Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

this is paradise

   Μια τρελή ιδέα δεν σε κάνει τρελό άνθρωπο.  Έζησα με αυτήν την αντίληψη. Οι περίεργοι συνειρμοί μου δεν ήταν περίεργοι. Ο καθένας έκανε τους ίδιους. Έτσι πίστευα. Και όταν, μερικές φορές, τύχαινε να πω δυνατά έναν συνειρμό μου και οι γύρω μου με κοιτούσαν πλαγίως, με ένα βλέμμα που εξέπεμπε απειλητικούς κεραυνούς τρομακτικά λευκού φωτός κατά πάνω μου, εγώ έλεγα πως δεν με μισούν επειδή ο συνειρμός μου είναι περίεργος. Οι άνθρωποι φοβούνται να ακούν δυνατά τις βαθύτερες σκέψεις τους. Κι έτσι κάποιες μεθυσμένες πριγκίπισσες δακρύζουν στο άκουσμα ενός τραγουδιού, ή διαβάζοντας ένα τυχαίο σύνθημα σ'έναν σκοτεινό τοίχο καθώς χάνονται στα μαύρα σοκάκια. Και κανείς δεν γνωρίζει το γιατί, μα ούτε αυτές καλά καλά τολμούν να το ξεστομίσουν. Αυτό δε, δεν το πίστευα, το ήξερα: ο κάθε ένας μισεί όποιον του μοιάζει. Απ'τη μέρα που το συνειδητοποίησα αποφάσισα να το αποφύγω. Έτσι, μια μέρα, ερωτεύτηκα ένα μοναχικό περιστέρι που προσπαθούσε χωρίς επιτυχία ν'ανοίξει τα φτερά του, πεταρίζοντας ασταμάτητα στη μέση μιας άδειας πλατείας, μες στο καταχείμωνο. Ποιο περιστέρι μένει πίσω μες στο καταχείμωνο; Ποιο περιστέρι δεν μεταναστεύει για πιο ζεστά μέρη κάθε φθινόπωρο; Είχα τους λόγους μου να είμαι σίγουρος πως τούτο εδώ το περιστέρι, αν εγώ ο ίδιος το φυλάκιζα στις δυο μου παλάμες, και το άφηνα να πέσει από το μπαλκόνι του τετάρτου ορόφου μιας πολυκατοικίας, ξαφνικά δεν θα είχε κανένα απολύτως πρόβλημα με την πτήση του. Κοίταξα γύρω μου, μα πουθενά δεν φαινόταν να υπάρχει κανένα άλλο περιστέρι. Γιατί λοιπόν ο μικρός μου έρωτας δεν σταματούσε να υποκρίνεται το αδύναμο, εφόσον είχε ήδη μείνει μονάχο; Στάθηκα εκεί, κοροϊδεύοντας ακατάσχετα το ηλίθιο αυτό πλάσμα, νιώθοντας οργή να ρέει σ'όλο μου το σώμα. Τι περίμενε τούτο δω το περιστέρι; Και ποιος ο λόγος να μένεις με τα πόδια πατημένα στην γη, όταν έχεις φτερά να πετάξεις; Αρκετή ώρα απλώς καθόμουν εκεί, αμέριμνος, χασκογελώντας με τις γελοίες κινήσεις του  ηλίθιου περιστεριού που προσπαθούσε, δήθεν, να πετάξει. Πέρασε μία κοπέλα με σκούρο μπλε κασκόλ και μαύρο παλτό, με βήμα ταχύ και το μυαλό της μίλια μακριά απ'το μέρος που βρισκόταν εκείνη. Δυο βήματα μετά που είχε περάσει το περιστέρι, κοντοστάθηκε. Σταμάτησε να περπατά. Γύρισε, κοίταξε το περιστέρι, κι ύστερα, κοίταξε εμένα. Δεν έχω αντικρίσει πιο όμορφα μάτια. Ήταν κοινά, βέβαια. Απλώς καστανά προς το μαύρο. Αλλά ήταν όμορφα. Με την έννοια του όμορφου, του γλυκού, του μελαγχολικού, του νοσταλγικού. Από εκείνα που όσο και να τα κοιτάζεις δεν αλλάζει το συναίσθημα που νιώθεις. Από εκείνα που δεν τα βαριέσαι, που δεν τα ξεχνάς, που σε στοιχειώνουν σ'όλη σου την ζωή. Έτσι και τα δικά της. Έγχρωμα κι άχρωμα μαζί, χαρούμενα κι ανέκφραστα συνάμα, σαν να χαροπαλεύει μέσα της η θλίψη, να μην νικηθεί απ'τη νέκρα. Σαν να 'χει βαλσαμώσει ο μισός της κόσμος κι ο άλλος μισός να προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να παραμείνει ανθισμένος. Με κοίταξε, λοιπόν. Σκέφτηκα να της χαμογελάσω αλλά δεν το έκανα. Γύρισε ξανά το βλέμμα της στο περιστέρι. Μόλις χάθηκε η ματιά της, νόμιζα πως ο κόσμος μαύρισε πάλι. Σηκώθηκα και πλησίασα προς το μέρος της. Στάθηκα δίπλα της. Οι άκρες των χειλιών της ήταν ελαφρώς σηκωμένες. Αντικρίζοντας αυτό, βάλθηκα κι εγώ να γελάω με το περιστέρι. Μόλις όμως ήχησε το πρώτο μου χαχανητό, εκείνη μαρμάρωσε, σοβάρεψε. Σα να έπεσε σκοτάδι ξαφνικά. Ήθελα να την ρωτήσω γιατί, αλλά δεν το έκανα. Σηκώθηκε κι έκανε να φύγει. Τελευταία στιγμή άλλαξε πορεία, κάνοντας τελικά δύο βήματα πιο κοντά μου. Απέχαμε τώρα ο ένας απ'τον άλλο μερικές ίντσες μονάχα. Κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια της και ένιωσα χαρούμενος. Σκέφτηκα να δείξω την χαρά μου, αλλά δεν το έκανα. Κράτησα το πρόσωπό μου σκληρό κι αμετάκλητο. Μου ανταπέδωσε το βλέμμα. Αναρωτήθηκα τι έβλεπε εκείνη σε εμένα. Δεν την ρώτησα. Περίμενα να κάνει αυτό που ήθελε να κάνει. Ξαφνικά, μέσα στην απόλυτη ησυχία, άρχισε να ψιθυρίζει, στην αρχή τόσο χαμηλόφωνα που ούτε εγώ δεν μπορούσα να την ακούσω. Το τελευταίο όμως το 'πε δυνατά, για να το ακούσω όχι μόνο εγώ, μα και το άμοιρο περιστέρι, κι όλα τα περιστέρια σ'όλη τη Γη. "Αυτός ο άνθρωπος ίσως να ενεργεί πάντα με κρυφούς λόγους: γιατί πάντα φροντίζει να έχει ανακοινώσιμους λόγους τόσο στα χείλη του όσο και στα ανοιχτά χέρια του." Η έκφρασή της δεν άλλαξε καθόλου όσο μιλούσε. Τόσο που για μια στιγμή αμφέβαλλα για το αν μίλησε όντως. Μα ούτε η δική μου άλλαξε. Ύστερα, πολύ αργά, και πολύ βασανιστικά, σηκώθηκε στις μύτες τον ποδιών της, κι ακούμπησε τα κατακόκκινα χείλη της στα δικά μου. Μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί, μα με πάθος. Τα χείλη μας ενώθηκαν και έμειναν ενωμένα χωρίς να φιλιόμαστε. Και χωρίστηκαν αργά και βασανιστικά. Με το λάθος τρόπο. Η έκφρασή της δεν είχε αλλάξει όταν απομακρύνθηκε και με κοίταξε ξανά. Τι είδους κοπέλα φιλά έναν απόλυτο ξένο; Σκέφτηκα να την ρωτήσω, μα δεν το έκανα. Δεν ήμουν και σίγουρος αν είμαστε απόλυτοι ξένοι. Ίσως, βέβαια, να μου έδειχνε άλλο απ'ότι θα 'θελε να δω. Γιατί μίλησε μέσα απ'τα λόγια του Νίτσε; Ας έλεγε τι πίστευε εκείνη. Ας μου έδειχνε τις δικές τις σκέψεις. Τι είδους κοπέλα κρύβεται ακόμη κι από έναν απόλυτο ξένο; Έκανε ένα βήμα πίσω. Έδειξε το περιστέρι με το δεξί της χέρι. "Αν μ'άφηναν να διαλέξω ελεύθερα" είπε, "ευχαρίστως θα διάλεγα μια θεσούλα στην μέση του παραδείσου. Και ακόμη πιο πρόθυμα, μια θέση μπροστά στην πόρτα του!" Κι έπειτα χάθηκε μέσα σε μια χιονοθύελλα που δεν υπήρχε πριν,αφήνοντάς με με χίλιες ερωτήσεις και δυο μόνο απαντήσεις, όπως θα 'κανε μια σωστή νεράιδα. Κοίταζα την πλάτη της καθώς έφευγε. Τι είδους κοπέλα απαρνιέται τον παράδεισο; "Περίμενε!" φώναξα πριν καν το σκεφτώ. Μαρμάρωσε ξανά, όμως έμεινε με την πλάτη γυρισμένη σ'εμένα. Έκανα να την ρωτήσω, μα με πρόλαβε, λέγοντας αυτό: "I'm just a dog chasing cars. I don't know what I would do if I caught one. I just do things." Κι ύστερα άρχισε να περπατά ξανά. Δεν της φώναξα να σταματήσει τότε, μα ούτε και κουνήθηκα απ'την θέση μου. Είχε βραδιάσει όταν πια έφτασα στο συμπέρασμά μου. Ο παράδεισος είναι μία ψευδαίσθηση. Ή, τουλάχιστον, ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζουμε εμείς τον παράδεισο είναι ηλίθιος. Σαν τον θάνατο. Ποιος φοβάται τον θάνατο; Όλοι φοβόμαστε τα δευτερόλεπτα πριν την ήττα. Βλέπω τον εαυτό μου ν'αυτοκτονεί πέφτοντας από ένα ψηλό κτίριο και δεν σκέφτομαι το μετά, μα ο νους μου τρέχει στις στιγμές που θα πέφτω, που ο αέρας θα με γλύφει, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να με κρατήσει απ'το να πέσω. Ποιος φαντάζεται τον θάνατο; Ποιος φαντάζεται το πως είναι ακριβώς να πεθαίνεις; Ποιος φαντάζεται το πραγματικό κενό με επιτυχία; Ποιος φαντάζεται τον παράδεισο; Ποιος φαντάζεται την πραγματική ευτυχία, την άγνοια και την πραγματική αγάπη με επιτυχία; Ποιος μπορεί να φανταστεί ακριβώς την έννοια του παραδείσου; Ή του θανάτου; Τότε ήμουν σίγουρος πως αυτά τα δύο κάπου συμπίπτουν, κάπου... Στην απώλεια της σκέψης. Η διαφορά τους όμως, ήταν αυτή: στο θάνατο δεν μπορείς να σκεφτείς. Στον παράδεισο δεν χρειάζεται. Όλες σου οι ερωτήσεις είναι ήδη απαντημένες. 
Κι ύστερα θυμήθηκα πως ο παράδεισός μου είναι η σκέψη. 

Ήμουν η τελευταία ψυχή που έφυγε από εκείνη την έρημη πλατεία. Η προτελευταία ήταν μια ψυχή ενός χαζού περιστεριού. 





Standing there by a broken tree
Her hands are all twisted, she was pointing at me
I was damned by the light, coming out of her eyes
She spoke with a voice that disrupted the sky
She said walk on over here to the bitter shade
I will wrap you in my arms and youll know that youre saved
Let me sign
Let me sign 

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Skinny Love

Εκείνη ήταν ερωτευμένη με τις ηλιαχτίδες. Εκείνος ήταν ερωτευμένος με εκείνη.
Και οι δύο σε επ' άπειρον κυνηγητό, προσπαθώντας να πιάσουν στα χέρια τους εκείνο που ο καθένας απ'τους δυο θεωρούσε μοναδικό, εξωπραγματικό και ανεπανάληπτο, σε έναν κόσμο που καθετί έχει τουλάχιστον από ένα αντίγραφο και τίποτα δεν είναι αυθεντικό. 
Εκείνη προσπαθούσε να ανέβει στους ουρανούς και να φτάσει στις ηλιαχτίδες. Εκείνος προσπαθούσε να κρατήσει τα πόδια της στη Γη, γιατί αν πετούσε μακριά του δεν θα μπορούσε να την φτάσει. Για εκείνον δεν υπήρχαν ηλιαχτίδες, συνεπώς δεν μπορούσε και να τις κυνηγήσει. 
Ο μάγος χτύπησε τα χέρια του μία φορά και ο χρόνος πέρασε.
Εκείνη γύρισε ολόκληρο τον πλανήτη της ψάχνοντας να βρει το κατάλληλο μέσο για να πετάξει. Της είπαν να φτιάξει φτερά από κερί, σαν τον Δαίδαλο, και να πετάξει μέχρι να φτάσει εκεί που θέλει. Εκείνος το έμαθε. Ήξερε πως τα κέρινα φτερά θα έλιωναν μόλις εκείνη έφτανε κοντά στον Ήλιο, μα δεν της το 'πε. Αντ' αυτού, σκέφτηκε να φτιάξει ο ίδιος ένα ζευγάρι φτερά για τον εαυτό του, με πιο ανθεκτικό υλικό. Μόλις έφταναν κοντά στον Ήλιο κι εκείνη άρχιζε να πέφτει, εκείνος θα πετούσε γρήγορα προς το μέρος της και θα την έσωζε. Κι έτσι εκείνη θα καταλάβαινε το λάθος της, θα καταλάβαινε ποιος την αγαπούσε πραγματικά, ποιος ήταν καλός για εκείνη. Θα τον ερωτευόταν. Ήταν το τέλειο σχέδιο.
Ο μάγος χτύπησε τα χέρια του μία φορά και ο χρόνος πέρασε ξανά. 
Η ώρα της πτήσης ήρθε. Εκείνη απογειώθηκε απ'το ψηλό βουνό, κι εκείνος, για να κρυφτεί από εκείνη, απογειώθηκε από την κοιλάδα. Όταν εκείνη ήταν 500 μέτρα ψηλά, εκείνος ήταν 5. Όταν εκείνη ήταν 1.000 μέτρα ψηλά, εκείνος ήταν 10. Εκείνος άρχισε να επιταχύνει. Εκείνη χόρευε στον αέρα, κάνοντας σβούρες, χαρούμενη που θα έφτανε επιτέλους τον έρωτά της, τις ηλιαχτίδες. Εκείνος σε λίγο θα την είχε φτάσει. Εκείνη άρχισε να πετάει προς τον Ήλιο ξανά. Και τα φτερά της άρχισαν να λιώνουν. Κι άρχισε να πέφτει. Κι εκείνος βιάστηκε να την προλάβει, μα ήταν κουρασμένος. Κι εκείνη έπεσε κι εκείνος δεν την πρόλαβε. 
Εκείνος δεν γύρισε στη Γη. Ποιος ο λόγος; Η κοπέλα, η μοναδική για εκείνον, δεν ήταν εκεί.  Κι έτσι εκείνος παντρεύτηκε τις ηλιαχτίδες, για να 'χει συντροφιά. Μα δεν ένιωσε ποτέ τις ηλιαχτίδες και δεν κατάλαβε ποτέ το νόημά τους. Κι εκείνη χάθηκε για πάντα. 

and now all your love is wasted
and who the hell was I
?

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

You can't get by, by burning out

 Είμαι η Δάφνη. Είμαι 11 χρονών. Αρκετά μεγάλη για να κοιμάμαι μαζί με τη μάνα μου. Κι όμως κοιμάμαι δίπλα της κάθε βράδυ, στο διπλό κρεβάτι. Γεμίζω την άδεια θέση του πατέρα μου. 
 Έτσι και σήμερα. Εγώ έχω ξαπλώσει μα εκείνη ακόμη να εμφανιστεί. Την περιμένω. Δεν θ'αποκοιμηθώ αν δεν έρθει. Ίσως να 'χουν περάσει και δυο ώρες από τη στιγμή που της είπα καληνύχτα και ξάπλωσε στο σκοτάδι. Μα τώρα τα μάτια μου έχουν συνηθίσει, διακρίνω σχεδόν τα πάντα. Όσο μεγαλώνεις, τόσο περισσότερο δυσκολεύονται τα μάτια σου να διακρίνουν στο σκοτάδι. Εγώ ίσως και να μην φτάσω τόσο μεγάλη. 
  Κλείνω τα μάτια μου ενστικτωδώς μόλις η πόρτα ανοίγει και ακτίνες φωτός τρυπώνουν απ'την πόρτα. Πληγώνουν τα μάτια μου, ακόμη και κλειστά, και οι σκιές που βλέπω παίρνουν χρώμα βαθύ κόκκινο. Αίμα, σκέφτομαι. Οι φίλες μου σκέφτονται τριαντάφυλλα. 
  Δεν τη βλέπω, μα την ακούω. Κλείνει την πόρτα, βγάζει τις παντόφλες της, πίνει μια γουλιά νερό απ'το μπουκάλι που υπάρχει πάντα στο κομοδίνο της, ξεσκεπάζει το πάπλωμα απ'την πλευρά της - νιώθω το κρύο- κι ύστερα χώνεται κι αυτή κάτω απ'τα σκεπάσματα. Μα δεν ξαπλώνει. Η πλάτη της ακουμπά στον τοίχο. Βγάζει τα χαρτιά της κι ένα στυλό απ'το συρτάρι του κομοδίνου της. Τα χαρτιά της, πάντα τα χαρτιά της. Περιμένω να ακούσω τον ήχο του στυλό που τρέχει στο χαρτί για ν'ανοίξω τα μάτια μου. 
  Στα επόμενα λεπτά, γίνονται 2 πράγματα που δεν θα έπρεπε να συμβούν: ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω τι γράφει. Τα φώτα όμως είναι κλειστά και δεν μπορώ να διακρίνω τις λέξεις, δυστυχώς. Είμαι σίγουρη πως ούτε κι εκείνη μπορεί. Από το ρυθμό του χεριού της καταλαβαίνω πως γράφει ακανόνιστες λέξεις σε χαρτιά χωρίς γραμμές. Λέξεις που δεν βγάζουν νόημα για κανέναν άλλο πέρα από εκείνη. Μένω να την κοιτάζω για ώρες. Να γράφει. Ξέρω πως σε αυτό το χαρτί λέει σίγουρα το όνομά μου, το όνομα του πατέρα μου, και τη φράση, "ο χρόνος τελειώνει". Γιατί, ναι, για εμάς τους μικρούς και χωρίς κανένα νόημα ύπαρξης ανθρώπους ο χρόνος τελειώνει. Αναζητώ εκείνον για τον οποίο ο χρόνος είναι ατελείωτος, μια ανανεώσιμη πηγή, που η λέξη "τέλος" δεν υπάρχει. Έχω κάνει σχέδιο. Θα ντυθώ όμορφη και θα τον δελεάσω, θα μ'ερωτευτεί και θα πάρει μαζί μου εμένα και τη μητέρα μου , και θα ζήσουμε μαζί στην αιωνιότητα. 
  Την βλέπω να δακρύζει και την ακούω όταν αρχίζει να κλαίει με λυγμούς. Τα ένστικτά μου χτυπούν ακανόνιστους ρυθμούς μέσα στο κεφάλι μου, κάτι πρέπει να κάνω. Αλλά τι; Ξέρω πως οι φίλες μου νιώθουν καλύτερα αν κλάψουν πρώτα. Τι να ξέρω εγώ, 11 χρονών κορίτσι; Εγώ σταμάτησα το σχολείο πρόωρα. Οι φίλες μου ξέρουν χίλια δυο πράγματα κι εγώ καλά καλά δεν θυμάμαι την προπαίδεια. 
  Βήμα πρώτο: στριφογυρίζω. Βήμα δεύτερο: μουρμουρίζω. Βήμα τρίτο: βγάζω μια κραυγή, εκκωφαντική, τρομοκρατημένη. Υποδύομαι εκείνη που μόλις έχει βγει από έναν ακόμη εφιάλτη, και ω, το καταφέρνω αρκετά καλά. Ίσως αν ξεφύγω απ'τη μοίρα να πάω σε δραματική σχολή. 
  "Δάφνη;" ρωτάει, μέσα στο σκοτάδι. 
  "Μαμά, φοβάμαι." της λέω. 
   "Τι είδες;"
   "Ήρθαν και με πήραν, μαμά. Φοβάμαι."
    "Σςςς, κανείς δεν θα ρθει να σε πάρει." προσπαθεί να είναι καθησυχαστική μα φοβάται το ίδιο μ'εμένα. 
   "Φοβάμαι, μαμά. Κράτα μου το χέρι να μην φοβάμαι."
  Μου δίνει το δεξί της χέρι και το σφίγγω δυνατά με το αριστερό μου. Κι έτσι μας παίρνει ο ύπνος και της δύο, εκείνη πιστεύοντας πως με σώζει απ'τον τρόμο κι εγώ γνωρίζοντας πως  προσπαθώ μάταια να την κρατήσω απ' το να πέσει.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Setting Fire To Our Insides For Fun

  Είμαι ένα γραμματόσημο. Ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα του είδους μου. Καταταγμένο, καταχωνιασμένο σε μια ηλίθια συλλογή με γραμματόσημα. Είμαι από αυτά που απέσυραν απ'την κυκλοφορία και τα έκαναν στολίδι. Γιατί; Έλα ντε. Ανιαρή η ζωή εδώ , στη συλλογή. Δεν ταξιδεύω πια και δεν βλέπω κόσμο. Όχι πως έκαμα και κάνα τρομερό ταξίδι όταν κυκλοφορούσα. Απ'το εργοστάσιο στο ταχυδρομείο κι απ'το ταχυδρομείο κολλημένος σ'ένα γράμμα. Εκεί, δε, στάθηκα τυχερός. Γιατί ενώ άλλοι φίλοι μου ήταν κολλημένοι σε λογαριασμούς εφορίας, αναγκελείες θανάτου και διαφημιστικά τραπεζών, εγώ ήμουν περήφανος να στολίζω ένα μοναδικό γράμμα. Δεν γνωρίζω τι έλεγε. Γνωρίζω μονάχα πως το χαρτί ήταν αρωματισμένο, και ο αποστολές κι ο παραλήπτης μοιράζονταν το ίδιο επίθετο. Γνωρίζω πως έφυγα από εμπόλεμη ζώνη κι έφτασα σε πόλη με ειρήνη. 
  Και να πως έφτασα εδώ: ο παραλήπτης με φύλαξε. Με φιλούσε όταν φιλούσε και το γράμμα. Γιατί, με είχε αγγίξει, λέει, ο αποστολέας. Γι'αυτό μ'αγαπούσε. Ζούσα σ'ένα συρτάρι για καιρό. Μια μέρα μετακομίσαμε. Άκουσα πως τα πράγματα θ'αλλάξουν. Πως ο παραλήπτης έπρεπε να πετάξει το γράμμα,ή, καλύτερα, να το κάψει. Γιατί αλλιώς ο αποστολέας θα έπεφτε θύμα δολοφονίας. Πέταξε το γράμμα, μα φύλαξε εμένα. Και ζούσα ξανά σ'ένα συρτάρι, σ' άλλο σπίτι, σ'άλλη πόλη. Μια μέρα με βρήκε μια γυναίκα. Ρώτησε τον παραλήπτη τι κάνω εδώ. Ο παραλήπτης απάντησε πως μάλλον θα παράπεσα. Με πέταξαν στα σκουπίδια. Νόμιζα πως η ζωή είχε τελειώσει, όμως το ίδιο βράδυ, ο παραλήπτης ήρθε και μ'έβγαλε απ'τα σκουπίδια και με φύλαξε ξανά. Σ'ένα βιβλίο αυτή τη φορά. Στο ίδιο που είμαι τώρα. Έκανε συλλογή γραμματοσήμων με αρχή εμένα. Κι είμαι περήφανο γ'αυτό. Για να με καλύψει θα το 'κανε, μάλλον. Επειδή μ'αγαπούσε. Επειδή με είχε αγγίξει ο αποστολέας. 
  Μα γιατί να μην το ξέρει εκείνη η κοπέλα που με βρήκε; Γιατί να μην της πει την ιστορία; Να την ακούσω κι εγώ, επιτέλους; Γιατί τώρα να έχουν περάσει δυόμιση χρόνια που μένω καταχωνιασμένος εδώ, γιατί αυτή η συλλογή με γραμματόσημα να 'χει γίνει η πιο γνωστή σ'όλη την πόλη, γιατί να έρχονται άνθρωποι να μας φωτογραφίζουν, κοιτάζοντας με δέος την περίφημη συλλογή;
  Και γιατί κάθε φορά να λέει πως είμαστε όλα αγοραστά; Εγώ δεν είμαι αγοραστό. 


  Για να κρυφτεί κι ο ίδιος ανάμεσά μας, μάλλον.

Μόχα ο τρελός, Μόχα ο σοφός, Μόχα ο πνιγμένος

  "Αν ρωτήσεις ένα ψάρι για τον κόσμο του, το τελευταίο πράγμα για το οποίο θα σου μιλήσει είναι η θάλασσα!" φωνάζει ο Μόχα χαρούμενος τρέχοντας στους δρόμους του χωριού, κι είναι χαρούμενος που η ζωή του έχει νόημα ξανά, γι'αυτές τις ώρες έστω. Οι συγχωριανοί του δεν ασχολούνται μαζί του πια. "Να τος πάλι ο τρελός." αυτό μονάχα ψιθυρίζουν, κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. Μονάχα ένας γέρος άντρας βγαίνει κάθε φορά που ο Μόχα τρέχει στους δρόμους χαρούμενος φωνάζοντας μια φράση που ο ίδιος ανακάλυψε, και του φωνάζει, με την ίδια οργή, "Σώπα, τρελέ, και γύρνα σπίτι σου!". Και ο Μόχα ακούει αυτόν τον γέρο. Μονάχα αυτόν τον γέρο. 

   Μετά το δεύτερο γύρο του χωριού, γυρίζει σπίτι του, κουρασμένος πια. Κι εκεί θα κλειστεί για καιρό, χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Ίσως να δημιουργήσει έναν ρυθμό βαρώντας το μολύβι του στο ξύλινο τραπέζι, μα αυτός θα είναι ο μοναδικός θόρυβος που θα ακούσεις να βγαίνει από το σπίτι του Μόχα. Η καλή γειτόνισσα θα του φέρνει φαγητό κάθε μέρα στις μία το μεσημέρι. "Πόσο καιρό θα μένεις κλεισμένος εδώ μέσα, Μόχα;" θα τον ρωτά κάθε φορά, "Πότε θα δουλέψεις επιτέλους; Δεν θα είμαι εδώ πάντα να σου φέρνω φαγητό."

  "Μέχρι το άπειρο" θ'απαντά ο Μόχα.


 "Κάθε γνώση βασισμένη σε αβάσιμη πίστη δεν είναι γνώση!" φωνάζει, δυο εβδομάδες μετά, κάνοντας ξανά το γύρο του χωριού. "Σώπα, τρελέ, και γύρνα σπίτι σου!" φωνάζει ο γέρος, με οργή. Κι ο Μόχα σκύβει το κεφάλι και γυρνά σπίτι του απογοητευμένος. Ο γέρος τον κοιτάζει να φεύγει. "Πότε θα σταματήσεις ν'ασχολείσαι επιτέλους με τον παρανοϊκό;" ρωτά η γυναίκα του, ενοχλημένη. "Όλο το χωριό συμφώνησε να μην του δίνει κανείς σημασία, κι εσύ συνεχίζεις." 
  



Περνούν έξι εβδομάδες και ο Μόχα ακόμη να βγει στο χωριό και να φωνάξει μία νέα σκέψη του. Το χωριό έχει βρει την ησυχία του, μα ο γέρος ανησυχεί πολύ. Μήπως σταμάτησε να σκέφτεται; Κι έτσι λοιπόν, φορά τις μαύρες του γαλότσες και το μάλλινο παλτό του, αρπάζει την μαγκούρα του απ'τη γωνιά δίπλα στο τζάκι και βγαίνει να βολτάρει στις 12 τη νύχτα, με προορισμό το σπίτι του Μόχα. Αυτή είναι η πρώτη φορά που τον επισκέπτεται μετά από είκοσι χρόνια. 

 Βρίσκει τον τρελό να περιμένει στο κατώφλι της πόρτας. Κοιτάζει το γέρο με δέος, κι εκείνος σκύβει το βλέμμα και μπαίνει στο σπίτι χωρίς να μιλήσει. 
  "Τι είναι ο κόσμος, Μόχα;"
   Δεν απαντά. 
   "Τι είναι ο χρόνος, Μόχα;"
  "Γιατί υπάρχουμε, Μόχα;"
   "Πού είμαστε, Μόχα;"
   "Ποια είναι η θάλασσα, Μόχα;"
  Στην τελευταία του ερώτηση, ο Μόχα γυρίζει για να κοιτάξει τον γέρο κατάματα. Στα μάτια του υπάρχει φως. Ξανά. Τα κατάφερε, λοιπόν. Σηκώνεται και κάνει α φύγει.
   "Περίμενε" μιλά επιτέλους ο Μόχα. "¨Αδερφέ, μην φεύγεις." Ο γέρος παγώνει, πάει καιρός απ'την τελευταία φορά που ο Μόχα μιλούσε σ'εκείνον συγκεκριμένα. 
   "Ποια είναι η θάλασσα, Μόχα; Εντυπωσίασε με. Ποια είναι η θάλασσα;" επαναλαμβάνει, κι ύστερα φεύγει, χωρίς ν'αφήσει τον Μόχα ν'αρθρώσει λέξη. 


 Τέσσερις εβδομάδες και τρεις ημέρες. Ο Μόχα ακόμη ν'ακουστεί. Ο γέρος βγαίνει ξανά, αυτή τη φορά για το σπίτι της καλής γειτόνισσας που δίνει φαγητό στον Μόχα. Η ώρα είναι περασμένη κι έτσι η καλή γειτόνισσα αναστατώνεται όταν ακούει χτυπήματα στην πόρτα της. 
  "Μάνα" λέει ο γέρος, κοιτώντας στη στα μάτια, "μία ερώτηση μόνο θα σου κάνω κι ύστερα θα φύγω. Μόνο απάντα μου σε παρακαλώ, και δεν θ'ασχοληθώ μαζί σου ποτέ ξανά, δεν θα με ξαναδείς, μα πες μου. Όταν πήγες να δώσεις φαγητό στον Μόχα σήμερα το μεσημέρι, και τον ρώτησες μέχρι πότε θα μένει κλεισμένος στο σπίτι του, τι σου απάντησε;"
  Η καλή γειτόνισσα δεν απαντά.
  "Μάνα!" γρυλίζει τώρα ο γέρος, "τι σου απάντησε, μάνα;"
  "Μου είπε, μέχρι το τέλος." η καλή γειτόνισσα είναι μαρμαρωμένη, κι αν δεν κουνιόνταν τα χείλη της θα 'λεγε κανείς πως είναι άγαλμα. 
   "Όχι μέχρι το άπειρο; Είσαι σίγουρη;"
   "Μέχρι το τέλος. Έτσι είπε. Είμαι σίγουρη." Κι ύστερα κλείνει την πόρτα, διώχνοντας ξανά απ'την ζωή της το γέρο που δεν είναι γέρος, τον πρωτότοκο γιο της, καταρρέοντας πίσω απ'την πόρτα. "Θεούλη μου" ψιθυρίζει στο σκοτάδι, "δεν συμβαίνει αυτό. Δεν συμβαίνει."


   Είκοσι δύο φεγγάρια πριν, ο Μόχα κι ο αδερφός του, δραπετεύουν απ'το σπίτι στις 12 τα μεσάνυχτα, καβάλα σε δυο άσπρα άλογα, να διασχίσουν τα βουνά και να φτάσουν στη θρυλική θάλασσα, να δουν την όμορφη κοπέλα με τη γαλάζια χαίτη από κοντά για μια φορά. Αναζητούν την μία και μοναδική γυναίκα που αγάπησε ο πατέρας τους, με την ελπίδα πως θα βρουν κι αυτόν μαζί της. Ο Μόχα είναι δεκαπέντε κι ο αδερφός του δεκαοχτώ. Ο Μόχα είναι πανέξυπνος κι ο μεγαλύτερος αδερφός του τον ακολουθεί. Μα σαν φτάνουν στο λιμάνι της Χώρας, μαθαίνουν πως η θάλασσα είναι ατέλειωτη. Μαθαίνουν πως για να τη διασχίσουν ολόκληρη θα τους πάρει παραπάνω από εκατό φεγγάρια. Ρωτούν τότε για τον Καπετάν Γιώργη, κι αφηγούνται την ιστορία του, όταν εκείνος παράτησε τη γυναίκα του και τα παιδιά του για να συναντήσει την κοπέλα με τα γαλάζια μαλλιά. Φήμες λένε πως την παντρεύτηκε, λένε ο Μόχα κι ο αδερφός του. "Αν την παντρεύτηκε" απαντούν οι θαλασσόλυκοι, "τότε μόνο στον άλλο κόσμο θα τον βρείτε. Γιατί εμείς οι θαλασσινοί, λέμε πως αυτοί που πνίγηκαν παντρεύτηκαν τη θάλασσα." 
  Τα δύο αδέρφια ένιωσαν τι εστί κόλαση εκείνη τη νύχτα. Μα αυτό το σκοτεινό και μυστηριώδες τέρας ήταν κάτι παραπάνω από ελκυστικό. Την ερωτεύτηκαν κι οι δυο τότε, κι αυτή η κατάρα τους κυνηγά μέχρι το άπειρο. Αποφάσισαν να μείνουν δίπλα της, να την ταξιδεύουν για την υπόλοιπη ζωή τους. Μα πάνω στη δεύτερη χρονιά τους ως θαλασσινοί, το καράβι τους βυθίζεται στην κακοκαιρία. Ο αδερφός ξεφεύγει μα ο Μόχα αρραβωνιάζεται την θάλασσα. Κι έτσι ο αδερφός ξανανεβαίνει στα καράβια, αναζητώντας το Μόχα, προσπαθώντας να τον προλάβει πριν την παντρευτεί κι εκείνος. Κάθε βράδυ στις 12 τα μεσάνυχτα βγαίνει στην πλώρη και φωνάζει τ'όνομά του. "Μόχα!" κι οι φωνές του φτάνουν ως τ'αυτιά της πιο μακρινής γοργόνας, οι φωνές του βουτούν στη θάλασσα και κάνουν το βυθό της να σύεται, και προκαλεί καταστροφή στην επιφάνεια. Οι φωνές του αδερφού σηκώνουν πελώρια κύματα και το καράβι του βυθίζεται για δεύτερη φορά. Εκείνος σώζεται, μα το πλήρωμά του παντρεύεται τη θάλασσα. Αποκλείεται ο Μόχα να επιβίωσε αυτήν την θαλασσοταραχή. Αυτή είναι η σκέψη του αδερφού. Και μ'αυτή γυρνά στο χωριό, με το κεφάλι σκυφτό από τότε και για πάντα, ένοχος για το θάνατό του. Τα δυο αδέρφια μπήκαν μαζί στην ζωή της θάλασσας μα βγήκαν χωριστά. 
  Κλειδώνεται στο σπίτι του για αυτοτιμωρία. Το χωριό τον τιμωρεί, και τον παντρεύει με τη γεροντοκόρη του χωριού. Η στεναχώρια του κάνει τα μαλλιά του ν'ασπρίσουν, το δέρμα του γερνά και γίνεται αδύναμος. Κι έτσι ο αδερφός γερνά χωρίς να έχει γεράσει. 
  Δύο μήνες μετά, φτάνει στο χωριό μια άμαξα με τέσσερα άλογα. Παραδίδουν έναν τρελό στην πιο λαμπρή χωριανή και της ζητούν να τον προσέχει. Αναρωτιούνται όταν η γυναίκα αγκαλιαζει τον τρελό με τα φύκια στα μαλλιά με περίσσεια αγάπη, μα δεν δίνουν σημασία. Την επομένη, η πόρτα του αδερφού χτυπά τρεις φορές. Η μάνα του στέκει στο κατώφλι, και τον κοιτάζει κατάματα όταν εκείνος της ανοίγει. "Δεν είσαι γιος μου εσύ." του λέει. "Ο Μόχα είναι ζωντανός. Γύρισε. Ο Μόχα γύρισε. Δεν είναι νεκρός. Δεν έψαξες αρκετά. Δεν είσαι γιος μου." κάνει να φύγει, μα γυρίζει να του πει ένα τελευταίο πράγμα."Δεν θυμάται τίποτα. Μονάχα εμένα. Γι'αυτό, καλά θα κάνεις να μην τον ενοχλήσεις ποτέ ξανά."
  Από εκείνη την ημέρα και για πέντε εβδομάδες, ο τρελός Μόχα έκανε τον κύκλο του χωριού δύο φορές, φωνάζοντας μία λέξη μονάχα: "Βίρα!". Και κάθε φορά ο αδερφός έβγαινε έξω, παριστάνοντας τον άκαρδο γέρο, και φώναζε ακριβώς τις ίδιες λέξεις: "Σώπα, τρελέ, και γύρνα σπίτι σου!" κι ύστερα κλειδωνόταν στο δωμάτιό του και προσευχόταν πεσμένος στα γόνατα ο Μόχα να συνεχίζει να έρχεται για πάντα. Ξαπλώνει στο κρεβάτι του για ώρες και ψάχνει έναν τρόπο να επαναφέρει τον αδερφό του χωρίς να τον πλησιάσει. 
  Κι έτσι, φτιάχνει το παρακάτω σχέδιο: Την επόμενη φορά που ο Μόχα θα περάσει μπροστά απ'το σπίτι του, θα του κάνει μια ερώτηση. Μία από αυτές που ξέρει πως ο Μόχα θα ποθεί να απαντήσει, γιατί οι πανέξυπνοι πάντα θέλουν ν'απαντούν στις ερωτήσεις. Θα του δίνει τροφή για σκέψη κι ο Μόχα θα βρει ξανά τον εαυτό του. 


 Οι μέρες περνούν. Ο γέρος περιμένει. Και τελικά, ο Μόχα εμφανίζεται μπροστά στο σπίτι του γέρου. Δεν κάνει το γύρο του χωριού. Περπατά σιωπηλός. Κι όταν φτάνει στο σπίτι, στέκεται και φωνάζει, κλαίγοντας: "Δεν ξέρω. Δεν ξέρω. Ήρθε το τέλος και πια δεν ξέρω."

"Μόχα ο τρελός, Μόχα ο σοφός, Μόχα ο πνιγμένος
Μόχα, αυτός που όσο και αν πιεί πια δε μεθάει
Μες το λιμάνι τριγυρνάει μαγεμένος
Μόχα, αυτός που όλο τα κύματα κοιτάει

Μόχα ο τρελός, ο σοφός, ο τελειωμένος
Μόχα, αυτός που τον ξεχώρισε η μοίρα
Τρέχει απ' τα μάτια του η σκουριά και η αλμύρα
Μόχα, αυτός που τραγουδάει ευτυχισμένος

Ξέρω τα κύματα μια μέρα αυτά τα βράχια
θα τα διαλύσουν, θα τα κάνουν όλα σκόνη
Θα 'ρχεται 'κείνο το κορίτσι να ξαπλώνει
πάνω στην άμμο και να τραγουδάει τάχα

Ότι θα έρθω από μακριά και 'γώ σε λίγο,
ότι θα μείνουμε εκεί μαζί για πάντα
Αντίο θάλασσες και κύματα σαράντα,
θα λέω ψέματα πως δε θα ξαναφύγω.

Έρχεται ο Μόχα ο τρελός πάλι χαμένος,
κοιτάει τις άγκυρες και όλο φωνάζει "βίρα!"
Μέσ' στο λιμάνι τριγυρνάνει μαγεμένος
Μόχα, η σκουριά η σκουριά και η αλμύρα..."


Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Πάντα θα φεύγω 
και θα γυρίζω
πιο χλωμός και πιο μεγάλος
ώσπου μια μέρα
δεν θα 'μαι αυτός 
που είχε μείνει μοναχός
δεν θα 'μαι αυτός,
δεν θα 'μαι αυτός 
που είχε μείνει μοναχός


μα ένας άλλος

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Παράθυρα. Παλιά κουφώματα. Παράθυρα 90 χρονών. Ξύλινα. Που δεν τ'άνοιξε κανείς για χρόνια και τώρα όσο και να προσπαθείς δεν θ'ανοίξουν ποτέ. 

Κρύσταλλοι. Ανθρώπινες ψυχές. Κάθε κρύσταλλος έχει διαφορετικό σχήμα. Σκίζουμε τα στήθη μας στα δύο, βγάζουμε απ'τα σωθικά μας τον δικό μας κρύσταλλο και τον παραδίδουμε σε ένα άτομο, ανεξάρτητα αν εκείνος μας χάρισε το δικό του. Του ζητάμε να προσέχει τον κρύσταλλό μας, γιατί είναι πολύ ευαίσθητος και σπάει πανεύκολα. Δίνουν και σ'εμάς έναν κρύσταλλο. Υποσχόμαστε να τον προσέχουμε, όπως υποσχέθηκαν και σ'εμάς. Μα στο τέλος όλοι οι κρύσταλλοι ανεξαιρέτως καταλήγουν έστω ραγισμένοι.

Μάτια. Μάτια ενός τυφλού. Είναι ξαπλωμένος κάτω απ'τον νυχτερινό ουρανό. Το κεφάλι του στραμμένο πάνω του κι ας μην μπορεί να δει. Αναρωτιέμαι τι πιστεύει για τον κόσμο. Πώς τον φαντάζεται να είναι. Πώς φαντάζεται τα χρώματα. Έχεις δει χρώματα; Μα ξέχασα, εγώ είμαι μια περαστική, δεν θα μ'ακούσει κι ας του μιλήσω. Ψιθυρίζει κάπου. Στον εαυτό του, ίσως. "Μου είπαν πως τ'αστέρια που βλέπουν οι άνθρωποι στον ουρανό δεν υπάρχουν τώρα. Είναι απλώς το φως τους που ταξιδεύει. Είναι μια ψευδαίσθηση. Δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχει τίποτα. Μονάχα φως."

"Είμαι τυχερός που είμαι τυφλός."




3 σκηνές. Έγινα φάντασμα, τρύπησα κρυφά στο μυαλό σου και αντίκρισα 3 επαναλαμβανόμενες σκηνές.