Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Σε ονειρεύομαι. Τη μία είσαι η σιλουέτα στην άκρη του διαδρόμου, κι εγώ τρέχω να σε φτάσω και φωνάζω τ'όνομά σου μα εσύ δεν έρχεσαι ποτέ, κι εγώ κάποτε σκοντάφτω και πέφτω στο απόλυτο κενό. Και την άλλη, είσαι ένας γίγαντας. Με κρατάς απ'το πόδι και απειλείς πως θα με ρίξεις στο καζάνι που βράζει. "Υποσχέθηκες." μου λες, κάθε φορά. Κι εγώ δεν έχω τίποτα να σου απαντήσω, δεν έχω τρόπο να δικαιολογηθώ, δεν έχω εξήγηση. Με μισείς παράφορα. Κι εγώ είμαι χαρούμενη, και δεν με νοιάζει το καζάνι, κι ας φοβάμαι, με μισείς, επιτέλους..

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Να τι απογίνονται, μικρέ μου φίλε, οι ψυχές. Μικρά, χάλκινα νομίσματα, στον κουμπαρά ενός φτωχού που κάθε ξημέρωμα τριγυρνά στους δρόμους με το κεφάλι σκυφτό και τα μάτια δεκατέσσερα, ψάχνοντας. Και μην ρωτήσεις τι ψάχνει, γιατί ξέρεις την απάντηση. Ψάχνει εμάς. Κάτω απ'τα σπασμένα παγκάκια, ανάμεσα στις χαραμάδες που χαράζουν τα πεζούλια, γύρω απ'τα σκουπίδια και μέσα σ'αυτά. Έξω απ'τις κλειστές καφετέριες και μέσα στα πηγάδια των ευχών. Εκεί δε, είμαστε συσσωρευμένοι μυριάδες. Όλες οι πνιγμένες ψυχές καταλήγουν νομίσματα στα πηγάδια των ευχών. Και από τι πνίγονται, μικρέ μου φίλε, οι ψυχές; Δεν μιλώ για τα σώματα που χάνονται στον πάτο του ωκεανού, ούτε για εκείνους που διάλεξαν να τελειώσουν την ζωή τους κάτω απ'το νερό μιας λευκής μπανιέρας μέρα μεσημέρι. Μιλάω για εκείνους που ήλπισαν. Για εκείνους που ήλπισαν πως εκείνος που πέφτει θα βγάλει φτερά, πως τα ουράνια τόξα δεν είναι άυλα και στις άκρες καθενός βρίσκεται κι από ένα τσουβάλι χρυσάφι. Οι πνιγμένες ψυχές είναι εκείνες που παραφούσκωσαν από ελπίδα κι έσκασαν στο τέλος. Και απ'έξω απ'τις κλειστές καφετέριες βρίσκονται όσοι κόλλησαν σε μια ανάμνηση. Όσοι αρνήθηκαν το παρόν και κόλλησαν σε μια στιγμή. Όσοι αναζήτησαν τη μηχανή του χρόνου, όσοι προσπάθησαν να πατήσουν στο κενό. Αυτά ειν' τα νομίσματα έξω απ'τις κλειστές καφετέριες.
  Κι άκουσες τι είπα πριν; Μας ψάχνει ο φτωχός, φίλε μου. Κανείς δεν μας παραδίδει σ'αυτόν και κανείς δεν του υπόσχεται πως θα είμαστε εκεί, στον πεζόδρομο, παραμελημένοι και παρατημένοι, βρώμικοι και μουντοί, νοσταλγώντας την πρώτη μέρα που γίναμε αυτό που είμαστε, την ημέρα που βγήκαμε στον κόσμο γυαλιστεροί κι ολοκάθαροι. Όμως εκείνος το ξέρει, πως κάθε ξημέρωμα θα μαζέψει τουλάχιστον δέκα ευρώ σε νομίσματα, αν κάνει έναν περίπατο. Γιατί κάθε ξημέρωμα φαίνεται ποιοι άντεξαν τη νύχτα. 
   Μα ο φτωχός, σαν φτωχός, ξέρει την αξία ενός νομίσματος. Την κατανοεί, τη νιώθει στο χέρι του. Μικρότερη του ενός. Ίση με το μηδέν. Μα γνωρίζει κιόλας, πως αυτό το μηδέν είναι δέκα για κάποιους. Και σ'αυτούς τους κάποιους μας παραδίδει ο φτωχός. Για ένα πιάτο φαΐ, για μια μονή κάλτσα. Μας ανταλλάζει, λοιπόν. Και να 'μαστε ξανά στον δρόμο, να πηγαίνουμε από χέρι σε χέρι, να κλειδωνόμαστε σε πορτοφόλια για εβδομάδες, να μας ξεχνούν πίσω από βιβλιοθήκες για μήνες μέχρι την επόμενη ανακαίνιση, να ταξιδεύουμε Ελλάδα- Τουρκία- Γερμανία- Γαλλία- Αμερική. Κι όταν παλιώσουμε πολύ, οι τυχεροί από 'μας θα καταλήξουν σε μυρωδάτες βιτρίνες σε Μουσεία, κι όλοι οι υπόλοιποι στην Κόλαση. Εκεί θα λιώσουμε, όλοι μαζί, σαν ένας, και θα γίνουμε ρευστό. Κι απ'αυτό το ρευστό θα έρθουμε ξανά στην ζωή μ'άλλο πρόσωπο, γυαλιστεροί κι ολοκαίνουριοι... Μα ποιος είναι τελικά ο τυχερός;

  Μην τους ακούς, λοιπόν, φίλε μου, αν σου λένε πως μια μέρα θα 'ρθουν να σε πάρουν. Κανείς δεν θα 'ρθει να σε πάρει. Ο δρόμος σου θα σε βγάλει εκεί, τελικά, θα το δεις. Όλοι θα γνωρίσουν τον φτωχό μια μέρα... 

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

I swim too far, Fly too high

  Δεν σε ξέρω. Το πρόσωπό σου φαίνεται γλυκό. Νιώθω μια έλξη για 'σενα. Κάθεσαι στην άκρη του δωματίου με τα χέρια σταυρωμένα, και την πλάτη να γέρνει στον τοίχο, κι απλώς με κοιτάζεις. Σου ανταποδίδω το βλέμμα. Νιώθω ηλεκτρισμό ανάμεσά μας. Ποιος είσαι; Προσπαθώ να μιλήσω, μα δεν ακούω τίποτα. Είτε δεν μπορώ να μιλήσω είτε δεν μπορώ να ακούσω. Μα ούτε εσύ φαίνεσαι να μ'ακούς, οπότε μάλλον είναι η φωνή μου που έχει το πρόβλημα. Προσπαθώ ξανά. Ποιος είσαι; Τίποτα. 
  Ακούω μια μουσική. Θέλω να ρωτήσω ξανά, μα δεν θα 'χει νόημα. Χιλιάδες ερωτήσεις πλημμυρίζουν το μυαλό μου και ψάχνουν τρύπα να δραπετεύσουν, μα δεν υπάρχει. Είμαι εγκλωβισμένη μέσα στο ίδιο μου το σώμα. Μια σκλαβωμένη ψυχή. 
  Προσπαθώ να κουνήσω με κάποιο τρόπο. Μα τα μάτια μου δεν μπορούν να φύγουν από πάνω σου - και αυτό όχι λόγω της έλξης... πραγματικά δεν μπορώ να τα κουνήσω- και νομίζω πως έχω μηδέν επικοινωνία με το υπόλοιπο σώμα μου. Είμαι παράλυτη, μάλλον. Έχω πεθάνει; Σε ρωτάω ξανά. Δεν μπορώ να μιλήσω. Όσο πιο πολύ το αντιλαμβάνομαι, τόσο πιο πολύ πανικοβάλλομαι. Κι αν δεν αλλάξει αυτό ποτέ; Κι αν μείνω για πάντα σκλαβωμένη εδώ; 
  Θέλω να κλάψω μα δεν τρέχουν δάκρυα απ' τα μάτια μου. Ή,έστω, δεν νιώθω τίποτα. Θέλω να ουρλιάξω μα δεν θα βγει ήχος. Θέλω να νιώσω την καρδιά μου να χτυπά σαν τρελή απ'το φόβο, έστω αυτό, μα...
  Γυρίζεις το βλέμμα σου. Κοιτάζεις στο πάτωμα. 
  "Μην προσπαθείς." αυτό λες. 
  Σε παρακαλώ, θέλω να σου πω, σε παρακαλώ, βοήθησέ με. Δεν θα 'πρεπε να ήμουν εδώ. Βγάλε με από εδώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ... Μα τίποτα ξανά. 
  Η φωνή σου μ'ακούστηκε όμορφη. Θέλω να μιλήσεις ξανά. Το μυαλό μου το φωνάζει, μα, όπως πάντα, τίποτα δεν ακούγεται. 
  Με πλησιάζεις. Με πιάνεις με τα δυο σου χέρια, και μόνο τότε είναι που αντιλαμβάνομαι πόσο μικροσκοπική είμαι. Με πετάς στον τοίχο. Δεν νιώθω πόνο. Βλέπω τις εικόνες να εναλλάσσονται γρήγορα καθώς αιωρούμαι για αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα. Προσγειώνομαι στο πάτωμα, δίπλα σ'ένα τεράστιο, μαύρο κουτί. 
  "Εσύ το ζήτησες." δηλώνεις. 
   Μα ποιος είσαι; Και τι ζήτησα; 
   "Ξέρεις τι έχει απομείνει απ'αυτό που ήσουν;" συνεχίζεις, "μία καρτελίτσα μόνο. Μία καρτέλα που λέει, κατασκευάστηκε στην Ρωσία.
   Δεν καταλαβαίνω. 
    Με σηκώνεις με τα χέρια σου ξανά. Πάμε μπροστά σε ένα κάδρο. Είσαι εσύ, ακίνητος, ανέκφραστος, και κρατάς στα χέρια σου μια λούτρινη κούκλα με ξανθιές μπούκλες και ραμμένο στόμα. 
   "Να 'σαι."
   Όχι, όχι, όχι...
   "Το ζήτησες. Και ζήτησες κι αυτό, κι αυτό, κι αυτό!" με πετάς στον τοίχο, στο ταβάνι, στο πάτωμα, πατάς πάνω μου. Δε νιώθω πόνο, όμως βλέπω το σώμα μου να σκίζεται, το εσωτερικό μου υλικό να γεμίζει το δωμάτιο. 
   Όχι,όχι,όχι...


  Ανοίγω τα μάτια μου ενστικτωδώς, σαν άνθρωπος που ξαναγεννιέται, έτσι νιώθω. Βαριανασαίνω. Είμαι λουσμένη στον ιδρώτα. Μ'ένα στυλό, γράφω στο χέρι μου τις παρακάτω λέξεις, τη μια κάτω απ'την άλλη, κι ύστερα τις προφέρω σαν τελετουργική προσευχή:
 "Are
   you
   my
   friend?"

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Έξι κοράκια. 
Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Τώρα κατάλαβα τι εννοούσε με τη λέξη "φίλους."

"Τι είσαι;" ρωτάω το πρώτο.
"Κοράκι." μου απαντά.
Φεύγω.

"Τι είσαι;" ρωτάω το δεύτερο.
"Πουλί." μου απαντά.
Φεύγω.

"Τι είσαι;" ρωτάω το τρίτο.
"Είμαι σπουργίτι." μου λέει.
"Είσαι κοράκι" δηλώνω.
"Όχι. Είμαι σπουργίτι. Δεν μ'ακούς που τραγουδάω;"
Κι ύστερα βγάζει ήχους, που περιέργως, ακούγονται μελωδικοί.
Φεύγω.

"Τι είσαι;" ρωτάω το τέταρτο.
"Είμαι χελιδόνι." μου λέει.
"Είσαι κοράκι" αποκρίνομαι.
"Όχι. Είμαι χελιδόνι. Βάφτηκα κοράκι να μην με φάνε οι άλλοι."
Φεύγω.

"Τι είσαι;" ρωτάω το πέμπτο.
"Δεν είμαι κοράκι" μου απαντά.
"Και τότε τι είσαι;"
"Δεν ξέρω. Πάντως δεν είμαι κοράκι."
"Κοράκι φαίνεσαι."
"Δεν πετάω σαν κοράκι."
Φεύγω.

"Είσαι κοράκι;" ρωτάω το έκτο. 
"Είμαι κοράκι, είμαι σπουργίτι, είμαι χελιδόνι, είμαι κούκος. Είμαι τα πάντα."
Φεύγω.

"Τι είσαι;" ρωτάω ξανά το πρώτο.
"Σου είπα. Κοράκι." μου απαντά.
"Λες ψέματα."
Χαμογελάει.
Με πλησιάζει λίγο, με αργά βήματα. Ξεδιπλώνει την ουρά του όσο πιο προσεκτικά μπορεί. 
"Είσαι παγώνι..." ψιθυρίζω.


Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Μερικές φορές ονειρεύομαι ότι μπορώ να πετάξω. Ότι ανοίγω τα χέρια μου διάπλατα, σκέφτομαι όμορφα πράγματα, και ξαφνικά έχω φτερά. Μπορώ να ξεφύγω από άσχημους ανθρώπους κ άσχημες καταστάσεις, να εξαφανιστώ και να μην κινδυνεύω από τίποτα. Μπορώ πάντα να πετάω πάνω από τα σύννεφα στις μπόρες, μπορώ να πάω μέχρι το φεγγάρι. Μόνη μου. Όμως είναι τρομακτικά στο φεγγάρι. Υπάρχει τόσο κενό που μου μοιάζει κλουβί. Λες και υπάρχουν αόρατα σύνορα. Μα συγχρόνως είναι και υπέροχα. Απερίγραπτα υπέροχα. Μακριά από τα πάντα και κοντά στο τίποτα- τόσο υπέροχα. 

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Her Story

  Εκατόν είκοσι επτά πεντάκοις εκατομμύρια χρόνια και δεκατρία δευτερόλεπτα πριν ακριβώς, όταν η Γη δεν είχε ανθίσει ακόμη πριν την απέραντη ξηρασία της, ήρθε στον κόσμο μια κατάξανθη κοπέλα με γαλανά μάτια. Η μόνη κοπέλα σ'ολόκληρη την καφετιά σφαίρα στην οποία κατοικούσαν δράκοι, νεράιδες, ξωτικά κι όλων των λογιών τα μαγικά πλάσματα εκείνης της εποχής. Δεν υπήρχαν δέντρα, ούτε λουλούδια, ούτε γρασίδι, ούτε βροχή, ούτε χιόνι, μονάχα σύννεφα, ήλιος και βράχια. Όλοι ζούσαν εξαρτώμενοι ο ένας απ'τον άλλο, κανείς δεν υπήρχε μόνος του, και κανείς δεν μάλωνε ποτέ με κανέναν.
   Τον καιρό όμως εκείνο, που μαγικά και μη πλάσματα βάσιζαν τις σχέσεις τους στο ψέμα για να ζουν ενάρετα, υπήρχε εκείνη η κοπέλα. Η μοναδική. Η κατάξανθη με τα γαλανά μάτια. Η μόνη. Εκείνη, λοιπόν, δεν είχε ανάγκη κανένα. Τίποτα δεν υπήρχε να την κρατά ζωντανή και τίποτα να την σπρώχνει στο θάνατο, τίποτα επίγειο που να ποθεί και τίποτα που να θέλει να ξεφορτωθεί. Εκείνη, λοιπόν, απαρνιόταν το ψέμα. Ήταν ειλικρινής, δεν φοβόταν κανένα κι ούτε νοιαζόταν κανένα, όταν μισούσε το 'λεγε κι όταν αγαπούσε το έδινε και της το δίναν πίσω. Ό,τι είχε να πει, το 'λεγε. Αφηγούταν ιστορίες για τους επόμενους και τους προηγούμενους κόσμους, για τ'αστέρια και το μαύρο πίσω απ'αυτά, για τον ήλιο και το μπλε πίσω από 'κεινον. Για κάτι χρωματιστές καμπύλες που θα εμφανίζονταν στον ουρανό και θα έκαναν τον κόσμο να χαμογελά και ν'αναρωτιέται... Αφηγούταν για όλα εκείνα τα περίεργα που τα πλάσματα της Γης δεν είχαν ξανακούσει ούτε ξαναδεί. Και τους πρόσβαλλε. Μπροστά της, όλοι ένιωθαν χαζοί. Και ήταν. Κανείς δεν την πίστευε αλλά όλοι κάμαν πως την άκουγαν με προσήλωση, χειροκροτούσαν στο τέλος της κάθε ιστορίας της και την αγκάλιαζαν όταν την 'πιάναν δάκρυα. Ένας προς ένας, έπαιζαν ένα θέατρο για χάρη της ευτυχίας της ξανθιάς κοπέλας με τα γαλανά μάτια. 
   Εκείνη το 'ξερε. Έβλεπε τα μάτια τους να την περιγελούν, να την αχρηστεύουν. Να την παραβλέπουν. Και τους μισούσε, τον κάθε ένα ξεχωριστά, για την υποκρισία τους. 

  Ξημέρωσε μια μέρα που άλλοι την λεν κατάρα κι άλλοι την λεν ευλογία. Η κατάξανθη κοπέλα με τα γαλάζια μάτια αποφάσισε να μιλήσει. Να τους προσβάλλει. Να τους βρίσει. Να τους ρεζιλέψει προβάλλοντας την αλήθεια που οι ίδιοι έθαβαν. Και τελικά, να τους ανακουφίσει απ'το ψέμα. 

  "Ξέρω τι σκέφτεστε!" αναφώνησε, μόλις και ο τελευταίος έλαβε την θέση του στον κύκλο γύρω απ'αυτήν. "Ξέρω τι προτιμάτε να κάνετε παρά ν'ακούτε εμένα! Ξέρω ότι νομίζετε πως εγώ είμ' ευτυχισμένη με την υποκρισία σας! Και ξέρω ότι κανείς σας δεν με πιστεύει, και όλοι νομίζετε πως κάθε φορά κατεβάζω ό,τι σας λέω απ'το μυαλό μου..." μονολογούσε επί ώρες, βρίζοντας, σπαράζοντας, κι ύστερα ψιθυρίζοντας. Είπε τα πάντα. Κι εκείνοι προσβλήθηκαν, οργίστηκαν, αγανάκτησαν. Μα κανείς δεν έφυγε. Την άκουσαν μέχρι το τέλος, δείχνοντας τάχα μου συμπόνια για το παρανοϊκό της δράμα. Κι όταν τελείωσε κι έφυγε εκείνη τελικά, οι ψίθυροι σκέπασαν το χώρο μ'ένα πέπλο μυστικότητας, κι όλοι τους μαζί κατέστρωσαν ένα σχέδιο για να τιμωρήσουν την αυθάδη ξανθιά κοπέλα με τα γαλανά μάτια. 


  Το βράδυ εκείνο, με μοναδικό οδηγό την λευκομαλλούσα γιαγιά Πανσέληνο, όλα τα μαγικά πλάσματα του κόσμου εκείνου έστησαν χωρό γύρω απ'την κοιμωμένη κοπέλα. Με βήματα ελαφρά σαν φτερούγες και φωνές ψιθυριστές σαν ενοχικές σκέψεις, τραγούδησαν μαζί ένα μοναδικό ξόρκι, που μονάχα μια φορά μπορούσες να προφέρεις και ίσαμε δυο φορές μπορούσες να μουρμουρίσεις... 


  Με φως μου μοναχό
την όμορφη σελήνη
και έναν τον καθοδηγό, 
τον ήλιο μες στην δύνη,
ζητώ απ'το ξόρκι τούτο 'δω,
ό,τι είν' να γίνει, ας γίνει. 

Εκείνη που αδιαφόρησε
για 'μενα και για εκείνους 
αυτήν που δεν απόρησε
για τις τιμωρίες του κτήνους,
εκείνη που δεν χώρισε
τα γέλια απ'τους θρήνους

Για 'κεινη, την αμαρτωλή,
ζητώ την τιμωρία
και ειν'οι λόγοι μου πολλοί, 
κι εκείνη μόνο μία. 

Αλμυρή, ας είναι
Θλίμμένη, ας είναι
Μονάχη, ας είναι
Μιλιά να μην έχει
κι απ'όλους ν'απέχει,
αναπνοή βραχνή,
και μια λέξη μονάχα να μπορεί να πει
Όνομα δωσ'της 
και παρ'της την ψυχή
Παρ'της το αίμα,
παρ'της το ψέμα
κι ας μη μιλεί.
Και χωρίς χρώμα
και χωρίς σώμα
και χωρίς σχήμα
πώς θα ζει; 
Μα δεν με νοιάζει
κακό μου μοιάζει
μα θέλω να τιμωρηθεί.


Με την εκδίκηση να στάζει απ' τα χαμόγελά τους άφησαν το πλευρό της κοπέλας να ονειρεύεται ακόμη εκείνο το βράδυ... Το τελευταίο της βράδυ. 


 Εκατόν είκοσι επτά πεντάκοις εκατομμύρια χρόνια αργότερα, μου αγκαλιάζει τα πόδια με μελαγχολία και προσπαθεί να με γραπώσει και να με πάρει μέσα της, γιατί τώρα μ'έχει ανάγκη, τώρα έχει κάποιον ανάγκη. Τώρα χρειάζεται τους ανθρώπους να την ψάξουν, ακόμη κι αν κρύβεται, ακόμη κι αν μοιάζει επικίνδυνη. Τώρα που δεν μπορεί να μιλήσει μα έχει τόσα να πει, χρειάζεται κάποιο να την κοιτάξει μέχρι πολύ πολύ πολύ βαθιά μέσα της, να δει τα πάντα, να μάθει τα πάντα για κείνη. 
  Εγώ όμως πρέπει να φύγω. Την χαϊδεύω για μια τελευταία φορά πριν γυρίσω την πλάτη μου, και τις ψιθυρίζω γλυκά, "Αντίο θάλασσα... υπόσχομαι πως θα ιδωθούμε ξανά σύντομα." 

 Και καθώς φεύγω, εκείνη μέσα απ'το μοναδικό ήχο που μπορεί να βγάλει, μ'αποχαιρετά μ'ένα, "Θα περιμένω...Θα περιμένω...Θα περιμένω..." 

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Περπατούσα. Με σταμάτησε. "Πού πας;" ρώτησε. 
Τρόμαξα λίγο, είναι η αλήθεια. Γνωριζόμασταν, αλλά ποτέ η σχέση μας δεν είχε πάει πέρα από το ψεύτικο "Γεια, τι κάνεις;" 
"Τι σε νοιάζει εσένα;" απάντησα με μια ερώτηση- τα νεύρα μου ήταν ήδη σμπαράλια και δεν είχα όρεξη για αδιάκριτους σαν κι εκείνον. Έτσι κι αλλιώς, ήταν πολλά χρόνια μεγαλύτερος μου, τι κοινά μπορεί να 'χαμε εμείς οι δύο;
Τον ξάφνιασε η απάντησή μου. Προφανώς, δεν περίμενε να είμαι τόσο επιθετική. Αγρίεψε κι εκείνος. "Τα λέμε." είπε απλώς, και συνέχισε την πορεία του. 
Τον κοίταζα να φεύγει για περίπου 30 δευτερόλεπτα πριν του φωνάξω να γυρίσει πίσω. Είχε κάνει προσπάθεια να με προσελκύσει κι εγώ τον έσπρωξα τόσο μακριά μου... δεν ήταν καιρός για τέτοια. 
"Πηγαίνω προς τα πάνω. Εσύ;" είπα.
Τον ξάφνιασα για 2η φορά. "Πώς γίνεται να πηγαίνεις προς τα πάνω; Αυτός ο δρόμος είναι κατηφόρα." Μου άρεσε που έκανε λες και δεν του είχα μιλήσει ποτέ επιθετικά. Κοίταξε μακριά για ένα λεπτό, παίζοντας νευρικά με το αριστερό του πόδι, κι ύστερα μισοχαμογέλασε. "Μην λες ψέματα." 
Μα, τι λέει; Δεν έλεγα ψέματα. "Όχι, αλήθεια, προς τα πάνω πάω."
"Έλα τώρα.. σε βλέπω." 
Οι άκρες των χειλιών μου σηκώθηκαν ελάχιστα. "Ίσως." παραδέχτηκα.
"Έλα" μου είπε, γνέφοντας, "πάμε μαζί." 

Περπατούσαμε μαζί για περίπου 5 ώρες. Είχα μείνει έκπληκτη με τον εαυτό μου, πόσα του είχα πει σε μία μονάχα συνάντηση. Έκλαψα κι έκλαψε. Για κάποιο περίεργο λόγο έμοιαζε γνωστός, χωρίς ποτέ να έχουμε μια στενή σχέση. Ήταν απολαυστικά περίεργο. 
Πάνω στις 5 ώρες, μου είπε πως έπρεπε να στρίψει για να φύγει. Πώς χάρηκε που μιλήσαμε και πως θα συναντηθούμε ξανά σύντομα. 

Και όντως. Συναντηθήκαμε, και μία, και δύο, και τρεις, και τέσσερις φορές, και μιλούσαμε γενικά, αόριστα, και μετά ξάφνου, προσωπικά. Μιλούσα πιο πολύ εγώ. Όμως μιλούσε κι εκείνος αρκετά. 

Ένα βράδυ, γυρνούσα σπίτι μου μετά από μια όμορφη έξοδο με κάτι φίλους. Περπατούσα μόνη μου, ξανά. Μπροστά μου ήταν δύο αντρικές φιγούρες. Έμοιαζαν γνώριμες. Κι όσο πλησίαζα, τόσο πιο γνώριμες γίνονταν. 
Έφτασα δίπλα τους σε απόσταση αναπνοής. Τους είχα αναγνωρίσει και ήμουν έτοιμη να τους κάνω μια -νόμιζα- ευχάριστη έκπληξη. Και τότε άκουσα...
"Είναι κάτι που δεν μου λέει. Πες μου το εσύ."
Ο δεύτερος άντρας, ο νεότερος, δεν δίστασε ούτε λεπτό. "Ε, να μωρέ, ήταν εκείνο το βράδυ που.." Η ιστορία που διηγούταν δεν ήταν όποια κι όποια. Ήταν η ιστορία που ήξερα καλύτερα απ'όλες, με κάθε λεπτομέρεια, εκείνη που άκουγα και συγχρόνως την έβλεπα να ξετυλίγεται μπροστά μου απ'το κουβάρι με τις μαύρες κλωστές του χθες, εκείνη της οποίας πρωταγονίστρια ήμουν εγώ. Αυτή ήταν η δική μου ιστορία. Της ζωής μου η ιστορία.
Νευρίασα. Άρχισα να περπατάω πιο αργά, τους άφησα να προηγηθούν, όμως όχι τόσο ώστε να μην ακούω πια αυτά που λένε.
Τους ακολουθούσα για μια ώρα. Μέσα σε εκείνη τη μία ώρα, άκουσα όλα εκείνα τα μικρά μυστικά που είχα εμπιστευθεί στον ένα και στον άλλο να ανταλλάσσονται σαν άψυχα αντικείμενα μηδενικής αξίας. Τους άκουσα να τα περιγελούν, να τα πετούν στο δρόμο σαν σκουπίδια. Να τα ξεφτιλίζουν. Τους άκουγα όσο ξεσκέπαζαν τους εαυτούς τους, όσο κατέβαζαν τις μάσκες τους και έδειχναν τα βρώμικα πρόσωπά τους ο ένας στον άλλο, κι ύστερα διηγούνταν τις ψεύτικες ιστορίες που μου 'χαν εμπιστευθεί σαν αληθινές, λες και ήταν μισο-ξεχασμένα ανέκδοτα. Τους άκουσα να περιγελούν εμένα, να πετούν στο δρόμο εμένα, να ξεφτιλίζουν εμένα


Το βράδυ που γύριζα σπίτι, οι δυο άνδρες μου είχαν αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη, για να μπορέσω να μπω, αφού μου είχαν κλέψει τα κλειδιά. Ανέβηκα τα σκαλοπάτια δύο-δύο, φύλαξα την ομπρέλα μου μαζί με τις άλλες, σκούπισα τα πόδια μου στο χαλάκι, όμως δεν μπήκα στο σπίτι. Τράβηξα την πόρτα για να κλείσει, και την έκανα γι'αλλού. 
Κι αν θέλουν εξηγήσεις, ας με ψάξουν, σκέφτηκα.


Και δεν μ'έψαξαν.