Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

άνοιξη

  Έκατσα στο γαμήδι το παγκάκι και περίμενα. Έβγαλα καπνό και βάλθηκα να στρίβω, όχι για κάνα άλλο λόγο, απλά για ν' απασχολώ τα χέρια μου. Ώστε να μην-... Τέλος πάντων. Ώστε να μην. Και η συνέχεια δικιά σου. Το νόημα είναι πως βάλθηκα να στρίβω. Ένα, τρία, έξι, οχτώ. Δώδεκα τσιγάρα μέχρι να 'ρθεις. Δεν κάπνισα ούτε ένα. Τ' άπλωσα στο παγκάκι· έφτιαξα σχήματα άκρως συμμετρικά και γεωμετρικά, δύο και τριών διαστάσεων. Τα στοίβαξα σε πύργο. Προσπαθούσα δηλαδή, γιατί το πόδι μου κουνούσε πάνω κάτω σαν μανιακό και δεν μ' άφηνε να βρω ισορροπία. 
  Τοποθετούσα το τελευταίο γαμημένο τσιγάρο στην τέλεια πυραμίδα μου όταν έσκασες απ' το πουθενά και στρογγυλοκάθισες στο παγκάκι ΜΟΥ. Η πυραμίδα διαλύθηκε και τα τσιγάρα σκορπίστηκαν στο δάπεδο. 
  Σε λοξοκοίταξα κι άρχισα να μαζεύω τα τσιγάρα. 
  "Έχει χρώματα."
  Έτσι είπα. Δώδεκα χρόνια μετά -ουυ, ναι, όσο και τα τσιγάρα που έστριψα, μα τι ρομάντζο- και ούτε γεια ούτε τίποτα. Και γαμώ; 
  "Μ;"
  Μούξης και ξερός. Κατσίκα. 
  "Εκεί που έκατσες. Έχει χρώματα. Έχουνε βάψει."
  Πετάχτηκες πάνω· έβρισες, δεν θυμάμαι τι είπες. Ψευτοβρισίδι, όχι σαν τις δικές μου τις χριστοπαναγίες. Γέλασα. 
  Το κατάλαβες· αργά κάπως. Αν δεν είχε περάσει τόσος καιρός θα το 'χες πιάσει πιο γρήγορα. Πήρες το ηττημένο βλέμμα και ξανακάθισες διστακτικά. Είχε σταματήσει να 'ναι αστείο αλλά εγώ γελούσα ακόμη. 
  Πήρες την τσάντα σου παραμάσχαλα -μια ηλίθια δερμάτινη τσάντα ώμου, απ' αυτές που έχουνε οι καθωσπρέπει κυρίες της καλής κοινωνίας- και κοίταξες κάπου. Αλλού. Όχι σ' εμένα. Και, αλήθεια, ψάχνομαι ακόμη για το δευτερόλεπτο μέσα σ' όλη τη συνάντησή μας που με κοίταξες στα μάτια και δεν τη βρίσκω. 
  "Λοιπόν;" 
  Λοιπόν.  
  "Τι;"
  "Τι με ήθελες;" 
  "Α. Αυτό το λοιπόν."
  Χαμογέλασες. Όχι όμορφα. 
  "Ε, όχι κάτι σπουδαίο" συνέχισα. Μπαμ! η απογοήτευση στη μάπα σου ζωγραφισμένη. "Απλά, να σε δω, να με δεις, τι κάνεις, τι κάνω.."
  "Α." Αυστηρότατο. Κοίταξα κάτω. Και τότε, μαλάκα μου, τα είδα. 
  "...Ρε μαλάκα."
  "Τι; Κουτσουλιά;" 
  "Χειρότερο. Τακούνια."
  "Α." Δεν γέλασες καν.
  "Άξης και ξερός." 
  Σιωπή. Άναψα το πρώτο απ' τα δώδεκα τσιγάρα. 
  "Τι 'ν' όλ' αυτά;" Τότε μόνο πρόσεξες όλη τη συλλογή των στριφτών που 'χα μαζεμένα στο παγκάκι. 
  "Τσιγάρα." 
  Σάστισες. "Εννοώ-"
  "Τα 'στριψα μέχρι να 'ρθεις." 
  Γέλασες. Πρώτη φορά απ' την ώρα που ήρθες. "Το νέο σου χόμπι; Είναι κάποια νέα μορφή δημιουργικής τέχνης;"
  Ου. Τι τρελή ειρωνεία. Πόσο πληγώθηκα. 
  Δεν απάντησα. 
  "Καλά, και πότε πρόλαβες;" Αλλαγή ύφους. Τσεκάρεις ρολόι. "Δεν άργησα καν." Τσεκάρω και 'γω το ρολόι σου. Χρώμα χρυσό με ίχνη ασημί, κακάσχημος συνδυασμός, λογότυπο ακριβής μάρκας κάτω δεξιά στο γυαλί. 
  "Ήρθα πιο νωρίς." Έτριψα το γυαλί με το δάχτυλό μου. 
  "Πρόσεχε, είναι αυθεντικό." Τραβήχτηκες. "Γιατί;"
  "Ε καλά, δεν θα σ'το φάμε κιόλας." Τζούρα. "Ε, ξέρω 'γω; Μ' αρέσει ν' αράζω εδώ. Είναι ωραία."
  Παύση. Τζούρα. Εσύ ακόμα κοιτούσες δεξιά-αριστερά. 
  "Μάλιστα." 
  Μάλιστα. 
  Τζούρα. "..Και τι λέει;"
  Κλείνεις τα μάτια. Αναστενάζεις. Το βλέμμα σου σταθεροποιείται κάπου μακριά. Παύση. Μεγάλη. Τρομαχτική.
  Ειρωνεύομαι τη στάση σου. "Α, κι εγώ, πολύ καλά. Δουλειά δεν έχω, δουλειά δεν ψάχνω. Έκανα λίγο σερβιτοριλίκι το καλοκαίρι, έβαλα κάτι λεφτά στην άκρη.. Ψάχνομαι για κάνα ταξίδι, μου φτάν-"
  Χτυπάει το κινητό σου. Χαμογελάς αμήχανα, σηκώνεσαι, τ' απαντάς κάτι βήματα μακριά από 'μενα.
  Να. Εδώ φτάσαμε.
  Βάζω στοίχημα ότι δεν άκουσες ούτε μια λέξη απ' οτιδήποτε είπα.
  Σηκώνομαι να φύγω όσο δεν κοιτάς, κάθομαι πάλι. Σηκώνομαι δεύτερη φορά, δεύτερη φορά κάθομαι. Ομολογώ πως το 'κανα αυτό τρεις-τέσσερις φορές. Έτσι, σαν την αυτιστική μαλάκω, σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε. Σχεδόν έφυγα, σχεδόν έμεινα, σχεδόν να πας να γαμηθείς. Άναψα δεύτερο τσιγάρο. Χασκογελάς στον συνομιλητή σου. Στέλνεις φιλιά. Μου 'ρχεται να ξεράσω. Το κλείνεις.
  Πλησιάζεις. Τα τακούνια σου μου τρυπάνε τ' αυτιά με τον διαπεραστικό τους ήχο. Τ' αυτιά είπα; Τ' αρχίδια εννοούσα.
  Κάθεσαι.
  Κι άλλη παύση.
  "Ρε καρντασάκι" ξεκινάω. Η λέξη σου τραβάει την προσοχή. Ίσα που γυρνάς να με κοιτάξεις. "Πού ΣΤΟΝ ΠΟΥΤΣΟ είσαι;"
   Έτσι σου 'πα. Κι έπειτα σηκώθηκα κι έφυγα. Σ' άφησα ξερή με τα τακούνια σου, το επίχρυσο ρολόι σου και τα δέκα στριφτά τσιγάρα.

  Μαλακίες, τρία λεπτά μετά είχα κάνει μεταβολή κι είχα γυρίσει πίσω. Είχες ήδη φύγει. Που να με πάρει, είχες φ ύ γ ε ι. Τα τσιγάρα μου λείπανε. Βάλθηκα να τρέχω. Σ' έψαξα, σε βρήκα. Εύκολο πράγμα, έτσι που ηχούσανε τα τακούνια σου στα στενάκια. Ήμουνα πίσω σου. Αγνόησες το θόρυβο των παπουτσιών μου καθώς έτρεχα στην άσφαλτο. Φώναζα. Ούτε που θυμάμαι τι. Σ' έβρισα.
  Το 'φτασα εκεί που ήθελα. Και είπα: "Και θυμάσαι, ρε μαλάκα, θυμάσαι που ήρθε η μάνα μας μέσα στο δωμάτιο, θυμάσαι τι είπε; Ο Χρηστάρας έφυγε, έτσι είπε. Έφυγε. Κι εσύ έβαλες τα κλάμματα και 'γω δεν είχα ιδέα. Τι εννοείς έφυγε, της κάνω. Πού σκατά πήγε; Το θυμάσαι, ρε μαλάκα; Το θυμάσαι;"
  Γελάω υστερικά.
  Δεν απαντάς.
  Τρέχω πίσω σου.
  "Και τώρα;
   Τώρα ξερνάω αντικαταθληπτικά, μαλάκα!"



 Όταν γύρισες να με κοιτάξεις, είχα ήδη στρίψει στ' άλλο στενό.
 



 Μέρες-νύχτες, χειμώνες-καλοκαίρια. Μέρη και μέρη, αναμνήσεις και πρόσωπα, ταξίδια και χρόνια. Άνοιξη ήτανε, προς το σούρουπο, περπατούσα. Έτσι. Πέρασα από περίπτερο για καπνό, πέτυχα τη μούρη σου στην εφημερίδα. Φάτσα κάρτα, πρωτοσέλιδο. Αγκαλιά μ' έναν νεαρό, γύρω στα δεκαπέντε, μοιάζατε στη μούρη. Αν είχε άλλο βλέμμα θα 'τανε ίδιος ο Χρηστάρας.
 Κάρφωσα τα μάτια στη φωτογραφία· δεν έριξα ούτε ματιά στη στήλη με τα γράμματα δίπλα σας. Δεν μ' ενδιέφερε κιόλας σε τι σκατά είχες μπλέξει για να εξασφαλίζεις πρώτη μούρη στις φυλλάδες.
 Ο περιπτεράς κάτι μου 'πε, δεν άκουσα, κάτι για ένα δυστύχημα, αν τα 'μαθα· δεν είχα λόγο να δώσω σημασία.
 Το ίδιο βράδυ, χτύπησε το τηλέφωνο. Μου 'πανε τα νέα.
 Γέλασα.


 Μεγάλη πούστρα η ειρωνεία της τύχης.



Άνοιξη


ΥΓ: Παύλο, συγγνώμη κι ευχαριστώ.