Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Προσκολλημένοι Λοβοί

  Είκοσι ενός. Σοκάρεσαι; Άπλωσα το χέρι. Να δει τις τρύπες. Καύλωσες; Στο πρόσωπό του τρόμος ξεκάθαρος. Λέγε ρε. Καύλωσες; Θα μπορούσα να είμαι κόρη σου. Άνοιξα τα πόδια μου. Καύλωσες; Κλοτσιά στα αρχίδια. 
  Ψέματα. Τίποτα από αυτά. Με έχει δέσει στο κρεβάτι. Μου βαράει τον κώλο και θέλει να ουρλιάζω. Δεν αντέχω άλλο. Δεν αντέχω. Κάποτε-- 
  Θυμάμαι την πρώτη φορά που έσπρωξα χόρτο σ' έναν μικρό. Δεν θα 'τανε πάνω από δεκαπέντε. Η πρώτη κι η τελευταία. Του 'χα κάτσει τάπα, βέβαια, το 'ξερε εξ' αρχής· οι μικροί δεν ξέρουνε απ' αυτά, δέχονται ό,τι τους πλασάρεις. Και ρίγανη να του 'δινα, θα την έπαιρνε και θα 'λεγε κι ευχαριστώ. Ήρθε και με βρήκε στο παρκάκι όπως είχαμε συμφωνήσει. Κάτσαμε σ' ένα πεζούλι, μου 'δωσε τα λεφτά και του 'δωσα το σακουλάκι. Τόσα γραμμάρια. Έβγαλε να στρίψει τσιγάρο. Μέχρι τότε όλα καλά. Ήτανε άλλος ένας μαλάκας που του 'σπρωχνα μαλακίες για να τα βολέψω. Τότε βαρούσα περίπου μια φορά την εβδομάδα. Πρέζα, εννοώ. Μία φορά την εβδομάδα. Η άκρη μου μού 'δινε και το χόρτο που έσπρωχνα τώρα στον μικρό. Μου 'χε προτείνει να σπρώξω κι άλλα, αλλά δεν ήθελα. Τότε βλέπεις υπήρχε ακόμα μέσα μου μια ισχνή γραμμή αξιοπρέπειας. Όχι πως το να σπρώχνεις χόρτο σε πιτσιρίκα είναι αξιοπρεπές.. Ειν' όμως πιο ελαφρύ απ' το να χαπακώνεις καυλωμένα εφηβάκια που δεν ξέρουν άλλο τρόπο να τσακίσουν τις μέρες τους. Κάτι συζητούσαμε. Με τον μικρό. Του είπα κάτι, δεν θυμάμαι. Γέλασε. Μ' ένα γέλιο, ρε πούστη μου, αθώο. Παιδικό. Τον κοίταξα κι ήτανε, πόσο, δεκαπέντε; Δεκάξι; Θυμήθηκα τον αδερφό μου. Κοπήκανε τα πόδια μου. Τον αδερφό μου. Γαμώ τη φάρα μου, έσπρωξα μαύρο στον αδερφό μου! Σηκώθηκα κι έφυγα, τρέχοντας σχεδόν. Σκέφτομαι φορές-φορές εμένα μέσα απ' τα μάτια του μικρού. Πώς θα με 'βλεπε. Αν ήμουν πιο κουλ επειδή έλεγα "μαύρο" κι όχι "μπάφο". Ή μήπως τρόμαξε με τη μάπα μου; Ούτε τ' όνομά του δεν θυμάμαι. Ίσως και ποτέ να μην συστηθήκαμε. 
  Λέγε ρε γαμημένε. Καυλώνεις; Τι θες να κάνω για να καυλώσεις; Ό,τι θες. Αρκεί να μην χρειαστεί κουβάλημα. Ό,τι θες. Λέγε ρε. Τον βαρούσα και περίμενα να βγει το αίμα. Να πιτσιλίσει τα πάντα. Να το πιω, που να με πάρει. Όλο. Θα σου πιω το αίμα ρε γαμημένε. Στ' αλήθεια. Καυλώνεις; Λέγε ρε. Γουστάρεις; Πόσο σέξι είναι μία δολοφονία; Ψέματα. Αυτό δεν είναι δολοφονία. Αυτό είναι η απαίτηση της ελευθερίας μου. Πού είναι το όπλο ρε; Λέγε. 
  Είκοσι ενός. Έχω μακριά μαύρα μαλλιά και προσκολλημένους λοβούς. Πώς σε λένε; Δεν έχω όνομα. Κανείς δεν μου απευθύνει τον λόγο. Δεν έχω ταυτότητα. Δεν έχω επιλογές. Είμαι εμπόρευμα. Αναλώσιμο. Συσκευασία. Στα τραπέζια χοντροί καυλωμένοι μαλάκες με προσφέρουν με αντίτημο κάτι κωλόχαρτα. Πόσο; Πενήντα; Ή μήπως ένα πεντακοσάρικο; Δύο χιλιάδες; Ποτέ δεν έμαθα κι ούτε θέλω να ξέρω πόσο τους κοστίζει κάθε βράδυ να με σκοτώνουν. Ίσως αυτή η πληροφορία με οδηγήσει στην αυτοκτονία. Πόσο κάνω. Πόσο κοστίζω. Αν με παζαρεύουν. Αν μ' ανταλλάσσουν με πρέζα. Αν λένε, έχω μία στα μέτρα σου, ωραίο μουνί, μαύρα μαλλιά, με προσκολλημένους λοβούς. Ξέρει και κόλπα. Κανείς δεν λέει το όνομά μου. Κάποιοι επιλέγουν να με φωνάζουν κάπως. Μικρή. Μικρή τσούλα. Καυλιάρα. Και άλλα, πιο άρρωστα. Μάνα. Κάποιος με φώναζε μάνα. Ο Χοντρός με λέει αυτό. Φέρε αυτό με τους προσκολλημένους λοβούς. Είμαι φάντασμα. Δεν υπάρχω. Είμαι ένα κουτί κόκα κόλα στο ψυγείο τους. Δεν έχω όνομα. Διάολε, πόσο καιρό έχει να με ρωτήσει κάποιος το όνομά μου; 
  Τώρα, βαράω κάθε μέρα. 
  Αυτή η γραμμούλα αναβοσβήνει διαολεμένα -- 
  Λέγε ρε. Καύλωσες; Θα μπορούσα να είμαι κόρη σου. Έγλειψα το αίμα που έτρεχε από την βάση του κεφαλιού του. Αυτό το νεκρωμένο βλέμμα ήταν πιο ηδονικό από οτιδήποτε μπορούσα να φαντασιωθώ. Με σκέφτηκα για μια στιγμή, σε δέκα χρόνια από τώρα, σε κάποιο σπίτι σε κάποιοι νησί, στις βρώμικες στιγμές μου ν' αυνανίζομαι με αυτήν την ανάμνηση. Μ' αυτό το νεκρωμένο βλέμμα που μου 'λεγε πως δεν υπάρχει πια φόβος. Για μένα. Τίποτα. Λέγε ρε. Καύλωσες; 
  Μια μέρα μ' άφησαν να πλυθώ, μου έφεραν σαπούνια και μου 'δωσαν να πλυθώ, θα 'ρχοταν λέει ένας άνθρωπος πολύ σημαντικός και έπρεπε γι' αυτόν να είμαι καθαρή. Καθαρή; Γέλασα. Μου ρίξανε ένα χαστούκι για παραδειγματισμό. Κλείστηκα στο μπάνιο για περισσότερο από μια ώρα. Θεέ μου. Δεν έκλαιγα. Όχι. Ζούσα τον απόλυτο παράδεισο. Αυτό το σαπούνι ήταν θαυματουργό. Ήταν το σαπούνι της μάγισσας. Από το νανούρισμα. Το νανούρισμα που μου 'λεγε η μάνα μου μικρή για να κοιμηθώ. Το σαπούνι που επούλωνε, ξέπλενε, αθώωνε. Μ' αυτό το νερό έπλυνε τα χέρια του ο Πιλάτος. Οι τρύπες κλείνουν. Κλείνουν. Δεν υπάρχουν. Δεν υπήρξαν ποτέ. Οι πληγές μου. Οι φλέβες. Η πρέζα φεύγει. Φεύγει. Δεν υπήρξε ποτέ. Τα βήματα σβήνονται, επιστρέφω στην αφετηρία. Αφετηρία. Διάολε. Διάολε. Ο αδερφός μου. Διάολε. 
  
  Υπήρχε ένας, ένας συγκεκριμένος. Δεν ξέρω τι και πώς. Είχε έρθει πάνω από μία φορά. Πολλές. Πολλές περισσότερες. Και ποτέ, δεν με άγγιξε ποτέ. Δεν ξέρω πόσα πλήρωνε. Πού τα 'βρισκε. Ή γιατί. Έμπαινε, έκανε ερωτήσεις. Το έπαιζε όμως καλά. Όταν ο μπράβος έκλεινε την πόρτα με το προειδοποιητικό "κάνε ό,τι θες, απλά να μην χρειαστεί κουβάλημα" εκείνος απαντούσε γελώντας πονηρά. Έλεγε, θα προσπαθήσω. Κι όμως, ποτέ. Ποτέ δεν με άγγιξε. Ούτε τρίχα. Καθόταν στην άλλη άκρη του δωματίου, εγώ λυνόμουν. Υπήρχα ξανά. Ήμουν. Ήμουν κάτι, κάποια, είχα σάρκα, οστά, είχα αίμα, μάτια, κεφάλι. Είχα παρελθόν, παρόν, μέλλον. Ήθελα. Κάτι. Οτιδήποτε. Με ρωτούσε, τι θέλεις; Ένα τσιγάρο. Μια πορτοκαλάδα. Και το έφερνε. Μια τσίχλα. Τι γεύση; Κανέλα. Εντάξει, κανέλα. Ποτέ, ούτε μια τρίχα απ' τα μαλλιά μου. Έκανε ερωτήσεις. Από πού ήρθα, γιατί είμαι εδώ. Πώς και γιατί. Πώς μου φέρονται, πότε έρχονται, πότε φεύγουν. Αν ξέρω τις άλλες. Πού κοιμάμαι. Τι τρώω. Ό,τι ήξερα. Ονόματα. Του έλεγα ό,τι μπορούσα. Όχι στην αρχή. Στην αρχή τίποτα. Φοβόμουν. Νόμιζα ήταν τίποτα παιχνίδια τους. Όμως τόσα χρόνια ανάμεσά τους έμαθα να τους αναγνωρίζω. Αυτούς και τις βρώμικες μάπες τους. Το λαίμαργο βλέμμα τους π' έσταζε -σχεδόν- σάλια. Μιλούσε και ρωτούσα εγώ μέσα μου, διάολε, πόσος καιρός έχει περάσει απ' την τελευταία φορά που 'νιωσες ασφαλής; Του έλεγα ό,τι ήξερα. Και για 'μένα, διάφορα. Για τον αδερφό μου. Με πόσους έχεις πάει; Αμέτρητους. Ονόματα. Δεν μπορείς να φανταστείς. Πολλούς τους ξέρεις. Στην τηλεόραση και τέτοια. Τους έχω δει. Και με γραβάντες, και με ράσα. Οι μπράβοι σ' αγγίζουν; Όχι. Ποτέ. Ο Χοντρός; Ίσως. Γιατί; Του έδειξα τις τρύπες. Έγνεψε. Πώς σε λένε; 
  Διάολε. 
  Πώς σε λένε; 
  Πώς σε λένε; 
  Πώς σε λένε; 
  Η ερώτηση επαναλαμβανόμενη στο μυαλό μου, μια ηχώ, ένας ατελείωτος κύκλος αναμνήσεων, λες και θυμόμουν κάθε άλλη φορά στην ζωή μου που μ' είχαν ρωτήσει, συγκεκριμένα και χωριστά. Πώς σε λένε; 
  Άννα. 
  Εσένα; 
  Παύλο. 

  Άννα. Είπε το όνομά μου πολλές φορές. Άννα. Τόσο ωραίο όνομα. Τόσο ωραίο. 
  Είναι αυτό το τραγούδι, αυτό το συγκεκριμένο, μιλάει για την πρέζα και είναι ξεκάθαρο, αυτό το γαμημένο τραγούδι, την λέει παυσίπονο, παυσίπονο, κατάλαβες; Θα εκραγώ ρε γαμημένοι, τι παυσίπονο, ποιο παυσίπονο, άνοιξα το παράθυρο και ούρλιαζα, ούρλιαζα, θα φτύσω το πνευμόνι μου ρε μαλάκες, για τι παυσίπονο, ποιο παυσίπονο, θα σας σκοτώσω ρε, όλους ρε μαλάκες, όλους, με πούλησαν και σήμερα ρε, με πούλησαν, πόσο κάνω ρε; Πόσο έκανα; Καυλωνετε ρε; Ήμουν γυμνή. Άγγιξα το βυζί μου. Καυλώνετε; Πείτε ρε. Πείτε ρε γαμημένοι. Θα με σκοτώσουν σήμερα. Ή θα τους φάω ζωντανούς. 

 Ο Παύλος. Ερχόταν, όπως σου 'πα. Κάθε τόσο, ίσως κάθε μήνα. Κάτι τέτοιο. Κι όλο ρωτούσε. Μου 'φερνε πράγματα μικρά, καθημερινά. Που ήθελα. Ο Παύλος με φώναζε με το όνομά μου. Όχι σ' αυτούς. Μόνο μεταξύ μας. Τον ρώτησα μια μέρα τι ζητούσε και τα 'κανε όλα αυτά. Χαμογέλασε. Δεν απάντησε. Όμως στ' αλήθεια, δεν ξέρω πώς να το πω. Ένιωσα πέντε χρονών κορίτσι, στην αγκαλιά της μάνας μου. Όλα τα προβλήματα μακριά. Κανείς και τίποτα. Όχι όπως όταν με ξέπλυνε το μαγικό σαπούνι. Όχι. Αυτήν την φορά οι τρύπες υπήρχαν, ανοιχτές, σαν μάτια, με κοιτούσαν. Όμως δεν πείραζε. Τις κοιτούσα πίσω, και δεν πείραζε. Ήταν νεκρές. Σαν τον Χοντρό. Σαν τον μπράβο έξω απ' την πόρτα. Άκου που σου λέω, τώρα εγώ είμαι κλεισμένη εδώ μέσα κι αυτός ο τύπος που δεν ξέρει καν τ' όνομά μου έχει πληρώσει για να με 'χει στην κατοχή του για τις επόμενες ώρες. Για να κάνει ό,τι θέλει, αρκεί να μην χρειαστεί κουβάλημα. Άκου, εγώ τώρα είμαι η Άννα, γεννήθηκα εκεί, μεγάλωσα εκεί, έζησα αυτά κι αυτά, είχα έναν αδερφό, μια μάνα, έναν πατέρα, είχα φίλους, είχα έναν σκύλο, πήγαινα σινεμά και μου άρεσε το παγωτό, όμως τώρα είμαι μια κονσέρβα στο ντουλάπι τους, είμαι προς πώληση, είμαι μια γραμμούλα στο μενού τους, κατάλαβες; Και όλα αυτά ενώ έξω, έξω ρε, δυο τετράγωνα παρακάτω, πέντε φίλοι κάθονται σ' ένα πάρκο και συζητάνε, πιο δίπλα οι καφετέριες γεμάτες κόσμο, καταλαβαίνεις ρε; Μία γυναίκα γεννάει και εγώ εδώ, είμαι ένα κονσερβοκούτι. Ένα πιτσιρίκι αγοράζει χόρτο. Οι φίλοι μου πίνουν μπύρες. Οι φίλοι μου. Με θυμούνται οι φίλοι μου; Ο αδερφός μου. Καταλαβαίνεις; Είμαι ένα κονσερβοκούτι στο ντουλάπι τους. Άκου 'παυσίπονο'. 
  Τόσο ωραίο όνομα. Τόσο ωραίο. Και να 'ναι ξεχασμένο. Έτσι είχε πει ο Παύλος. Τελευταία φορά που τον είδα. 
  Σε δέρνουν; Ναι. Καμιά φορά μόνη μου, καμιά φορά μπροστά σε άλλες, για παραδειγματισμό. Μιλάς με τις άλλες; Παλιότερα ναι. Νομίζω όσο πιο βαθιά μπαίνεις στη φάση τόσο πιο απομονωμένη σε έχουν. Άντρες; Υπάρχουν; Ίσως. Δεν ξέρω. Λογικά όχι κοντά σ' εμάς. Σίγουρα σε μικρές ηλικίες. Αυτοί είναι άρρωστοι. Ρε. Είναι άρρωστοι. Εσένα με ποιο νανούρισμα σε κοίμιζε η μάνα σου; 

 Έχω το όπλο του στην τσέπη μου. Ήταν επιλογή· ή η πόρτα προς τον μπράβο, ή το παράθυρο προς την αυτοκτονία. Διάλεξα την πόρτα. Είχα το όπλο στην τσέπη. Άδειασα και το πορτοφόλι του μαλάκα. Όταν βρουν την πόρτα μου ανοιχτή και τον μπράβο νεκρό, θα 'ναι αργά. Έριξα δύο φορές πριν ανοίξω την πόρτα. Ο μπράβος ήταν τόσο βλάκας που στεκόταν ακριβώς μπροστά της. Δύο σφαίρες στο κεφάλι. Κοιτούσα με γέλιο το νεκρό τωμάρι του. Πήρα το πορτοφόλι και το όπλο του. Ελευθερία, γαμημένοι. Ελευθερία. Σκέφτηκα τις άλλες. Στα άλλα δωμάτια. Με όλα αυτά τα χέρια πάνω τους. Όμως δεν υπήρχε τρόπος. Θα με τρώγανε πριν προλάβαινα να κάνω τίποτα. Κοίταξα το νεκρό τωμάρι του μπράβου. Σκέφτηκα να σερβίρω το κεφάλι του πάνω σε ασημένιο δίσκο, σε κάποιο κυριλέ εστιατόριο των Βορείων Προαστίων. Γέλασα. Βγήκα απ' το κτίριο. Ούτε που ήξερα πού σκατά ήμουν, τι ώρα είχε πάει. Τι στον πούτσο να κάνω. 

 Ελευθερία, ρε μαλάκες. Ελευθερία.
 Εσένα με ποιο νανούρισμα σε κοίμιζε η μάνα σου; 

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

να χεν' η θάλασσα βουνά

 [κι άγρια μονοπάθια, 
 να πάρω ένα και να 'ρθω
 μάθια γλυκά μου μάθια]*


  Κάθε καλοκαίρι μου χάριζε κι από ένα. Τα λέγανε αυτιά της θάλασσας και μου 'χε πει πως μ' αυτά η Πλανεύτρα άκουγε και μετέφερε τα λόγια των θαλασσινών. Έτσι, μου 'πε, αν μιλήσω για κείνον στη θάλασσα, εκείνη θ' ακούσει και θα μεταφέρει τα λόγια μου πάνω απ' τα κύματα. Κρατούσε ένα τέτοιο κοχύλι για τον εαυτό του, κι έτσι θα ίσχυε, λέει, το ίδιο και για μένα. Εγώ δεν φοβόμουν. Ούτε μ' άγγιζε καμία μοναξιά. Περπατούσα στην ακτή κάθε σούρουπο, το βλέμμα καρφωμένο στην πορεία που 'χα δει τελευταία φορά το πλοίο του να φεύγει. Τις μέρες με φουρτούνα, σφιγγότανε η καρδιά μου· περίμενα ν' αγαλλιάσει η θάλασσα, και πήγαινα τότε στην προβλήτα κι έστεκα ώρες ατέλειωτες, περιμένοντας λέει να φανεί ένα σημάδι, κάτι, να μου πει πως ειν' εντάξει. Φαντασμένη και 'γω, τι να λες.. Ύστερα, χάιδευα το κοχύλι που μου 'χε χαρίσει, ελπίζοντας παράφορα σε μαγείες που -ήξερα καταβάθος- δεν υπήρχανε. Αυτά όλα από ανάγκη. 
  Τα ταξίδια του ήτανε, πάνω-κάτω, εξάμηνα. Κι όταν γυρνούσε, ευχόμουνα βαθιά μέσα μου να μην ξαναφύγει. Μα πάντα έφευγε· και πάντοτε γυρνούσε. Και πού δεν είχε περάσει.. Μου 'φερνε πάντοτε πεσκέσια από ξένους τόπους. Γυρνούσε σ' εμένα με χέρια λερωμένα, από μέρη και σώματα που χάιδεψε χωρίς εμένα. Πάντοτε όμως μ' έπειθε πως ολ' αυτά τ' άγγιξε χωρίς να εγκαταλείψει την θύμησή μου. Εγώ δεν νοιαζόμουν. Το κοχύλι κρεμότανε στο στέρνο του έτσι κι αλλιώς· και τα μάτια χαρίζονταν στα δικά μου, κι ήμουνα σίγουρη πως δεν είχαν δοθεί σ' άλλη γυναίκα το ίδιο. Άλλωστε, έλεγα, κι εγώ θα διψούσα να γευτώ τον αέρα μιας ξένης σάρκας. Μιας Παριζιάνας, ή μιας Αμερικάνας ταγμένης στη ζάπλουτη μπουρζουαζία.. Κι ύστερα, ποτέ στ' αλήθεια δεν φοβήθηκα πως θα ερωτευόταν μιαν άλλη γυναίκα· έτρεμ' όμως η καρδιά μου όταν έβλεπα το βλέμμα του να χάνεται στην θάλασσα. Τέτοιον έρωτα, έλεγα, σ' εμένα δεν θα τον δώσει. Τέτοιαν αγάπη. Αυτόν τον πόλεμο είχα στην πλάτη μου. Κι όλο ρωτούσα γιατί γυρνά, αφού την αγαπά περισσότερο από 'μένα, κι όλο δεν απαντούσε. Αναγνώριζα όμως πως γυρνούσε σ' εμένα. Τα ταξίδια του δεν μ' αφορούσαν· όπως κι εκείνος δεν είχε δουλειά στην στεριανή ζωή μου, όσο έλειπε. Πάντα θεωρούσα, βλέπεις, αυτά τα δύο ως χωριστές υπάρξεις· σαν παράλληλα σύμπαντα που συμπορευόντουσαν στον ίδιο κόσμο. Ποτέ δεν κατάφερα να ενώσω αυτόν τον άνθρωπο, αυτό το αμφίβιο της στεριάς και της θάλασσας, σ' ένα άτομο· παρά αντιμετώπιζα το θαλασσινό και το στεριανό του πρόσωπο ως όντα χωριστά. Διαφορετικά νομίσματα, κι όχι απλές όψεις. Έτσι, λοιπόν, εγώ είχα ταχθεί στον Στεριανό· εκείνον που μ' αγαπούσε εξίσου· μα ο πραγματικός μου έρωτας θαβόταν πλάι στον θαλασσινό. 
  Κάποτε, του μίλησα. Του ζήτησα να με πάρει μαζί του. Για ένα μόνο ταξίδι. Παράτολμη, βλέπεις, κι αλαζόνας. Μου είπε δεν θ' αντέξεις. Διαφώνησα. Του είπα πως η θάλασσα ήταν πάντα ο κρυφός μου πόθος. Γέλασε, ειρωνευόμενος την τόλμη μου. Εκνευρίστηκα τότε πολύ. Το κατάλαβε· δεν σώπασε. Σε γελάσανε, μου λέει. Και ποιός δεν μέθυσε με την ομορφιά αυτού του τέρατος, καθώς το χάζευε απ' την ασφάλεια της στεριάς. Και ποιος δεν μέθυσε, μου λέει, μα ποιος τόλμησε πράγματι να την ανταμώσει; Έκαμα να φύγω. Έβλεπα μπροστά μου έναν σκάρτο άνθρωπο που μου επιδείκνυε την περίσσεια ανδρεία του, έναντι της πλαστής μου δειλίας. Με τράβηξε πίσω. Δυο βδομάδες αργότερα, φόρτωσα τον σάκο στην πλάτη μου και πήγα στο λιμάνι. Θα σαλπάραμε. Λίγο πριν τραβήξουμε άγκυρα, πήδηξα όξω. Είχε δικαιωθεί, μα στο πρόσωπό του δεν υπήρχε ίχνος χαμόγελου. Παρά μόνο τράβηξε το καπέλο απ' το κεφάλι και τ' ακούμπησε στο στέρνο· με κοίταζε κατάματα απ' το πλοίο, με μια θλίψη ευδιάκριτη, καθώς όλο τραβιότανε μακριά, προς το πέλαγο.
  Γονάτισα κι έκλαψα. 

  Ήτανε μεσημέρι Πρωτομαγιάς όταν σκόνταψα στο χωράφι κι έπεσα. Είχα στο χέρι ένα μάτσο λουλούδια κι όλα σκορπίστηκαν γύρω. Σηκώθηκα. Το χέρι μου πήγε κατευθείαν στο κοχύλι. Είχε γίνει χίλια κομμάτια. Απ' τον λαιμό μου κρεμόταν μονάχα ένα μαύρο λουράκι. Γύρισα σπίτι τρέχοντας. Ήξερα, σου λέω. Που να με πάρει, ήξερα. Έκρυψα το λουράκι κάτω απ' το μαξιλάρι. Είπα στη μάνα μου να προσευχηθεί· εγώ τέτοια πράματα δεν γνώριζα. Τράβηξα για το λιμάνι και περίμενα. 
  
  Τα μαντάτα φτάσανε αργά. Το πλοίο δεν φάνηκε. 


      Πάνε τώρα χρόνια. Με παντρέψανε μ' έναν συγχωριανό μας. Για την προίκα και την περιουσία. Φορές-φορές με φιλάει και νιώθω όμορφα. Ζούμε σ' ένα σπίτι στο βουνό. Το κύμα πια δεν τ' ακούω· παρά μόνο φορές-φορές χαζεύω το γαλάζιο της. Μα τα βράδια τριγυρίζει πάντα στο κεφάλι μου κείνη η φράση που μου 'χε αφήσει κάποια φορά ο ναυτικός σ' ένα σημείωμα, πλάι στο κοχύλι:

Θε μου, ποια ρίζα να κόψω ξέχασα 
κι όλο πίσω με τραβά. 




*https://www.youtube.com/watch?v=UexiYTMFVxg

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016