Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Βαρύτητα

Θέλω να δω τα πράγματα που βλέπεις κάθε μέρα, να προφέρω τις λέξεις που λες κάθε μέρα, να ακούσω τους ήχους που ακούς κάθε μέρα, να γράψω αυτά που γράφεις κάθε μέρα, να σιγοτραγουδήσω ό,τι τραγουδάς εσύ, θέλω να μπω μέσα σου και να χαθώ μέσα σου, να με ρουφήξεις σαν το σφουγγάρι το νερό και να 'μαστε ένα. Δεν έχω σχήμα, δεν έχω πρόσωπο, δεν έχω χρώμα, δεν έχω μυρωδια, είμαι νερό- θέλω να με ρουφήξεις και να γίνω ό,τι εσύ. Θέλω να σου ανήκω- μπορεί και να σου ανήκω ήδη, βέβαια, πού ξέρεις... Όμως θέλω να μπορείς να το πεις. Να το εκφράσεις. Μου ανήκεις. Και ξέρεις και τι άλλο θέλω να πεις; Μου αρκείς. Θέλω να σου αρκώ. Να είμαι αρκετή. Να είμαι ο λόγος σου να γελάς το πρωί. Να είμαι ο λόγος σου να πιστεύεις στη φωνή που τραγουδάει, here comes the sun, it's alright... Θέλω ο ήλιος να έρθει σε 'σενα, θέλω να το μάθω όταν ο ήλιος έρθει σε 'σένα. Θέλω την καθημερινότητά σου σε μια ταινία, να σε νιώθω να υπάρχεις. Και στο παρόν μοιάζεις τόσο μακρινή/ και απορώ αν είχαμε ποτέ συναντηθεί
Μα τα σφουγγάρια έχουν ένα κακό τελικά- με την παραμικρή πίεση, σ'αδειάζουν, σε διώχνουν, ξεφουσκώνουν, μα όχι ολόκληρο. Είν' πονηρά. Κρατούν μέσα τους ένα κομμάτι σου. Μικρό ίσως, μεγάλο μπορεί, ποιος ξέρει, και ποιος νοιάζεται...


Εσύ!
Εσένα που αγάπησα
Κοίτα αμα πιεις κι όπως πάντα μεθύσεις
Μην πεις ποτέ πως μ’αγάπησες
Δε θ’άφηνες να γίνω πλατανόφυλλο
Σε ξεροπόταμους να πλέω....
Κατερίνα Γώγου 

Επειδή εμένα δεν μ'ακούει πια

   Πες της, ο κόσμος δεν είναι τόσο άδειος όσο πιστεύει. Πες της πως μονάχα οι αριθμοί είναι κενοί και πειθαρχημένοι, και συγχρόνως απείθαρχοι και χαοτικοί. Πες της πως ο κόσμος δεν είναι αριθμός, ευτυχώς. Θέλω να της δείξεις φωτογραφίες της μάνας της και να της πεις πως ο δρόμος δεν βγάζει πουθενά, αλλά η διαδρομή είναι όμορφη, αξίζει, είναι γεμάτη εκπλήξεις που άλλοτε τις προκαλείς κι άλλοτε απλώς εμφανίζονται. Θέλω απ' τις φωτογραφίες της μάνας της να μάθει πως το μέλλον υπάρχει, είναι μπροστά μας, μία αόρατη σκιά που δεν ανήκει σε κανένα και περιμένει ν' αποκτήσει ιδιοκτήτη. Πως το μέλλον είναι κρυμμένο πίσω από μια πόρτα. Είτε την ανοίγεις, είτε δεν την ανοίγεις: και στις δύο περιπτώσεις θα το μετανιώσεις. Κάποια πράγματα δεν τ' αποφεύγουμε ποτέ. Πες της πως, αν δεν είχε συμβεί αυτό, θα 'χε συμβεί κάτι άλλο- όποιος κι αν είσαι, όπου κι αν πας, από όπου κι αν έρχεσαι, κάτι θα πάει στραβά. Πάντα. Πες της πως, θεός δεν υπάρχει. Να μην ελπίζει και να μην προσεύχεται, να μην κλείνει τα μάτια της και να μην σταυρώνει τα δάκτυλά της. Όταν θα θέλει δύναμη, να κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέπτη και να λέει, "Είμαι η Ζωή. Θέλω. Και θα αποκτήσω." και να πιστεύει στη φωνή που ακούει. Να θυμάται μόνο, πες της, πως η θάλασσα δεν θα 'ναι πάντα ήρεμη, και να μην ξεγελιέται, γιατί ακόμα και στους παραδείσους που ο μόνος άνεμος που χτυπά τον κόλπο είναι ο Νοτιανατολικός, κάποτε, κάπως, τα νερά αφινιάζουν... σαν τη λύσσα που παθαίνουν τα σκυλιά όταν γερνάνε. Να είναι έτοιμη, αυτό θέλω από εκείνη. Όταν θα 'ρθει το κύμα να την κουκουλώσει και να την παρασύρει στα βαθιά νερά που δεν υπάρχει βυθός και επιφάνεια, βοράς και νότος, ουρανός και γη, εκεί που, περισσότερο απ' όλα, δεν βλέπεις καν λόγο να ψάξεις να βρεις κάτι απ' αυτά, να είναι έτοιμη. Να το περιμένει. Και να 'ναι σίγουρη πως θα 'ρθει. Σαν την άνοιξη... που πάντα έρχεται...  και πάντα φεύγει...

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Την κοίταξα μέσα στα μάτια για πρώτη φορά όταν μου είπε "Σ'αγαπάω". Στην αρχή, δεν της απάντησα. Πάνω από όλα, δεν είχα τι να απαντήσω. Τι να απαντήσω πρώτο. Μην με αγαπάς. Κι εγώ. Σ' ευχαριστώ. Τρέξε.  Τόσες πολλές απαντήσεις, τόσες. Δεν έχω πού να τις χωρέσω.  "Δεν είναι Παράδεισος εδώ" είπα τελικά. Χαμογέλασε. Δεν τράβηξε το βλέμμα της απ' το δικό μου. You're like a cat, σκέφτηκα. You're like a cat. Cats never lose eye contact. They feel threatened. "Ω, είν' ωραία στον παράδεισο." μου είπε. Ο τρόπος που μιλούσε, ο τρόπος που παρουσίαζε τα πράγματα, ο τρόπος που άλλαζαν τα μάτια της όταν άλλαζε το θέμα. Έβλεπα ενδιαφέρον, ενθουσιασμό, έβλεπα ευτυχία. Έβλεπα μέλλον μέσα στα μάτια της. Λες και ήξερε από πριν, λες και τα 'χε δει όλα να ξεδιπλώνονται μπροστά της. Λες και είχε βρεθεί στον παράδεισο. Κι όμως, ήταν σαν μια γάτα. Ποτέ δεν τραβούσε το βλέμμα της αν δεν το τραβούσες πρώτα εσύ. Κοιτούσε τα πάντα ταυτόχρονα- έτσι μου φαινόταν. Τώρα, νομίζω πως ξέρω- νομίζω πως ήταν πάντα σε επιφυλακή, σαν επαγγελματίας κάμερα-μαν σε επιφυλακή, έτοιμος να τραβήξει όποιο όμορφο πλάνο βρεθεί μπροστά του. Έτσι κι εκείνη. Έβλεπε και με τις άκρες του ματιού, δεν συγκεντρωνόταν σε τίποτα, σύλλεγε αναμνήσεις. 
"Είσαι μια συλλέκτρια." της είπα. Το χαμόγελό της έσβησε για μερικά δευτερόλεπτα, και γύρισε σε μια τόση δα στιγμή. Μα πώς; θυμάμαι να ρωτάω τον εαυτό μου. Πώς; 
"Έχω ζήσει πολλές φορές" μου είπε. Θυμάμαι να την κοιτάζω ξανά μέσα στα μάτια. Να ψάχνω. "Όλοι έχουμε ζήσει πολλές φορές. Κανείς μας, όμως, δεν θυμάται τίποτα απ' τις προηγούμενες ζωές. Ποτέ. Είμαστε καταδικασμένοι να μην μαθαίνουμε ποτέ από τα λάθη μας. Όταν πεθαίνουμε, έχουμε δύο επιλογές. Δοκιμάστε ξανά ή Προχωρήστε. Κι εμείς, δοκιμάζουμε ξανά. Πάντοτε. Κι η μνήμη μας σβήνει και τα κεφάλια μας αδειάζουν και η ψυχή μας ταξιδεύει και τρυπώνει σ' όποιο κενό σώμα βρει. Και άνθρωποι γεννιούνται. Γυρνάμε από εκεί που ξεκινήσαμε, και προσπαθούμε ξανά. Με τι σκοπό; Με τι στόχο; Θα είμαι άλλος αυτή τη φορά; Ή μήπως δεν θα κάνω τα ίδια λάθη; Βλακείες! Ό,τι μας συμβαίνει δεν είναι μόνο αποτέλεσμα δικών μας πράξεων. Δεν μπορούμε ν' αλλάξουμε τα πάντα απλώς με μια απόφαση. Όμως, και πάλι, γυρνάμε. Επιστρέφουμε στον τόπο του εγκλήματος και διαπράττουμε ξανά το ίδιο έγκλημα. Είμαστε βλάκες, βλάκες..."
Δεν καταλάβαινα τίποτα.
"Ξέρεις ποιος είναι ο ορισμός της τρέλας;" με ρώτησε μετά. Ανασήκωσα τους ώμους μου. "Όταν συνεχίζεις να κάνεις το ίδιο ακριβώς πράγμα επαναλαμβανόμενα, περιμένοντας διαφορετικά αποτελέσματα."
Έκανε μια παύση πριν συνεχίσει. Νομίζω πως άρχισε να μουρμουρίζει στον εαυτό της. Ίσως και να τραγουδούσε. Ίσως να ξέχασε πως ήμουν εκεί. Δεν ξέρω. Δεν έχει σημασία.
"Οπότε, είμαστε κι εμείς τρελοί. Είμαστε όλοι τρελοί. Και οι τρελοί, δεν έχουν έγνοιες. Γιατί οι τρελοί, δεν έχουν μυαλό. Κι έτσι..."

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Βασανίζομαι. Η λέξη ήταν ακριβώς σωστή. Πιο ακριβής απ'το υποφέρω. Πιο πρακτική απ'το καίγομαι. Δεν έλεγε, με βασανίζουν. Έλεγε βασανίζομαι. Εγώ. Εγώ βασανίζομαι. Παθητική φωνή. Ενεστώτας. Βασανίζ-ομαι. Εγώ βασανίζομαι. Υποκείμενο: εγώ. Ρήμα: βασανίζομαι. Και ενεργητική φωνή να ήταν, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Βασανίζ-ω. Εγώ βασανίζω. Υποκείμενο: εγώ. Ρήμα: βασανίζω. Αρκεί στην πρόταση να υπήρχε και αντικείμενο. Εγώ βασανίζω εμένα. Βασανίζομαι. Και μια δεύτερη πρόταση. Εσύ. Εσύ βασανίζεσαι. Εσύ βασανίζεσαι μέσα από 'μενα. Και γι'αυτό, συγνώμη εγώ. 

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

All that I am is gone with your step

"Help me" I whispered in his ear. "I need help." Tears run down my cheeks and no matter how hard I tried, I just couldn't stop them. But it was okay- it was dark enough for him not to see. 
He brushed my hair. "Shhh. It'll be okay. Just close your eyes and dream sweat dreams. Close your eyes and think of somewhere. A big castle with fairies and elves and giants and dwarves..."
But all his words made faint shapes in my head, nothing stable, nothing intentse. Just faint white shapes in darkness. 
"More." I ordered."Give me colours."
"Blue." Of course he'd say blue.
"More." I repeated.
"Brown and yellow and green and purple... I want you to imagine every shade of purple. Every single one."
My mind refused again. I tried to block out the bad images, but my efforts didn't attribute at all. "It's a lost game, Harry, really. There's no point in trying. I just can't sleep."
"No!" he said, his voice urgent now- "You have to try. Try harder."
And I did. Just 'cause he said so. He had his way of persuading me. We went back to what we were doing before- he told me stories and I tried to picture them. He'd folded me in his arms like I was his teddy bear- and although it felt the safest place on earth, the pictures in my head never really pulled away. -Okay, this is me, planting and idea in your head. I say, 'dont think about elephants'. What are you thinking about? -Elephants.
I shook my head again. "It's just not going to work, Harry. It's not going to work. I can't, I can't. There must be some other way... some kind of forgetting.. I don't know...But I can't, I can't.."
He sighed. "Okay. Let's try another way."
"Okay."
Silence.
"What are you afraid of?"
What a demanding question. Difficult to answer. Everything. I'm afraid of everything. "I...I'm- I'm afraid of-" suddenly I'm breathing heavily, like there's not enough room in my lungs "I'm- afraid- of - letting- go."
"Letting go of what?" 
"Of reality. I'm afraid I won't be able to catch up with reality again if I let go once. I'm afraid I'll be lost in the side streets of my mind forever, never escaping my head."
"Like- like a comma?"
"No. No, worse than that. Much worse. Or maybe... who knows... Just don't- don't leave, okay? Just stay here with me.  Can you promise me that? Can you promise me you won't leave? Because all the time you've been away my life was like a dream; not really living, just killing time, not really realizing what was going on around me. Like I was about to faint... all the time... I had my senses but I wasn't really aware of my surroundings.. "
The minutes he remained silenced killed me one by one. "I'm not gonna leave. I promise."
"Good." I said simply.
"The pictures- the bad ones- what are they?" in a rush to change the subject. Oh, and for a moment I had forgotten...
But at this I didn't respond. I just burried my face deeper in his chest and after a while he started humming. I let go. After so long, I let go. No self- defence against darkness, no waking up after every dream. For once after so long I slept a full night's sleep. And for once after so long... no, no, I'm not gonna say I was happy. When I woke up, he'd left again. He always left in the mornings. And you know what? I wouldn't be happy if he stayed for the day. Although I motherfucking miss you...

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

αν μ'ακούς απόψε, μην πεις τίποτα

Θυμάσαι ό,τι θυμάμαι, είμαι σίγουρη. Δύο φορές γύρισα να σε κοιτάξω. Και τις δύο κοιτούσες στο πάτωμα. Με είδε ο διπλανός σου. Δεν σου 'πε τίποτα. Κρατήθηκα να μην γυρίσω και τρίτη φορά. Σε κοίταξα μέσα απ'τον καθρεπτισμό σου στην βιτρίνα απέναντί μας. Και με κοιτούσες τότε, σε είδα. Δεν ξέρω τι ήθελα. Ίσως ήθελα να γυρίσω να σε κοιτάξω κι εγώ, να δεις πως σε κοιτάζω όπως κι εσύ. Ίσως να ήθελα να τρέξω να σ' αγκαλιάσω- μα αυτό το θέλω κάθε φορά που σε κοιτάζω. Ίσως να ήθελα να σε ακούσω να μιλάς, να μιλάς, να μιλάς, ναι, η φωνή σου... να ξέρω πως είσαι αληθινός, υπάρχεις, τη φωνή σου.. Μάλλον όχι, ξέρεις τι ήθελα; Να σου τραγουδήσω στ' αυτί: I'm leaving on a jet plane, I don't know when I'll be back again..

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

  Πάλι έκοψαν τα κλαδιά των δέντρων της γειτονιάς μου. Σημάδι πως πέρασε ένας χρόνος απ'την προηγούμενη φορά -γιατί κάθε χρόνο τα έκοβαν. Και μόλις που εκείνα είχαν προλάβει να μεγαλώσουν ξανά, να γίνουν εκείνοι που θα 'πρεπε να είναι, να φτάσουν τον Ήλιο, να σου πάλι οι κακοί. Έτσι τους σκεφτόμουν, οι κακοί, λες και ήμασταν σε κανένα από εκείνα τα παιδικά παραμύθια. Ο κακός λύκος, η κακιά μάγισσα. Η καλή γιαγιά. Η κακιά μητριά. Καλό, κακό.. 
  -Αφήνουν μόνο τα γερά κλαδιά- τα πολύ γερά, εκείνα που δεν λυγίζουν με τον ελαφρό άνεμο. 
  -Μ;
  Αναθάρρησε  λες και τον ξύπνησα από βαθύ ύπνο. Πολλές φορές σαν κι αυτή, ξεχνούσα ότι δεν άκουγε τις σκέψεις μου. Μα φαινόταν να είναι έτσι, πότε-πότε. Μπορούσε ν'ακολουθήσει την ροή, τον τρόπο που έσταζαν σκέψεις στο μυαλό μου... Όχι να το κατανοήσει, αλλά να τ'ακολουθήσει. 
 -Τα δέντρα, έκοψαν πάλι τα δέντρα.
  Σήκωσε το βλέμμα του για να κοιτάξει γύρω. Αυτή ήταν η διαφορά μας, εγώ πάντα κοιτούσα εδώ κι εκεί, εκείνος ποτέ, μόνο στο δρόμο. Γι'αυτό έβλεπε την πόλη μας γκρι, γιατί το μόνο που έβλεπε εκείνος ήταν το γκρι. Το γκρι του δρόμου. Δρόμος, δρόμος, δρόμος: αυτό ήταν η πόλη μας για εκείνον. Ενώ για 'μενα ήταν περιστέρια, κοπέλες με κόκκινα κασκόλ, άνθρωποι του δρόμου, συνθήματα όπως "Όταν γράφεις τη λέξη ζωή να γράφεις το Ζ κεφαλαίο, μαλάκα!", κόκκινα γλειφιτζούρια, και μπεζ, μπεζ χρώμα παντού. Μισώ το μπεζ..
 -Α, ναι. Μου τη δίνει όταν το κάνουν. Είναι λες και οι δρόμοι γίνονται φαλακροί. Κενοί, λείπει το πράσινο, η σκιά..
-Είναι ωραία η σκιά. 
-Αναλόγως.
-Μμμ..
-Ποια είναι καλύτερη- η σκιά των δέντρων ή των σύννεφων;
-Δεν ξέρω. Τα δέντρα είναι στάσιμα, τα σύννεφα έρχονται και φεύγουν... βέβαια αυτό σημαίνει πως στα δέντρα πας όποτε θες, ενώ τα σύννεφα σου επιβάλλονται... Ναι, ναι, τα σύννεφα επιβάλλονται, χώνονται μέσα στην μέρα σου ακάλεστα, χωράνε- δεν χωράνε. Κι αν όμως χρειάζεσαι σκιά και είσαι σ'ένα μέρος που δεν έχει δένδρα; Θα 'σουν χαρούμενος να έχεις ένα σύννεφο από πάνω σου.. Ποιος ξέρει...
 Όλα γύριζαν πίσω σ'αυτό εκείνη τη μέρα: στο καλό και το κακό, στον τρόπο που άλλαζαν μεταξύ τους ανάλογα με τις συνθήκες. Οι συνθήκες, σκέφτηκα, πίεση, θερμοκρασία.. και τι άλλο...; 
 -Πες μου κάτι.
  Σκέφτηκε για λίγο. Ουσιαστικά τον ικέτευα να με βγάλει απ'το παράδοξο του καλού και του κακού, δεν έβγαζε νόημα και δεν υπήρχε χώρος να το σκεφτώ στον ανοιχτό δρόμο- τα μάτια μου έπιαναν πολλά κι ήθελαν να τα επεξεργαστούν όλα, δεν ήθελα να συγκεντρώνομαι σ'ένα πράγμα, ήθελα να ταξιδεύω...
 Ήξερα πως δεν θα ρωτήσει "Τι να σου πω;". Όχι, εκείνος δεν θα ρωτούσε κάτι τέτοιο, και ήταν ο μόνος που ήξερα που δεν το έκανε. Λες και ήξερε, για άλλη μια φορά, τι ζητούσα. Μάλλον ήξερε να σπάει τη σιωπή.
-Δεν βλέπεις ποτέ τον άνεμο... Μόνο ό,τι φέρνει, ότι καταστρέφει, κι ότι λυγίζει...Κι όταν περνάει μέσα από στενά, οι τοίχοι ουρλιάζουν, στριγγλίζουν. Ίσως γιατί καθώς έρχονται σ'επαφή, τους ακουμπούν τα βάσανά του, ο τρόπος που υποφέρει... Ο άνεμος είναι σαν ένα φάντασμα που πολεμά και θα πολεμά για πάντα να ξεφύγει απ'τη μέση κατάσταση και να ριχτεί στην αιωνιότητα. Ένας παγιδευμένος...
 Δεν μίλησα. Στοχασμοί, όμορφοι στοχασμοί. Και μια όμορφη σύμπτωση- γιατί εγώ ήθελα τα δέντρα της γειτονιάς μου με τα αδύναμα κλαδιά τους για να μπορώ να βλέπω τον άνεμο απ'το παράθυρό μου. Ήθελα να βλέπω τον άνεμο. Μου 'φτανε που δεν μπορούσα να βλέπω τα πουλιά το χειμώνα- και τότε θυμήθηκα κάτι.
-No one is free.. Even the birds are chained to the sky. 
-Επειδή μπορούν και πετάνε δεν σημαίνει πως είναι και ελεύθερα.
 Ακούστηκε ελαφρώς ενοχλημένος. Θα 'χε γίνει κουραστικό να ακούς τους πάντες να ζηλεύουν την 'ελευθερία' των πουλιών. 
-Ναι, αυτό λέω. Γεννιόμαστε σε μια φυλακή- η φύση μας είναι μια φυλακή- χρέος μας είναι να την ομορφήνουμε όσο μπορούμε, γιατί θα πρέπει να ζήσουμε σ'αυτή. Κι αν, για τα πουλιά, ελευθερία είναι να κολυμπάς; Κι αν, για τα ψάρια, ελευθερία είναι να περπατάς; Κι αν, για τον κομήτη που ταξιδεύει στο σύμπαν ελευθερία είναι να βρίσκεσαι σε μια συγκεκριμένη τροχιά; Τα πουλιά δεν μπορούν να ταξιδέψουν στο διάστημα. Είναι παγιδευμένα στον ουρανό. Όλοι μας έχουμε έναν ουρανό που δεν μπορούμε να ξεφύγουμε...
  Τι περίεργες συζητήσεις. Αναρωτήθηκα τι θα σκεφτόταν κανείς για εμάς αν μας άκουγε να μιλάμε. Φλώροι, μικρομέγαλα, και καλά ώριμοι, σώπα καλέ-δεν το ξέραμε, ηλίθια. Σωστό, πολύ σωστό αυτό που είπε, χμμμ, ναι-όντως... Με την άκρη του ματιού μου έπιασα έναν χαρταετό που ταξίδευε στον ουρανό καθώς τον έπαιρνε ο αέρας- είχε ξεφύγει απ'τα χέρια ενός παιδιού και απλώς ταξίδευε... Αναρωτήθηκα τι να θέλει τώρα ο χαρταετός. Προς τα πού θες να πας, χαρταετέ; Πάνω ή κάτω; Δεξιά ή αριστερά; Αναρωτήθηκα και πού θα φτάσει τελικά. Πόσο ψηλά; Και ήμουν ο χαρταετός- χάζευα μια όμορφη πόλη και δεν μ'ένοιαζε όπου κι αν πήγαινα, έτσι κι αλλιώς, τι ήμουν εγώ; Ένας χαρταετός. Που χαζεύει μια όμορφη πόλη. Τα πάντα φαίνονται πιο όμορφα από ψηλά. 
-Πιο ψηλά, ψιθύρισα, πιο ψηλά. More, I want more...
  Είδα τις άκρες των χειλιών του να σηκώνονται- καταπίεζε ένα χαμόγελο ευχαρίστησης.

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

-Δε θέλω ούτε να μείνω εδώ ούτε να επιστρέψω στο σπίτι, είπα. 
-Πρέπει να μείνεις για λίγο. Προσπάθησες να βάλεις τέλος στην ζωή σου... το θυμάσαι αυτό, Ανατολή; 
  Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Φυσικά και το θυμάμαι, δεν έχω πάθει αμνησία. Δεν είμαι τρελή. 
-Δεν κάτω τρελά πράγματα, είπα. Δεν πιστεύω ότι είμαι η Ελισάβετ της Αγγλίας, δεν έχω αποσυρθεί στο Βασίλειο των Σφηκών, δεν βλέπω φαντάσματα...
-Αυτά είναι τα "τρελά" πράγματα; 
-Μερικοί άνθρωποι τρώνε αεροπλάνα...747...Δεν τρώω αεροπλάνα... Μερικοί κλέβουν τσιμπιδάκια από το Πριζουνίκ... Άλλοι χαζεύουν αδιάφοροι αιματηρά δυστυχήματα στον δρόμο κι ύστερα κλαίνε σε σαχλοσυναισθηματικές ταινίες... Ένας Άγγλος ποιητής έβλεπε αγγέλους στα χωράφια- ο Μπλέικ... Αυτά είναι τα "τρελά" πράγματα.
-....
-Η Ιωάννα...
-Ποια είναι η Ιωάννα;
-Η κοπέλα που μένει στο διπλανό δωμάτιο... Η Ιωάννα λούζεται με μαγιονέζα και μπίρα... παλιότερα έκαιγε το δέρμα της με καύτρες από τσιγάρα... μου έδειξε τα σημάδια... Ο Τίτος- ένα αγόρι που συνάντησα στην αίθουσα ψυχαγωγίας- έχει ερωτευτεί τον Ταρζάν...
-Ανατολή, προσπάθησες να αυτοκτονήσεις. Επιτέθηκες κατά του εαυτού σου με βίαιο τρόπο. 
-Όποιος και να είσαι, ότι και να γίνεις, κάτι θα πάει στραβά, είπα. 
  Χαμογέλασα, δεν ξέρω γιατί. Θυμήθηκα τη θεία Δέσποινα: "Όποια ταπετσαρία και να βάλεις, ο χρόνος περνάει..." 

Για την αγάπη της γεωμετρίας- Σώτη Τριανταφύλλου