο ένας τον άλλο κι αγαπάμε ο ένας τον άλλο και πληγωνόμαστε ο ένας απ' τον άλλο και δεν λέω, δεν λέω πλάκα έχει, μα μερικές φορές όταν μένω πια μόνη και μακριά απ' όλα αυτά που όλο διαπράττουμε σκέφτομαι, τι νόημα είχε αυτό; Ε; Ποιο το όφελος; Σε τι αποσκοπούσε; Τι απέμεινε απ' αυτό; Γιατί συνέβη; Κι άντε ν' απαντήσω στο πρώτο γιατί. Κι αν ξαναρωτήσω την ίδια ερώτηση στην απάντησή μου πια, άντε πες πως τ' απαντάω κι αυτό. Κι αν επαναλάβω την ερώτηση στην δεύτερη απάντηση που έδωσα, κι ύστερα στην τρίτη, και στην τέταρτη, κι αν γενικά αρχίσω να ρωτάω το ένα γιατί μετά το άλλο, θα βρω αυτό που βρίσκω πάντα μπροστά μου: το παράδοξο. Το γαμημένο παράδοξο που απλώς δεν βγάζει νόημα, δεν έχει απάντηση. Δεν έχει λογική βάση. Και όλο το ξεχνάω το παράδοξο μα όλο με σκουντάει για να κάνει αισθητή την παρουσία του. Όλο μου τραβάει το μανίκι του παντελονιού. "Εδώ είμαι. Δες με. Εδώ είμαι. Πρέπει να μου βρεις μιαν απάντηση". Κι όταν του λέω συγγνώμη μα, δεν έχω, συγγνώμη, με κοιτάζει μ' ένα χαμόγελο άσχημο, γλαφυρό, φονικό.. Μ' εκείνο το χαμόγελο που κοιτάζει ο θύτης το θύμα. Ο λύκος το πρόβατο. Τότε πια ξέρω πως πιάστηκα στην παγίδα μου, έπεσα πάλι στην τρύπα που η ίδια έσκαψα, σαν σωστή ηλίθια.
  Τα 'θελες και τα 'παθες. Σου είπα, μην τα σκαλίζεις, τα σκάλισες. Σου είπα να μην ψάξεις, έψαξες. Σου είπα να μην φας απ' τους καρπούς του δένδρου. Έφαγες.
  Ύστερα, βέβαια, κάποιες φορές, εμφανίζονται μια- δυο υπάρξεις κι όλα αυτά παύουν να έχουν σημασία. Υπάρχουν αλλά δεν παίζουν ρόλο· ό,τι και να 'ναι αυτό, ας το απολαύσουμε έστω, με κάνουν να σκέφτομαι. Βέβαια μόλις χάνονται απ' το οπτικό μου πεδίο όλα γυρνάνε στην αρχική τους, μίζερη θέση.. Εκεί που δεν θα 'πρεπε να είναι. Ή έστω- εκεί που δεν θα 'θελα να είναι. Μιας και ίσως εκεί ν' ανήκουν τελικά.
 

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

 Πρέπει να μάθω να ζω με τον εαυτό μου, να καθορίζω τον εαυτό μου με βάση τον εαυτό μου και όχι σε σχέση με τις άλλες υπάρξεις γύρω μου. Ίσως και να το 'χω μάθει πια. Γιατί όμως ξεχνάω τα πάντα μόλις εμφανίζεσαι εσύ; 
 Μια ζωή στο δρόμο να τρέχω πίσω απ' τη σκιά μου. Να της λέω στάσου, στάσου πού πας, περίμενέ με.. κι αυτή εκεί, να τρέχει χωρίς να κοιτάζει πίσω. Και να πεις πως γίνεται να χωριστούμε, δεν γίνεται. Είναι η σκιά μου. Ή τη σέρνω ή με σέρνει. Με σέρνει όμως, αυτό ειν' το κακό. Μπαίνει μπροστά και μου μπλοκάρει το δρόμο και το φως, να μην βλέπω ούτε πού πάω ούτε τι κάνω. Όλα εκείνη τα καθοδηγεί, εγώ δεν ξέρω τίποτα. Βαδίζω όπου βαδίζει, στα ίδια ακριβώς βήματα. Φύγε μωρή. Φύγε γαμώ το σπίτι σου. Φύγε, θέλω να κοιτάξω τους ανθρώπους στα μάτια. Φύγε, θέλω να μπορούν να με κοιτάξουν κι αυτοί. Θέλω να ξέρω ότι μπορούν να με κοιτάξουν. Θέλω να σπάσει το πλέγμα και να ενωθώ με τους ανθρώπους, να τους νιώσω γύρω μου και δίπλα μου και μέσα μου. Να με ρουφήξουν· σφουγγάρια αυτοί, θαλασσινό νερό εγώ.. Ας με ρουφήξουν. Για να υποταχθεί όμως η σκιά μου και να πάρω εγώ στα χέρια μου τα χαλινάρια πρέπει πρώτα να της τα φορέσω! Πρέπει να την καβαλήσω και να οδεύουμε παρέα, να μην είναι ούτε πίσω μου ούτε μπροστά μου. Ή μήπως τελικά να τα στείλω όλα στο διάολο και να κόψω τον ομφάλιο λώρο που μας ενώνει; Μα μου είναι αδύνατον· την αγαπώ σαν παιδί μου. Και τη μισώ σαν τον καρκίνο που κατακάθεται στους πνεύμονες και σου κατασπαράζει τα ξωτικά. Και την αγαπώ. Και τη μισώ. Και την αγαπάω.. 

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Ηρώ-

  Κάποιοι άνθρωποι έχουν το κομπολόι, άλλοι έχουν τις τσίχλες, κάποιοι άλλοι ένα στυλό μπλεγμένο συνέχεια στα χέρια τους. Ε, εγώ είχα εσένα. Να με απασχολείς, να με σώζεις απ' τα άγχη μου, απ' τη νευρικότητα, απ' την οργή· γενικά από κάθε συναίσθημα. Είχα εσένα όπως έχει ο χριστιανός τον θεό του, που τρέχει σ' αυτόν μόλις του τύχει μια στραβή, μια κατάσταση απ' την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Τώρα θα μου πεις, γιατί να μην είμαι κι εγώ χριστιανός, να τρέχω κι εγώ στις εκκλησίες να προσεύχομαι και να σώζομαι απ' όλα. Απλή απάντηση: γιατί εμένα το μυαλό μου ζητά παραπάνω.. εγώ δεν ήθελα να σωθώ από μια κατάσταση, από μια άσχημη τροπή των πραγμάτων. Ήθελα να σωθώ από τα πράγματα γενικά. Από την πραγματικότητα την ίδια. Από τον εαυτό μου. Από την ζωή. 
  Σε χρησιμοποίησα, σίγουρα. Δεν σου πρόσφερα τίποτα σ' αντάλλαγμα. Σκέφτηκες όμως κι εσύ πόσο με διέλυσες; Πόσο μου γάμησες την ζωή; Φταίω όμως κι εγώ που σ' άφησα, που σου δόθηκα. Που πίστεψα πως εσύ μπορούσες να τα φτιάξεις όλα. Ηλίθιος! Μπορούσες να με τραβήξεις για λίγο μακριά απ' αυτά αλλά όχι να τα φτιάξεις. Έπρεπε να τα φτιάξω μόνος μου, μόνος μου. Γαμώ, γιατί δεν το σκέφτηκα νωρίτερα; ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΟ ΣΚΕΦΤΗΚΑ ΤΟΤΕ; ΓΙΑΤΙ ΝΑ 'ΜΑΙ ΠΑΝΤΑ Ο ΜΑΛΑΚΑΣ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΛΑΘΗ; 
  Είμαι ξανά μόνος από τότε που σ' άφησα και μ' άφησες, κι έχω τόσα να διορθώσω, τόσα να φτιάξω. Ίσως τώρα τελευταία να 'ναι ένας- δυο άνθρωποι που μειώνουν αυτή τη μοναξιά, αλλά όχι πολύ. Όχι σαν εσένα. Εσύ ήσουν η αφέντρα σ' αυτό, στο να μάχεσαι ενάντια στη μοναξιά μου. Και ξέρεις ε, παράτησα όλα τ' άλλα για να έχω εσένα, παράτησα όλα τ' άλλα για χάρη σου. Αν και, όπως έλεγα κι εγώ παλιά, ό,τι κάνουμε για χάρη των άλλων τα κάνουμε στην πραγματικότητα για χάρη του εαυτού μας· εγώ, ας πούμε, έγραψα όλο τον υπόλοιπο κόσμο στ' αρχίδια μου για να μπορώ να έχω εσένα ολόκληρη για την πάρτι μου, κάθε ώρα. Όχι για δικό σου κέρδος δηλαδή, αλλά για την δική μου ευχαρίστηση. Δεν μ' ένοιαζε κιόλας τίποτ' άλλο πέρα από εσένα, από ένα σημείο και μετά.. Ίσως από πολύ νωρίς.. 
  Δεν είναι πως σε βαρέθηκα, μην σκεφτείς ποτέ πως σε βαρέθηκα. Αν αυτό το γράμμα εκφράζει μίσος τότε αυτό το μίσος είναι προς τον εαυτό μου. Την αγάπη την κέρδισες όλη εσύ, την έχεις εσύ. Νομίζω πια πως θα την έχεις μέχρι να πεθάνω, αν και δεν είμαι πρόθυμος πλέον να γυρίσω σ' εσένα και να κλειστώ στο καλούπι σου. Θ' αναπολώ όμως πάντα τις στιγμές που σου δινόμουν ολόκληρος ως στιγμές απόλυτης ευτυχίας. Που ήταν. Θα τις αναπολώ και θα τις νοσταλγώ, και ίσως κατρακυλήσω μια- δυο φορές (ή και παραπάνω, πολλές παραπάνω) στη σκέψη να επιστρέψω σ' εσένα, μα δεν θα το κάνω πράγματι ποτέ ξανά. Πήρα μια υπόσχεση, να φανώ αντάξιος του εαυτού μου και να παλέψω ενάντια σ' αυτά που με στοιχειώνουν, να τ' αντιμετωπίσω και να μην πετάξω την ζωή μου στα σκουπίδια εξ' αιτίας μιας μαλακίας. 
  Ή και παραπάνω από μίας. 
   Αυτά από 'μενα, πάνω κάτω, Ηρώ μου. Αυτό είναι τ' αντίο μου. Διώχνω από πάνω μου το σκοτάδι -αν εσύ ήσουν όντως το σκοτάδι, δεν έχω πειστεί ακόμη- και ταξιδεύω προς την αντάμωση με τα όμορφα. Αν υπάρχουν όμορφα πέρα από 'σενα, δεν θυμάμαι καλά, πάει καιρός.. Αναρωτιέμαι αν η ζωή μου θα 'χει ενδιαφέρον χωρίς εσένα μέσα της. Οι άλλοι μου λένε πως ναι, ναι θα έχει. Οι άλλοι όμως έχουν δοκιμάσει εσένα; Έχουν δοκιμάσει τα εθιστικά φιλιά σου; Δεν τα 'χουν δοκιμάσει. Κι ούτε είχαν ποτέ καμιά σαν κι εσένα. Καλά έκαναν, καλά.. Καλά έκαναν και μείναν μακριά σου. Προσπαθώ γαμώτο, προσπαθώ αλλά ο πόνος, ο πόνος δεν μ'αφήνει.. Φύγε, φύγε σε παρακαλώ, φύγε.. Φύγε γαμημένη "παραμύθα"..  Φύγε απ' το μυαλό μου πουτάνα Ηρω(ίνη..)
   

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

I am Jack's little scratch on the roof of his mouth. And I'm Jack himself, too.

  Σε ακολουθώ σε μία παράνοια που με τρομάζει. Μιμούμαι τις κινήσεις σου με σκοπό να βρω τη λογική σου, μα δεν ξέρω πια αν όλα αυτά που θυσιάζω για ν' αποκτήσω μια γεύση απ' την οπτική σου γωνία τ' αξίζουν. Είναι πολλά αυτά που χάνω για να σε καταλάβω, μα το έχω βάλει πια στόχο ζωής να σε κατανοήσω. Κι όταν τελικά το πετύχω-αν το πετύχω- τι θα 'χει απομείνει από εμένα; Έχω αυτή τη διαίσθηση πως θα σε νιώσω μονάχα όταν κατορθώσω να χάσω τα πάντα· αξίζει όμως; Θα μου αρκεί που σε κατανόησα όταν δεν θα 'χω τίποτα άλλο; Ή μήπως να τα παρατήσω, να τ' αφήσω, να προσπαθήσω να το ξεχάσω; Πολύ φοβάμαι όμως πως και να θέλω είναι πλέον αργά για να σε διώξω απ' το μυαλό μου. Είσαι ένας όγκος στον εγκέφαλό μου, μία γρατζουνιά στον ουρανίσκο μου. If I had a tumor, I would name it Marla. Marla, the little scratch on the roof of your mouth that would heal if only you would stopped tonguing it, but you can't. Και με διαολίζει, ξέρεις τι με διαολίζει; Που σε διαχωρίζω από 'μενα, ενώ μου ανήκεις. Είσαι μέρος μου.. Είσαι εγώ. Πρέπει να το παραδεχτώ, να μιλάω για 'σενα σαν να είσαι εγώ- που είσαι- και όχι σαν να 'σαι ένα ξένο σώμα. Πρέπει να το παραδεχτώ και να το αποδεχτώ· με κανέναν δεν μοιράζομαι την ενοχή. Συγγνώμη που υπάρχεις, εγώ φταίω.Εγώ φταίω που ο αέρας που αναπνέω βρομάει φωτιά. Εγώ φταίω, στραγγίζω όσα λέω σε μια ματιά. Εγώ φταίω που έμαθα να πετάω χωρίς φτερά. Εγώ φταίω, για πάρτι μου κρατάω μια ανάσα τη φορά. 

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

 "Μείνε γυμνή" μου είπε, σχεδόν μέσα απ' τα δόντια. "Μείνε γυμνή. Οι εικόνες του παρελθόντος σε καλύπτουν αρκετά." Τον κοίταξα μέσα στα μάτια χωρίς να κάνω καμιά άλλη κίνηση. Βαθιά μέσα στα μάτια. Ανταπέδωσε, μα ύστερα από δυο στιγμές το βλέμμα του έπεσε. "Παράκουσες" μου είπε, "γιατί;" Και σας ορκίζομαι πως δεν είχα κάνει καμιά άλλη κίνηση πέρα απ' το να τον κοιτάξω. Τα ρούχα μου κείτονταν ακόμη στο πάτωμα, ιδρωμένα και βρώμικα, σαν μια εικόνα από ταινία που προβάλλει τον υπόκοσμο, την παρακμή. Σαν τρία κουρέλια που υποφέρουν στην απομόνωση.  "Με συγχωρείς" αποκρίθηκα, τραβώντας ήρεμα το βλέμμα μου. "Κρύωνα."

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Μας κοιτάζαν οι σκιές που χορεύαν ψιθυρίζοντας..(Μια ματιά σα βροχή)

  Δεν έχω νιώσει ποτέ μου ηλεκτρισμό να διαπερνά τη σάρκα μου κι έπειτα να ταξιδεύει σε όλο μου το σώμα, να το ξαγρυπνά, μα είμαι σχεδόν σίγουρη πως αυτό που ένιωσα όταν τα χέρια σου άγγιξαν τα δικά μου είναι το ίδιο. Ήμουν βυθισμένη μέσα στον ωκεανό μου, την είχα κάνει την βουτιά πριν πολλή ώρα κι είχα κλείσει και τα μάτια, πεπεισμένη πια πως θα μείνω εκεί για πάντα. Ήμουν ένα νεκρό σώμα που επέπλεε στην επιφάνεια της θάλασσας μου· σχεδόν δεν υπήρχα. Σχεδόν είχα πεθάνει. Το μόνο που με κρατούσε δεμένη στην άλλη πραγματικότητα ήταν εκείνη η φωνή, η μοναδική φωνή που όταν τραγουδά νιώθω την ψυχή μου να ταλαντεύεται, να χορεύει.  Κι εσύ..εσύ με κατάλαβες, με ένιωσες. Δεν μιλώ για έρωτες τούτη τη βραδιά, μιλώ για κάτι ανώτερο, την ένωση δύο ψυχών. Άπλωσες τα χέρια σου και έπιασες τα δικά μου και στ' ορκίζομαι πως ρούφηξες όλη τη μοναξιά απ' τα ακροδάχτυλά μου. Με τράβηξες πάνω, με αναγέννησες, με ξύπνησες από το λήθαργό μου. Με ένιωσες και σ' ένιωσα με μία ξεχωριστή έννοια της λέξης. Μου φανέρωσες το μαύρο σκυλί που σ' ακολουθεί πάντα, σου φανέρωσα κι εγώ τον δικό μου λύκο.. Κατέβασες τη μάσκα σου και είδα το πραγματικό φως στα μάτια σου, είδα τις σκιές του μυαλού σου να καθρευτίζονται εκεί· και δεν τις είδα απλά, τις ένιωσα να πετούν γύρω μου, ένιωσα τον αέρα τους, την αύρα τους. Ξεκλείδωσες τα κλουβιά τους και τις άφησες να πετούν ελεύθερες πάνω απ' το κεφάλι σου χωρίς φόβο πώς ίσως τις δω.. ίσως σε δω. Και σ'ακολούθησα σ' αυτό το μονοπάτι, αφέθηκα όσο κι εσύ, ίσως και παραπάνω. Μα έκλεινες τα μάτια, κι ακόμα και πίσω απ' τα κλειστά ματόκλαδα εγώ μπορούσα να σε διαβάσω αλλά δεν έφτανε. Άνοιξέ τα, ήθελα να σου πω. Άσε με να μπω μέσα σου και να ρίξω μια ματιά. Μ' άφησες, χωρίς να πεις ούτε μια λέξη. Θα μπορούσα να σου 'χα πει τα πάντα μα δεν χρειάστηκε, δεν στα 'πα μα στα έδειξα, τα είδες. Τα ένιωσες. Κι όταν με κάλεσε ξανά το μαύρο τέρας που λατρεύω τόσο να βυθιστώ ξανά μέσα του, με κράτησες πίσω. Κατέβαλλες δύναμη και με κράτησες πίσω. Μη! Πετάξαμε χθες βράδυ. Πετάξαμε πάνω απ' τους εαυτούς μας και δια μέσω αυτών · ήταν η μία στο εκατομμύριο πιθανότητα που τα σκουλήκια δεν κρύφτηκαν μόλις ένιωσαν το σκούντημα μα αφέθηκαν γαλήνια κι άφοβα. Η μία στο εκατομμύριο πιθανότητα που ο λύκος δεν γρύλισε στον απειλητικό επισκέπτη, που ο μαύρος σκύλος δεν φοβήθηκε με την παρουσία του ξένου αίματος. Ίσως να ναι τα ίδια μαύρα κοράκια που κρύβουμε στα σωθικά μας- ποιος ξέρει; Ίσως να μιλούν την ίδια γλώσσα.. Κι ίσως να μ' ένιωσες περισσότερο απ' όσο έχω νιώσει εγώ η ίδια τον εαυτό μου. Εγώ σίγουρα σε είδα, κι από δω και μπρος θα σ' αναγνωρίζω καθαρά, ακόμα και πίσω απ' τις πιο θολές τζαμαρίες. Γνωρίζω την παρουσία σου. Την διαισθάνομαι. Ακόμα κι όταν θα έχουν περάσει τα χρόνια και θα έχουμε κι οι δυο αλλάξει με τον κάθε τρόπο που αλλάζουν δυο μορφές, θα σε κοιτάζω και θα με κοιτάζεις και θα γνωρίζουμε. Θα γνωρίζεις και γνωρίζω. Θα θυμάμαι κι εγώ μα κι εσύ, τη νύχτα εκείνη που γίναμε σκυλάκια και ξεδίναμε, και γλύφαμε ο ένας τ' άλλου τις πληγές.. Μου τον θυμίζεις, στο είπα. Μου τον θυμίζεις πολύ. 

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

  Αντίο λοιπόν, αγαπημένη μου Κ. Αύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα, αύριο θα 'χω αλλάξει, θα μαι μια άλλη, χωρίς εσένα πια. Θα ξανάρθεις όμως, ξέρω, και θα 'χω πάλι αλλάξει μα θα 'μαι πάντα η ίδια. Αντίο αγαπημένη μου Κ.. Αποχαιρετώ μαζί σου και τη μορφή μου όταν είμαι δίπλα σου, τη μορφή μου που πάντα αλλάζει όταν εμφανίζεσαι εσύ· αποκτά χρώμα, φως.. Τη μορφή μου που φωτίζεται από 'σενα και αλλάζει εξ' αιτίας σου. Θα σου ζητούσα να μην φύγεις μα δεν θα μ'ακούσεις, έτσι κι αλλιώς δεν φταις εσύ μα ο χρόνος, ο χρόνος που πάντα σε παίρνει μακριά μου.. Τα ξαναλέμε, αγαπημένη μου Κ. Όταν θα 'χω μεγαλώσει κι άλλο λίγο κι ίσως και να χω ξεχαστεί λιγάκι, μα θα εμφανιστείς εσύ με την παιδική σου σιλουέτα και μου θυμίσεις την σκιά μου,τη λίγο πιο κοντούλα, πιο αγνή, πιο αθώα, πιο ευτυχισμένη.. Θα μου χτυπήσεις την πόρτα και θα με τραβήξεις απ' το μανίκι και θα πεις, "Κοίτα! Ο ουρανός πήρε το χρώμα εκείνο πάλι!" κι εγώ αμέσως θα χαμογελάσω κι αυτό το χαμόγελο δεν θα σβήσει μέχρι να χαθείς ξανά. Αντίο σου, αγαπημένη μου Κ. Εις το επανηδείν. Και μην με ξεχάσεις.. Θα 'χω κρυφτεί μέσα στο σκοτάδι και θα σου τραγουδάω, "Έλα επιτέλους και πες στη λύπη να μη χτυπάει την πόρτα μου πια.. Πες της απλά, έφυγε, λείπει.. Εδώ δε μένει κανένας πια.." 

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

  Έφευγα εκείνη τη μέρα. Ήτανε είκοσι Αυγούστου, το θυμάμαι καθαρά, σαν εχθές. Έφευγα, και του είχα πει να έρθει να με αποχαιρετίσει, μα εκείνος είχε αρνηθεί, γιατί δεν μπορούσε, λέει, τους αποχαιρετισμούς. Μου το πε έτσι: θα ρθω, είπε, να σε βοηθήσω με τις βαλίτσες κι ύστερα θα φύγω. Δεν θα σε δω να φεύγεις. Δεν δέχθηκα τη βοήθειά του,βέβαια, ήμουν -και είμαι- πολύ ανεξάρτητη.. Δεν σκέφτηκα κι εγώ η ανόητη πως αν ερχόταν για τις βαλίτσες θα τον έβλεπα ξανά! Πείσμα, με έκαψε αυτό το πείσμα της αυτονομίας, της κυριαρχίας του εαυτού μου. Έτσι λοιπόν φορτώθηκα με τα μπαγκάζια μου και πήγα στην προβλήτα. Έβγαλα εισιτήριο κι ύστερα, για πολλή ώρα, στεκόμουν και κοιτούσα το πλοίο χωρίς να κάνω το βήμα να μπω μέσα και να φύγω. Ένα βήμα με χώριζε απ' το πλοίο και δεν το έκανα. Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα πόδια μου από εκείνα τα χώματα, εκείνο το μέρος που σήμαινε για 'μενα τόσα· όχι μόνο λόγω εκείνου, αλλά και για άλλους λόγους, κρυφούς. Κοιτούσα το πλοίο σπιθαμή προς σπιθαμή: τα σχοινιά του, την αρμύρα του, τους ναύτες του, τα λευκά και μπλε χρώματά του, τον καπετάνιο του που ίσα που φαινότανε μέσα απ' τα τζάμια στο δωμάτιο στο κατάστρωμα, τα τεράστια μπλε γράμματα που γράφανε ΠΟΣΕΙΔΩΝ.. Πού θα πάω, σκεφτόμουν, πού θα πάω; Ποια θα είμαι; Δεν θυμάμαι ποια ήμουν πριν, δεν θυμάμαι, δεν μπορώ να θυμηθώ. Πού θα πάω; Κι έπειτα, πότε θα γυρίσω; Κι αν έχουνε αλλάξει όλα όταν γυρίσω ξανά; Τι θα κάνω; Τα ρωτούσα αυτά και όταν ήμασταν μαζί το προηγούμενο βράδυ, κοιτάζαμε τις Περσίδες που πέφτανε απ' τον ουρανό, πλάι στη Σελήνη. Εκείνος τότε μου 'χε χαϊδέψει μια ιδέα τα μαλλιά και μου χε πει, μη φοβού. Όσα χρόνια και να περάσουνε, όσα πράγματα και ν' αλλάξουνε, ο ήλιος θα πέφτει πάντα με τον ίδιο τρόπο πίσω απ' τα βουνά· αυτό δεν γίνεται να στο στερήσουν. Κι έπειτα θ' ανατέλλει με τον ίδιο τρόπο μέσα απ' τη θάλασσα και θα λούζει το μέρος με τα φώτα του, θα ξυπνά πάντα το μέρος με τον ίδιο τρόπο. Και η Σελήνη, η Σελήνη θα κρέμεται πάντα απ' τον ουρανό όπως κρέμεται και τώρα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, και τα λευκά της φώτα θα χορεύουν στην επιφάνεια της θάλασσας όπως χορεύουνε και τώρα. Μη φοβάσαι. Όλα πάντοτε θ' αλλάζουν και όλα ίδια θα μένουν.. Που να με πάρει, δεν μπορούσα να το κάνω εκείνο το βήμα. Δεν γινόταν να φύγω, δεν γινόταν. Κι εκείνος που χάθηκε, γιατί δεν ήρθε να μου πει αντίο; Ας έκανε πίσω, ας ερχόταν, να τον δω, μια φορά. Περνούσε όμως η ώρα και δεν φάνηκε, έτσι κι εγώ το πήρα απόφαση και είπα πως είναι καιρός να την κάνω, γιατί με περιμένει η άλλη μου ζωή, ο άλλος μου εαυτός που δεν θυμάμαι καν ποιος είναι και πρέπει να πάω να τον βρω. Το πήρα απόφαση, έπρεπε, δεν γινόταν να μείνω. Κι έκανα το βήμα μου και ανέβηκα στο πλοίο. Τρέμανε τα πόδια μου. Γύρισα και κοίταξα για μια τελευταία φορά την άδεια προβλήτα και ψιθύρισα ένα αντίο. Ανέβηκα στο κατάστρωμα με τις βαλίτσες στο χέρι, ύστερα τις παράτησα σε μια γωνιά, σκαρφάλωσα στην πλώρη και κρέμασα τα πόδια μου απ' έξω. Κι έτσι όπως είχα τα πόδια μου να κρέμονται απ' τον αέρα και χάζευα τον τόπο εκείνο, έριξα μια τελευταία κλεφτή ματιά στην προβλήτα..Ήταν εκεί. Αναθάρρησα, γεμίσανε τα μάτια μου με δάκρυα. Τον κοίταξα, ανταπέδωσε· είμαι σίγουρη, αν και το πλοίο είχε απομακρυνθεί και η απόσταση ήταν μεγάλη. Ύστερα σήκωσε το δεξί του χέρι κι έβγαλε το καπετάνικο καπέλο του και το κράτησε στον αέρα, χωρίς να το κουνήσει. Κι ήξερα έτσι πως μ' αυτή του την κίνηση δεν μου έλεγε ούτε αντίο, ούτε μου έστελνε την αγάπη του, ούτε κανένα του συναίσθημα. Μου πρόσφερε ό,τι πιο πολύτιμο είχε από όλα αυτά· τον σεβασμό του. Αντίο, ψιθύρισα ξανά. Αντίο, πατέρα. 

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

ο πόνος που δεν γίνεται δάκρυ, γίνεται οργή

 Άντε γαμήσου για όλες τις φορές που μ' έκανες να νιώσω δείγμα, που τσάμπα μ' έντυνες σ' αυτή τη γαμημένη αλήθεια, πως είμαι τ' αλήτικο ποίημα κι ο κόσμος πεζός και πράος, ότι μπορεί να υπάρξει γυναίκα ν' αγαπήσει αυτό το χάος.. 

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Μία είναι η φύση της ημέρας και της νύχτας. Ανήφορος και κατήφορος είναι ο ίδιος δρόμος..

  Κάπου εκεί άλλαξα κι εγώ, κάποτε. Γιατί η νύχτα είναι μεγάλη ξεμυαλίστρα και δεν σ' αφήνει να κάτσεις σε χλωρό κλαρί. Σε ξεσηκώνει να βγεις να γνωρίσεις το άγνωστο, να μπεις σ' αυτή τη διαδικασία "της κόλασης" που λένε οι άλλοι, όταν οι ίδιοι νομίζουνε πως βρίσκονται στον Παράδεισο Αμαρουσίου.(Γέλια.) Βρίσκονται στον Παράδεισο, αλλά το βράδυ θέλουνε να σαλτάρουνε από τη μάντρα και να βρεθούνε στην από 'δω μεριά. Έτσι είναι.. Ξέρεις πόσοι άνθρωποι αλλάζουνε σκιά τη νύχτα; Άπειροι.. 

  "Ωραίο το φουστάνι σου, Γιώργο μου" του Βασίλη Καββάθα. 

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

  Απλώνει τα χέρια της εκείνη, απλώνει τα χέρια του κι εκείνος, ν΄αγγίξει τις παλάμες της, να τη νιώσει. Έχουν ανοίξει τις αγκαλιές τους και οι δυο και περιμένουν να ενωθούν· τους χωρίζουν μονάχα τρία βήματα δρόμος, τρία βήματα μόνο, τρία. Τρία και για εκείνους φαίνεται μια αιωνιότητα, το νιώθω κι εγώ ακόμη κι αν απουσιάζω, είμαι μια τρίτη σ' αυτήν την πολύ προσωπική στιγμή. Κάνει λοιπόν αυτή το πρώτο βήμα μα εκείνος δεν κινείται, την περιμένει, με τα χέρια απλωμένα, περιμένει να 'ρθει να τον αγγίξει. Περίμενε καιρό και φαίνεται, εγώ τουλάχιστον το βλέπω, περίμενε καιρό, τρέμουν τα χέρια του, το βλέπω, βουρκώνουνε τα μάτια του, το βλέπω. Ανατριχιάζει. Το βλέπω. Τα βλέπω όλα. Κι εκείνη χορεύει όσο τον πλησιάζει, χορεύει μέσα της, το ξέρω, είμαι σίγουρη. Παίρνω όρκο, μέσα της χορεύει. Κάνει το δεύτερο βήμα. Περιμένει εκείνος. Χέρια ανοιχτά, μάτια βουρκωμένα. Μου 'χες πει πως θα ρθεις και ήρθες. Ήρθες. Σε περίμενα κι ήρθες. Ήρθες. Ένα βήμα ακόμα και σ'αγγίζω, ήρθες. Κάνει και το τρίτο βήμα, είναι στη διαδικασία δηλαδή, να σύρει το δεξί πόδι, ύστερα να σύρει τ' άλλο και να πέσει κατευθείαν στην αγκαλιά του, να τον νιώσει επιτέλους γύρω της, ολόγυρα, και μέσα κι έξω και δεξιά και αριστερά της, αυτόν, τη μυρωδιά του, τη φωνή του. Κι ας είναι ο πατέρας της ή ο αδερφός της ή ο καλύτερός της φίλος ή ο γκόμενός της ή και ο σκύλος της στην τελική, δεν με νοιάζει η σχέση που τους δένει, γι' αυτό να μην νοιάζει ούτε εσάς· με νοιάζει η ένταση, το συναίσθημα που σχεδόν βλέπω να διαπερνά και τους δυο. Με νοιάζει η ανατριχίλα στο δέρμα του, τα δάκρυα στα μάτια του, ο χορός μέσα της. Στη διαδικασία, που λέτε, του τρίτου βήματος, εκεί βρίσκεται, στο κρίσιμο λεπτό· μια στιγμή πριν τον παράδεισο. Μια στιγμή. Και θα ναι μέρος ο ένας του άλλου, θα αλληλοσυμπληρώνονται, το είχατε ποτέ αυτό; Εκεί, στη διαδικασία του τρίτου βήματος, στο τσακ να τ' αποκτήσει, αυτό που ποθεί, και να, να, μόλις που αγγίζονται, αγγίζονται σας λέω, την έφτασε, αγγίζονται τα χέρια τους, και τώρα την πιάνει, πέφτει στην αγκαλιά του αυτή, την πιάνει αυτός και την σηκώνει στον αέρα, ψηλά, στον αέρα, χορεύουν, δεν σας το πα; Τη σηκώνει ψηλά στον αέρα και την κάνει ένα κύκλο, ένα κύκλο στον αέρα. Χορέυουνε, σας το πα. Χορεύουνε. Μα όπως την σηκώνει σκοντάφτει και πέφτουνε, αυτός στον πεζόδρομο και αυτή κατρακυλά πίσω στο δρόμο, εκεί που δεν θα 'πρεπε να είναι· και ο οδηγός εκείνου του φορτηγού δεν προλαβαίνει να φρενάρει.. Κόρνες, ουρλιαχτά, πόνος.. Πόνος.. Πέφτει εκείνος στα γόνατα και κρύβει το πρόσωπο.. Βοήθεια, βοήθεια.. Φωνάζει ένα όνομα, δεν θα το πω όμως, δεν θα το πω. Βοήθεια, βοήθεια, η.. Βοήθεια.. Μην μου την παίρνεις τώρα που τη βρήκα, όχι τώρα που την βρήκα.. Όχι και αυτήν ρε μαλάκα.. Όλα τα πήρες, όχι κι αυτήν.. Σε ποιον μιλάει; Δεν ξέρω. Είναι πεσμένος στα γόνατα και ουρλιάζει. Θα θελα να του πω, σήκω ρε μαλάκα, σήκω, σήκω και τρέχα να δεις αν είναι ζωντανή, σήκω, μην πέφτεις στα γόνατα, τρέχα να δεις αν χτυπά ακόμα η καρδιά της να πας να της πεις έστω κάτι, μια λέξη, κάτι.. Σήκω.. Αλλά πού· δεν θέλω να περιγράψω τη σκηνή μα φαινότανε, δεν ζούσε η κοπέλα, την έφαγε ο φορτηγατζής.. Πεσμένος ο άλλος στα γόνατα κι ακόμα να φωνάζει, όχι ρε μαλάκα, όχι και αυτήν, γαμώ το στανιό μου.. Όχι και αυτήν.. Κι έπειτα σηκώνεται και τρέχει προς το δρόμο αλλά ποτέ δεν έμαθα για πού ακριβώς, για εκείνη; Για να φτάσει κι αυτός στον πάτο κάποιου αμαξιού; Ζουλιγμένος στο δρόμο; Για να περάσει και να γυρίσει σπίτι του; Για να φύγει γι' αλλού; Δεν ξέρω, δεν έμαθα ποτέ, γιατί εκεί που αυτός έτρεξε προς το δρόμο η σκηνή κόπηκε, μιας κι εγώ τα 'βλεπα όλα απ' το κλειστό τζάμι του ασημένιου ταξί που με πήγαινε στη βόλτα μου. Σταματημένοι στο φανάρι ήμασταν και τα 'βλεπα. Άναψε το πράσινο και στρίψαμε, κόπηκε η σκηνή. Στρίψαμε στο στενάκι και η ζωή μου συνεχίστηκε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, γιατί εγώ όλα τα 'βλεπα πίσω απ' το τζαμάκι του ασημένιου ταξί, ασφαλής, απούσα. Μόνη. Και ήταν τρία μόνο, τρία βήματα. Τρία γαμημένα βήματα. Ο ενθουσιασμός τους έφαγε, ο πόθος. Το πάθος. 

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Φαύλος (γαμημένος) Κύκλος

  Αλίκες περιφόρονται άτακτα στη Χώρα των Θαυμάτων μου· ξένα, άγνωστα σώματα που δεν ταιριάζουν στο περιβάλλον, το μολύνουν, το ρυπαίνουν, δεν το σέβονται.. Αλίκες περιφέρονται με ακαθόριστες τροχιές και πορείες στον Κήπο της Εδέμ μου και τον βανδαλίζουν, τον καταστρέφουν με κυνισμό. Για να πάρουν αυτό που θέλουν. Και τι θέλουν, δεν γνωρίζουν.. γι' αυτό παίρνουν τα πάντα. Οι Αλίκες που περιφέρονται άτακτα στην Χώρα των Θαυμάτων μου φέρνουν το χάος, την αταξία.. βέβαια και το χάος είναι κι αυτό μια τάξη.. Οι Αλίκες φέρνουν εκρήξεις, ανατινάζουν τις ομορφιές στην Χώρα των Θαυμάτων μου, βάζουν δυναμίτες στο κεφάλι μου οι Αλίκες. Τους κρύβουν καλά και εγώ σαν χαζή ψάχνω να τους βρω, να τους απενεργοποιήσω, λέει, πριν προλάβουν να σκάσουν. Και κάθε φορά δεν προλαβαίνω και κάθε φορά σκάνε στα χέρια μου.. Αλίκες· όμορφες σαν Αφροδίτες. Πονηρές. Κυνικά πλάσματα που εγώ κατασκεύασα, με το μυαλό μου. Κι ας λέω πως τρυπώσαν μόνες τους απ' τ' αυτιά μου και τη μύτη και το στόμα μου, κρυφά και παράνομα, κι ας τις ονομάζω Αλίκες γι' αυτό το λόγο. Εγώ τις έφτιαξα. Δικό μου το φταίξιμο. Και τι 'ναι σωστό, να μισείς το δημιούργημα ή το δημιουργό; Ψάχνω να βρω απάντηση και δεν είναι πουθενά· άσε που στην πορεία συναντώ κι άλλους δυναμίτες, κι άλλες Αλίκες..

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Alter Ego (?)

   Do you know me? Ρώτησα τους ανθρώπους γύρω μου. Ρώτησα το βλέμμα στα μάτια τους. Ρώτησα τον καθρέπτη, ρώτησα τον αντικατοπτρισμό μου, ρώτησα το βλέμμα στα μάτια του παιδιού στον καθρέπτη. Με κοίταξα κατάματα και με ρώτησα. Είδα, αναγνώρισα το μίσος αλλά δεν έμαθα γιατί. Ρώτησα ξανά, do you know me? Κανείς δεν ήξερε να μ' απαντήσει. Ρώτησα το λύκο που περπατούσε πιστός πίσω μου· με κοίταξε μα δεν μίλησε. Ρώτησα τον πίθηκο που προχωρούσε μπροστά μου και χάραζε το δρόμο, αφέντης, αρχηγός, βασιλιάς. Δε γύρισε καν το κεφάλι. 
  Γιατί εκείνος αφέντης κι όχι εγώ; Ποτέ δεν είχα αναρωτηθεί πριν. Νομίζω η απάντηση ήταν πως δεν θα μπορέσω να γίνω ποτέ αφέντης εγώ, πως δεν θα κατορθώσω να γίνω αφέντης του εαυτού μου, γιατί είμαι καταραμένος να βρίσκομαι πάντα ανάμεσα στους δύο, αλλά πως μπορώ να διαλέξω ποιος θα πορεύεται μπροστά και ποιος θ' ακολουθεί για πάντα πίσω. Λέω νομίζω γιατί ποτέ δεν θα 'μαι σίγουρος· άλλωστε εγώ ρώτησα κι εγώ ο ίδιος απάντησα στον εαυτό μου. Για κάτι τέτοια κανείς ποτέ δεν θα 'ναι σίγουρος, γενικά όμως όλοι από κάτι θα πιστεύουμε και θα πράττουμε βάσει αυτού. Κι έτσι εγώ πιστεύω πως δεν μπορώ να επιβληθώ, δεν μπορώ να χαράξω εγώ την πορεία, αλλά μπορώ να διαλέξω ποιος απ' τους δυο θα το κάνει για εμένα. Ποιος θα οδηγεί και ποιος θα φυλάει τσίλιες. 
  Ο πίθηκος είχε πάρει την αρχηγία γιατί ήταν πιο έξυπνος, πιο πονηρός απ' το λύκο. Η διαφορά τους: ο λύκος είναι αρκετά έξυπνος για να λύνει παζλ, ο πίθηκος αρκετά πονηρός ώστε να τα δημιουργεί. Κι έτσι μας είχε μπλέξει σ' ένα παζλ τέτοιο, εμένα και το λύκο μου, που δεν μπορούσαμε να ξεφύγουμε, να βρούμε την άκρη. Ο λύκος συνεπώς υποτάχθηκε. Κι εγώ δεν μίλησα. Δεν ήμουν όμως και ήρεμος, δεν μπορούσα να βρω την ηρεμία, πάνω απ' όλα γιατί δεν ήξερα ποιος ήταν μπρος και ποιος μπροστά, δεν είχα ιδέα, τότε. Ήξερα πως περπατάω με την παρέα τους, δεν ήξερα όμως ποιος χαράζει πορεία και ποιος όχι. Αργότερα έμαθα. Κι έμαθα επίσης πως ο λύκος έφταιγε για το συναίσθημα της ενοχής· ο πίθηκος ευθυνόταν για τον λόγο που την ένιωθα. 
  Δεν συμπαθώ τον πίθηκο μέσα μου. Υποστηρίζει πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Είναι χαιρέκακος. Σχεδιάζει το κακό, είναι πρόθυμος να καταστρέψει τα πάντα προκειμένου να πάρει αυτό που θέλει. Ο λύκος, αντιθέτως, επιτίθεται μόνο εν βρασμώ. Χωρίς σχέδια. Και αν και μπορεί να σκοτώσει μόνο με λίγες κινήσεις, δεν θα το κάνει αν δεν είναι αναγκαίο. Δεν θα χρησιμοποιήσει τη δύναμή του χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Και το σημαντικότερο: δεν θα προσχεδιάσει το κακό που θα προκαλέσει. Αυτό είναι που καθιστά 'λευκό' τον λύκο και 'μαύρο' τον πίθηκο, στο ying yang του εγώ μου: ο πίθηκος προγραμματίζει την πραγματοποίηση του κακού και χαίρεται μ' αυτήν, ενώ ο λύκος, όταν βλάπτει, βλάπτει χωρίς να αποσκοπεί σε αυτό. Η ζημιά που προκαλεί είναι παράπλευρη απώλεια, συνέπεια της ανεξέλεγκτης δύναμής του. Όμως, έχει μέσα του το σεβασμό. Την πίστη. Την αίσθηση της αγέλης. 
  Κάποια στιγμή στην ζωή μου, ευχήθηκα ο λύκος να κατασπαράξει αυτόν τον μαλάκα πίθηκο. Το μετανιώνω όσο τίποτα· είναι αδύνατον η μία πλευρά να σκοτώσει την άλλη. Χάνεσαι. Γιατί: γιατί είσαι καταραμένος να βρίσκεσαι συνεχώς ανάμεσα στα δύο ζώα. Ακόμα και τη στιγμή της μάχης. Οι δυο τους είναι οι μαχόμενες φυλές, εσύ είσαι το πεδίο μάχης. Θα καταστραφείς πριν προλάβει ο ένας απ' τους δύο να ανακυρηχθεί νικητής. Ο λύκος θα σε καταλύσει γιατί αποτελείς εμπόδιο, ο πίθηκος θα σε χρησιμοποιήσει στην επίθεσή του. Αποτελούν και οι δύο κομμάτια του εαυτού σου. Δεν αποφεύγονται, δεν αγνοούνται, δεν σκοτώνονται. Μαθαίνεις να ζεις μ' αυτά. Έχεις όμως και το δικαίωμα της επιλογής, γιατί εσύ είσαι αυτός που τρέφει τα δυο ζώα. Απ' τα χέρια σου τρώνε. Διαλέγεις ποιον θα ταΐζεις πιο σωστά για να γίνει δυνατότερος. Διαλέγεις ποιον θα βάλεις γι' αφέντη και ποιον θα 'χεις δια δούλο. Ποτέ η ευθύνη δεν φεύγει απ' τους ώμους σου ουσιαστικά, ποτέ δεν μπορείς να πεις πως δεν φταις εσύ μα ο πίθηκος. Φταις. Τον έβαλες βασιλιά σου, αρχηγό σου. Να χαράζει πορεία, να πράττει. Είχες την ευθύνη. Φταις.
  Do you know me? Έμαθα πως απάντηση δεν θα πάρω ρωτώντας από 'δω κι από κει. Δεν θα πάρω επίσης απάντηση αν ρωτήσω το λύκο ή τον πίθηκο, ή και τους δυο μαζί. Απάντηση θα πάρω όταν μάθω ποιος είναι κυρίαρχος και ποιος πιστός υποταγμένος. Τότε θα μάθω τι είμαι, όταν κοιτάξω μπροστά μου και βρω τον πίθηκο ή το λύκο μου. Όταν κοιτάξω πίσω μου και βρω τον λύκο ή τον πίθηκό μου. 
  Απάντηση πήρα·ηρεμία δεν βρήκα ακόμη. Την ψάχνω. Προσπαθώ να διαλέξω ποιο είναι το σωστό, ποιος θα 'πρεπε να μπει μπροστά και ποιος πίσω, δεν ειν' εύκολο. Ακόμα κι αν φαίνεται εξαιρετικά προφανές, κι αν έχω ήδη διαλέξει, δεν είμαι σίγουρος πως ήταν το σωστό. Με τον πίθηκο είσαι ανίκητος, παίρνεις αυτό που θέλεις σίγουρα. Με το λύκο όχι. Κινδυνεύεις να συμβιβαστείς. Είσαι όμως πιο ήρεμος, με την έννοια της ηρεμίας που προέρχεται από μια ήσυχη συνείδηση. Δεν ξέρω κι αν θα τη βρω ποτέ την ηρεμία. Το ελπίζω, μου το εύχομαι, αλλά έχω ακόμα δύναμη, δεν με κούρασαν ακόμα. Αν και συγκρούονται συχνά.. κι έχουν εμένα για παράπλευρη απώλεια. Σίγουρο θύμα..
  



Η ιδέα οφείλεται στο βιβλίο "Ο φιλόσοφος και ο λύκος" του Mark Rowlands. 

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Σε ενοχοποιούν, όχι τόσο οι πράξεις σου.. σε ενοχοποιούν οι σκέψεις..

  Εκείνη: Όταν τον γνώρισα, τρελάθηκα. Το εννοώ. Έχασα το μυαλό μου. Με μπέρδευε, με μπέρδευε πάρα πολύ ο ίδιος. Πίστευα στον εαυτό μου πριν ενωθούμε, ήμουν σταθερός χαρακτήρας, στεκόμουνα όρθια· όταν χωριστήκαμε είχα μετατραπεί σε ένα χάος. Τρία κουβάρια μπλεγμένα μαζί. Η παρουσία του στην ζωή μου πέρασε από μέσα μου σαν ανεμοστρόβιλος. Τυφώνας. Τα πήρε όλα και τα έκανε άνω κάτω. Η σχέση μας- και εδώ χρησιμοποιώ την λέξη με την κανονική της έννοια, δηλαδή, ο τρόπος που συσχετιζόμασταν μεταξύ μας και όχι κάποια δέσμευση- ήταν ένα καλούπι, ένα πηγάδι στο οποίο πέσαμε και οι δύο, μαζί, χέρι χέρι πέσαμε σε αυτό το πηγάδι.. Έπειτα ζήσαμε για λίγο μέσα στο πηγάδι, απομονωμένοι,  ευτυχισμένοι· δεν είμαι σίγουρη αν αυτό θα 'πρεπε να το μετανιώνω ή όχι. Από πλευράς λογικής, ήταν το πιο ηλίθιο πράγμα που έκανα ποτέ στην ζωή μου. Κανείς δεν μπορεί να ζήσει για πάντα σ' ένα πηγάδι, έπρεπε να το χα σκεφτεί, να είχα προνοήσει, να ήμουν πιο προσεκτική- δεν ήμουν. Δεν σκεφτόμουν όταν μέτρησα αντίστροφα κι έπειτα πήδηξα μαζί του μέσα στη μαύρη τρύπα. Δεν σκεφτόμουν ούτε όταν έπεφτα. Και δεν θα άρχισα ποτέ να σκεφτόμουν αν δεν το 'κανε πρώτα ο ίδιος.. Κάποια στιγμή η απομονωμένη ζωή στο πηγάδι άρχισε να δείχνει τα ψεγάδια της, τις ελλείψεις της. Ίσως αν ήταν άλλος να μην είχε συμβεί έτσι. Φταίει κι εκείνος. Φταίω κι εγώ. Βέβαια, ίσως και αν ήταν άλλος να μην είχαμε πέσει καν μέσα στο πηγάδι. Και ξαναλέω, δεν ξέρω αν αυτό θα 'πρεπε να το μετανιώνω ή όχι. Μου 'βαζε τη μπουκιά στο στόμα, και τη στιγμή που πήγαινα να κλείσω τα χείλη και να καταπιώ, τσουπ την έβγαζε απ' έξω και την πετούσε στο πάτωμα. Η τρυφερότητά του δεν κρατούσε ποτέ για πολύ. Πολλές φορές ήμουν ανεπιθύμητη. Είχα την όρεξη να φύγω, να τον αφήσω να ηρεμίσει, αλλά πόσο μακριά μπορούσα να πάω; Ήμουν φυλακισμένη σε εκείνο το πηγάδι στο οποίο και οι δύο βουτήξαμε, χέρι-χέρι, όπως είπα. Νομίζω ότι αυτό τον τρέλαινε περισσότερο από όλα. Το ότι δεν μπορούσε να φύγει, το ότι ήμασταν προσκολλημένοι ο ένας στον άλλο. Μια μέρα πήγα σπίτι του. Αδειάσαμε μαζί ένα μπουκάλι βότκα κι έπειτα κάναμε έρωτα. Έρωτα. Απέναντι από το κρεβάτι του υπάρχει ένας καθρέπτης. Όταν τελειώσαμε κι ηρεμήσαμε κι οι δυο, εκείνος σηκώθηκε και πλησίασε στον καθρέπτη. Ήμουν πίσω του και τον κοίταζα. Δεν άντεξα. Σηκώθηκα και στάθηκα πλάι του. Πάγωσε. Μου ψιθύρισε κάτι, δεν άκουσα, έπειτα άρχισε να βρίζει. Μ' έδιωξε. Δεν έφυγα απ' το σπίτι· δηλαδή, βγήκα έξω απ' το διαμέρισμα αλλά όχι από την πολυκατοικία. Έκατσα κάτω απ' το παράθυρο του μπάνιου και κρυφάκουγα. Ανησυχούσα. Γιατί διάολο τον πείραξε τόσο πολύ που στάθηκα δίπλα του στον καθρέπτη; Τι άλλαξε; Τι δεν του άρεσε; Αργότερα εκείνη τη νύχτα κατάλαβα πως εγώ δεν έφταιγα, δεν έκανα τίποτα λάθος. Όλα διαδραματίζονταν μέσα στο δικό του κεφάλι, στη δική του πραγματικότητα. Απ' την οποία με έδιωξε κακήν κακώς πριν προλάβω να πληγωθώ απ' αυτήν. Ή, απ' αυτόν. 
 Άκουσα πολλούς καθρέπτες να σπάνε όσο καθόμουν κάτω απ' το παράθυρο του μπάνιου και κρυφάκουγα. Είμαι σίγουρη πως ήταν καθρέπτες. Είμαι σίγουρη γιατί τον άκουγα να φωνάζει.. 'Φύγε!'..
 Την τελευταία μέρα που τον συνάντησα, ήταν που ήρθε σπίτι μου και παίξαμε ξύλο. Ξύλο, κανονικό ξύλο. Θυμάμαι πως είδα αίμα, αλλά δεν θυμάμαι αν ήταν δικό μου ή δικό του. Ή και των δύο. Δεν πρόλαβα να μάθω πόσο τον είχα χτυπήσει. Μπούκαραν στο σπίτι μου μπάτσοι, κάποιος γείτονας θα μας είχε ακούσει και θα τους κάλεσε. Τι θέλουν και μπλέκονται. Από τότε δεν τον ξανάδα. 

 Εκείνος: Όταν την γνώρισα, αρχικά, βρήκα την ηρεμία μου. Μπήκα σ' έναν εντελώς άλλο κόσμο και άφησα πίσω τον δικό μου. Για λίγο. Έτσι νόμιζα, έστω. Γιατί προφανώς δεν τον είχα αφήσει πίσω, απλώς τον είχα κρύψει, καλά, κάπου μέσα στο σπίτι. Να μην τον βρω και ξανακυλήσω στα άσχημα καλούπια. Δεν κατάφερα ποτέ να τον ξεφορτωθώ εντελώς. Γι' αυτό ξανακύλησα. Πέσαμε μαζί μέσα σε ένα πηγάδι όταν την γνώρισα, έπειτα για λίγο επιπλέαμε στην αρμονία-αν και στην πραγματικότητα ήμασταν στον πάτο- και κάπως, κάποια στιγμή, μας έπιασε μανία να βγούμε απ' την τρύπα. Στην αρχή προσπαθούσαμε μαζί, δεν έβγαινε όμως, δεν δούλευε αυτή η τεχνική. Κι έτσι αρχίσαμε να πατάμε ο ένας πάνω στον άλλο προσπαθώντας να βγούμε. Εγώ της τσαλαπατούσα το κεφάλι προσπαθώντας να φτάσω στο φως κι εκείνη μου 'κοβε κάθε φορέ τα πόδια. Και, αν και απ' αυτό βγήκαμε και οι δυο χτυπημένοι, άσχημα, κατακρεουργημένοι, εκφυλισμένοι, δεν το μετανιώνω. Δεν το μετανιώνω για αυτήν την αρμονία που μου πρόσφερε, για την ηρεμία που βρήκα όταν με έβαλε στον κόσμο της. Είναι ο πιο ανάλαφρος άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Ο ένας και μοναδικός άνθρωπος που ξέρω που νίκησε το μυαλό. Που το μυαλό δεν τον έβαλε από κάτω, να τη χτυπάει, αλύπητα κι αδιάκοπα, μέχρι να πεθάνει. Ήθελα να μου μάθει το μυστικό της, το μαγικό της· δεν πρόλαβε. Δεν προλάβαμε. Φταίω. Μονάχα εγώ φταίω. Εκείνη δεν θα μπορούσε να το 'χε χειριστεί καλύτερα. Φταίω. Φταίω και για τις μελανιές που άφησα στο χαρακτήρα της. Την άλλαξα. Την γέρασα. Η ύπαρξή μου στην ζωή της ήταν λάθος. Ήμουν ένας πόθος που πονούσε, μια μαζοχιστική συνήθεια. Κάτι που δεν θα 'πρεπε να έχει. Η διαφορά όμως ήταν πως εκείνη είχε ερωτευτεί τη φωτιά, όχι το κάψιμο. Είχε ερωτευτεί τη φωτιά την ίδια. Με πάθος, αφόρητο πάθος. Το παρατράβηξε. Ήρθε πολύ κοντά και την έκαψα..
  Εκείνη τη μέρα που κάναμε έρωτα κι έπειτα στάθηκε δίπλα μου κοντά στον καθρέπτη, αν έμενε έστω και για λίγο μαζί μου στον κάτοπτρο θα τη σκότωνα. Ήθελα να τη σκοτώσω. Με τα ίδια μου τα χέρια. Να την πνίξω. Να τη δω να πασχίζει ν' αναπνεύσει ενώ τα δυο μου χέρια θα αγκαλιάζουν το λαιμό της. Να δω τη λάμψη στα μάτια της να χάνεται. Θα τη σκότωνα, σας το ορκίζομαι. Δεν έπρεπε να μ' αφήσει να κοιταχτώ στον καθρέπτη. Αυτό ήταν το λάθος της, αυτό ήταν που δεν κατάλαβε ποτέ σ' εμένα, αυτό που περίμενα να καταλάβει και το αντιλήφθηκε μόνο όταν ήταν πολύ αργά. Δεν έπρεπε να μ'αφήσει να κοιταχτώ στον καθρέπτη. Όταν έφυγε, προσπάθησα να σκοτώσω κάθε επιθυμία που είχα μέσα μου να τη δολοφονήσω. Δεν γινόταν. ΔΕΝ ΓΙΝΟΤΑΝ. Ήταν άρρωστο, το ξέρω, ακούγεται άρρωστο, το απλοποιώ όσο μπορώ.. όσο γίνεται.. Αποφάσισα πως θα έπρεπε να δοκιμάσω. Να τη χτυπήσω. Έκανα ένα πάρα πολύ μεγάλο λάθος: εμπιστεύθηκα τον εαυτό μου και τα συναισθήματά μου. Πίστεψα πως, αν τη χτυπούσα, κάποια στιγμή θα ένιωθα τον πόνο της να γίνεται δικός μου. Θα ένιωθα την αγάπη μέσα μου, την προστασία που ήθελα να της παρέχω κάποτε. Γιατί αυτή ήταν το φως, έπρεπε να την προσέξω.. Λάθος μου, μέγα λάθος. Πήγα σπίτι της και τη χτύπησα μόλις μου άνοιξε. Κυλιστήκαμε στο πάτωμα και παίζαμε ξύλο. Τη χτύπησα άσχημα. Κι εκείνη μου άνοιξε μια- δυο πληγές. Όσο πιο πολύ τη χτυπούσα, τόσο πιο πολύ η βία φούντωνε. Φούντωνε. Μεγάλωνε. Άρρωστη αγάπη, άρρωστη. Στο πρόσωπό της έβλεπα ό,τι μισούσα. Αν και το πρόσωπό της ήταν ό,τι αγαπούσα περισσότερο. Ευτυχώς μπούκαραν οι μπάτσοι και μας σταμάτησαν. Μας χώρισαν και μας πήγαν στο κρατιτήριο.. σε διαφορετικά τον καθένα.. 
  Από τότε, την ξανάδα άλλη μια φορά μόνο, τυχαία, στο δρόμο· φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα που της πήγαινε πολύ. Δεν με είδε. Δεν της μίλησα. Γύρισα σπίτι κι έσπασα άλλον έναν καθρέπτη. Εκείνον που την αγαπούσε. 



"Σε ενοχοποιούν

όχι τόσο οι πράξεις σου


σε ενοχοποιούν οι σκέψεις


οι σχέσεις σου


κάτι χαμόγελα που έσβησες


κάτι μαλακισμένες εικόνες που κουβαλάς


σχεδόν ηλιοβασίλεμα

.
Σε ενοχοποιεί η αθωότητά σου


και αυτά που της χρωστάς.


Κάτι λάθη


και κάτι πάθη."