Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

  Λευκός θάλαμος. Μέχρι να την κοιτάξω στα μάτια ήμουνα σίγουρη πως το 'χε πλέον πάρει απόφαση, ήθελε να τελειώνει. Γι' αυτό και οι αρρυθμίες. Τα μαλλιά της ήτανε πιο άσπρα και λίγο αχτένιστα. Καθισμένη στην λευκή καρέκλα δίπλα στο λευκό κρεβάτι, αγκαλιά με το μπαστούνι. Δίστασα να καθίσω στο λευκό σεντόνι. "Ανάθεμά τα" λέει, "όλα λευκά εδώ μέσα. Λες και προετοιμάζουνε το μάτι για τον παράδεισο". Γελάμε. 
  Δεν ρώτησα τι κάνει. Έβλεπα. Το μάτι το δεξί, κουρασμένο. Όπως το 'χα φανταστεί, ήθελε να τελειώνει. Το μάτι τ' αριστερό όμως, το καταραμένο, είχε πεισμώσει. Ήθελε κι άλλο. Κι άλλο. Κι άλλο. Μπήκε μέσα ο άντρας της, στο χέρι μια κούτα ζαχαροπλαστείου. Χαμόγελο. Κερνά όλο τον θάλαμο. Όλα τα κρεβάτια. Τον γέρο που έφτυνε σ' ένα διάφανο ποτήρι κάθε εικοσάλεπτο, την γριά με τον ορό και τον τρίτο, τον κοιμισμένο. Και τους επισκέπτες. Κάνουμε ελαφρά συζητησούλα και νιώθω λες κι είμαστε πέντε βλάκες καθισμένοι γύρω από έναν ανεμοστρόβιλο και μαλώνουμε για το ποιός θα κλείσει το παράθυρο, γιατί μπάζει.. " Όλο τρύπες είμαι, παιδί μου" μου λέει. "Παντού με τρυπήσανε, να, κοίτα 'δω, κασέρι με κάνανε. Δεν βρίσκανε φλέβα για τον ορό." Κοιτάζω. Μώλωπες, γάζες και μπαμπάκια. "Ασ' τ' αυτά", της λέω, "τα κάνεις για να σκαπουλάρεις το μαγείρεμα". Γελάει. Και τα μάτια όλο ζητάνε κι άλλο. Κι άλλο. Έρχεται η νοσοκόμα, να περιμένουμε για λίγο έξω, λέει. Βγαίνουμε στο διάδρομο. Γεμάτος φωτάκια και χριστουγεννιάτικα ψιψιψόνια. Όπως το 'λεγε: μες στα σκατά ως το λαιμό, αλλά ευτυχώς, χτενιζόμαστε ακόμη. 
  Βόλτα στους διαδρόμους. Οι πόρτες των θαλάμων ανοιχτές· ανταλλάσω φευγαλέες ματιές μ' άλλους επισκέπτες· στ' αυτιά μου φτάνουνε ανακατεμένες συζητήσεις: Καλά Χριστούγεννα, να το παίρνεις το χάπι, και βγαίνω στο μπαλκόνι και τι να δω, περαστικά σου.. Κάθε τρία βήματά της είναι ένα δικό μου, κι όμως, όσο προχωρά, τόσο τεντώνει το χαμόγελο. Με το 'να χέρι το μπράτσο μου, με τ' άλλο το μπαστούνι. Σκέφτομαι πως αυτό το σώμα, το ξεφτισμένο, δεν λειτουργεί παρά μόνο με βοήθεια.Η καρδιά. Τα πόδια. Τα χέρια. Το κεφάλι. Ένα σώμα όλο μπαλώματα.
  
  Ο θάλαμος τώρα σχεδόν άδειος, είμαστε οι μόνοι επισκέπτες. Ο γέρος που φτύνει ανάβει τηλεόραση. Ειδήσεις. Μπαίνει μέσα η αδερφή της. Η μεσαία. "Μωρή" της λέει, "Δεν είπαμε πώς πρώτα θα παντρέψουμε τα εγγόνια κι ύστερα θα την πουλέψουμε;" Γέλια. "Άι κι εσύ" απαντά. "Εγώ θα μείνω κι αφού τα παντρέψω". Μου κλείνει το μάτι. Το δεξί, το κουρασμένο. Ηρεμώ. 
  Με ρωτάνε πώς είναι στο νησί. Τους λέω. Έτσι κι έτσι. Αν έχει πρόσφυγες. Έχει, λέω. Και πού μένουνε; Εκεί κι εκεί, τους λέω. Στο δρόμο, στα παγκάκια, στα πάρκα. Η αδερφή της -η μικρή. Μπαίνει μπροστά. "Και γιατί δεν καθόντουσαν σπίτια τους;" Αναστενάζω. Ο αδερφός μου με κλοτσάει στα κρυφά. Να ηρεμήσω. Της πιάνω τα χέρια. Από πού ν' αρχίσω. Και πού να φτάσω. Στα ασημένια σκουλαρίκια της σχεδόν βλέπω να γυαλίζουνε τα μάτια των πνιγμένων. Από πού ν' αρχίσω. Με προλαβαίνει εκείνη. Απ' την καρέκλα της. Με το μπαστούνι αγκαλιά, μ' αυτόν τον ορό σ' όλο το σώμα να 'ναι ο μόνος λόγος για τον οποίο είναι ακόμα ζωντανή, κι αυτές τις τρύπες, τις αμέτρητες, στα χέρια. "Δε μου λες,
ο παππούς κι η γιαγιά, τότε, γιατί φύγαν απ' το σπίτι τους, μωρέ, γιατί φύγαν, ξέχασες; 
Ξέχασες;"

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

ένα δέντρο μια φορά

 Αέρας ψυχρός, έκλεισα σφιχτά την ζακέτα μην παγώσω, τρέξανε δάκρυα απροειδοποίητα. Ανοιγότανε μπροστά ο δρόμος, κι εγώ ξωπίσω, αφελής, παρθένος ταξιδιώτης.. σαν τ' άλογο που τρέχει να προφτάσει τον μεζέ που του κρεμάσαν απ' το κεφάλι. Θυμήθηκα τα χέρια. Το ποδοβολητό. Αυτή τη νύχτα που -ξελογιασμένοι- νομίσαμε πως θα 'χει λευκό ξημέρωμα. Βαριαστενάζουν τώρα τα ροζιασμένα μάγουλα και μουρμουρίζουν, τόση ανηφοριά για το τίποτα. Και τα πιτσιρίκια γυρνούν και τους δείχνουνε μ' ασέβεια τη γλώσσα.. Θυμήθηκα τα μάτια τα κόκκινα, τα βαριά, που τόσες φορές απ' το πιοτό σκοντάψαν στις αλήθειες μου. Κι άλλες τόσες, τρομαγμένα, αλληθωρίσαν. Θυμήθηκα την γεύση της ζαβολιάς, την έξαψη, τον προσποιητό πονοκέφαλο. Τις κλεμμένες τσίχλες, τα απανωτά τσιγάρα, τον φόβο της πρώτης φοράς. Τον ήχο των γυάλινων ποτηριών όταν συγκρούονται, και πώς μύριζαν οι δρόμοι εκείνο το πρωινό που γελούσαμε κρυμμένοι πίσω απ' τους κάδους, μ' εκείνο τον μπάτσο που έχασκε απορημένος στη θέα του στηθόδεσμου που κρεμότανε απ' την ταμπέλα του τμήματος.. Τώρα του σκύλου τα πόδια τρέμουνε απ' τον πόνο καθώς περπατά, και τ' άλογο πια πονηρεύτηκε κι άρχισε να κοιτάζει δεξιά-αριστερά· του καφενείου τα ρολλά κατεβασμένα, κι αυτά τα πετάλια όλο σκουριάζουνε στην αποθήκη. Μα εγώ, καρντάς, ακόμα αναβοσβήνω. Δεν ξεχάστηκα κι ούτε με φάγανε τα ψυγεία και τα σούπερ μάρκετ τους. Κι ούτε σέρνομαι· μόνο τρέχω, τρέχω, τρέχω.. 

(Σύντροφε που ξανοίγεσαι, που χάνεσαι και φεύγεις
ας δωσουμ' όρκο, με καιρούς, να σ' εύρω ή να μ' εύρεις.)