Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Τι είναι καλό και κακό; Τα ξύλα στο τζάκι υποφέρουν απ'την φωτιά, καίγονται, βασανίζονται. Η φωτιά είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να τους συμβεί. Για μας όμως είναι πολύ καλό, ε; Ζεσταινόμαστε. Δεν μπορούμε να ζεσταθούμε χωρίς να υπάρξει φωτιά. Δεν μπορεί να υπάρξει φωτιά χωρίς κάποιος ή κάτι να καεί. Μα, και η φωτιά δεν είναι πάντα τόσο καλή και για μας. Αν αντί να βρισκόμασταν τώρα μπροστά στο τζάκι, ήμασταν σ'ένα δάσος, περιτριγυρισμένοι από φλόγες; Αν υποφέραμε κι εμείς μαζί με τα ξύλα; Ποιος θα ζεσταινόταν τότε; Κανείς. Και στις δυο περιπτώσεις κάποιος μένει ικανοποιημένος, πάντως. Η φωτιά. Ο κόσμος δεν είναι μια κατάσταση στην οποία καθένας εκμεταλλεύεται τον άλλο για να ταΐσει την κυνική του πλευρά. Η κυνική μας πλευρά εκμεταλλεύεται εμάς. Κι εμείς, βέβαια, την αφήνουμε.. 

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Νόρα

 Α, για εκείνη τη γάτα. Ηλίθιο γατί. Τι κατάλαβε τώρα; Καλόμαθε στην έτοιμη γατοτροφή και στα χαζά παιχνίδια και χάδια κάθε φορά που περνούσε απ'την πόρτα μας και τώρα μας τρίβεται. Δεν σε θέλουμε πια, κωλόγατο. Έγινες κακομαθημένη και εμείς δεν γουστάρουμε γάτες του καναπέ. Αυτό ψάχνεις; Μια στρογγυλή και ζεστή θεσούλα στον καναπέ μας; Πού πήγε η ανεξάρτητη γάτα που έκλεβε τη δική της τροφή, που 'έγλυφε' μόνο για φαγητό, που δεν είχε όνομα ή σπίτι, που τριγύριζε και δεν άνηκε, που είχε το δρόμο της, τον τρόπο της; Πού είναι η Νόρα; Την ξεπούλησες για ένα χάδι ρε; Για μερικά γαμημένα παιχνίδια και φλώρικα αγγίγματα που γουστάρουν οι γατούλες του καναπέ; Πού είσαι εσύ; Υπήρχες ποτέ; Αν εμείς σε παρατήσουμε τι θα κάνεις; Είναι λογικό να μπλέκεις με ανθρώπους; Δεν είναι. Γιατί εμείς θα σε βαρεθούμε όταν θα σταματήσει να είναι γαμάτο να έχεις μια γάτα στην είσοδο του σπιτιού σου και όταν αρχίσεις να μας σπας τα νεύρα επειδή θα νιαουρίζεις μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα και θα βρωμίζεις τον ανύπαρκτο κήπο μας. Γιατί είμαστε άνθρωποι και οι άνθρωποι βαριούνται, ηλίθιο γιατί! Και ενώ πριν μας είχες του χεριού σου και μας έκανες τα γλυκά μάτια για να σου δώσουμε φαγητό και μας εκμεταλλευόσουν τώρα μας φοβάσαι. Μας φοβάσαι! Βλαμμένο γατί, τι είχες στο μυαλό σου; Για ένα χάδι ρε; Βλαμμένη. 

  Για αυτό, έχω μία καλή συμβουλή προς όλες τις ανεξάρτητες γάτες του δρόμου. Μείνετε μακριά από χάδια. Κοιτάτε πως κατέληξε τούτη δω το γατί. Μακριά απ' τα χάδια. 

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

there are monsters on either side of the moon; and one is a creation of the other

  Μονόδρομος.Αν και η όρασή μου μέσα στο σκοτάδι δεν αρκεί ούτε για να κοιτάξω στο απέναντι πεζοδρόμιο, ξέρω πως βρίσκομαι στην άκρη ενός μονόδρομου. Γιατί κάθε άνθρωπος που περνάει από μπροστά μου έρχεται απ'τα δεξιά και φεύγει προς τα αριστερά. Εμφανίζονται απ'το σκοτάδι και χάνονται πάλι μέσα σ'αυτό, και στο ενδιάμεσο είμαι μόνη μου. Κι όσο ζω στο ενδιάμεσο εκείνο, δεν υπάρχει χρόνος. Κανένας. Μέχρι κι εγώ χάνω την αντίληψη του. Μπορεί να 'χουν περάσει 2 έτη και να μην το 'χω πάρει χαμπάρι. Μα κάθε φορά που εμφανίζεται ένας άνθρωπος, εμφανίζεται και ο χρόνος ξανά. Είναι υπαρκτός και μας κυνηγά. 
   Άλλο ένα πράγμα που δεν υπάρχει: το φως. Δεν βλέπω τίποτα. Ίσως να μην συνειδητοποιούσα πως περπατούν άνθρωποι μπροστά μου αν δεν άκουγα τον βηματισμό του καθενός. Κάθε ένας από αυτούς κρατά μία μικρή σπίθα φωτός - τόσο μικρή που ίσα φωτίζει τους ίδιους, πόσο μάλλον τον δρόμο γύρω τους. Θέλω πολύ να ακολουθήσω έναν από αυτούς, να τον στριμώξω και να κλέψω την σπίθα φωτός του. Μα ξέρω πως δεν είναι αρκετή. Καλύτερα στο απόλυτο σκοτάδι παρά στο ημίφως. 
   Και τότε, τότε ακριβώς, ο δρόμος λαμποκοπά ξαφνικά. Σαν να έπιασε φωτιά ένα ολόκληρο σπίτι. Σαν να πλησίασε η Σελήνη πιο κοντά στη Γη, μόνο και μόνο για να φωτίσει αυτόν τον δρόμο. Κλείνω τα μάτια μου από ένστικτο, προστατευόμενη απ'το ξαφνικό φως. Τα ανοίγω ξανά, σιγά σιγά. Μία κοπέλα με κατακόκκινα , μακριά μαλλιά χορεύει στη μέση του δρόμου. Και κουβαλά μαζί της τόσο φως... Βλέπω σχεδόν τα πάντα. Τα πάντα στο στενό που βρίσκομαι. Αλλά δεν βλέπω το τέλος του. Ούτε την αρχή του. 
    Κάθε κύτταρο του σώματός μου φωνάζει να την ακολουθήσω. Δεν το κάνω. Τα μάτια μου δεν φεύγουν λεπτό από πάνω της. Πρώτα το πρόσωπό της. Χαρούμενο, ζεστό. Μετά ολόκληρη. Φοράει ένα λευκό φόρεμα. Τα πόδια της- γυμνά. Χωρίς παπούτσια. Μετά, καθώς φεύγει, η πλάτη της. Τα μαλλιά της που χορεύουν μαζί της στο ρυθμό. Ταπ, ταπ, ταπ, ταπ, ταπ, ταπ... Βήματα. Τα δικά της. Αναρωτιέμαι πώς ένα γυμνό πόδι κάνει τόσο θόρυβο. Πλησιάζει στο τέλος του στενού. Όσο περπατάει, το τέλος απορροφά το φως της, σαν να μην υπήρχε ποτέ, το τέλος του στενού καταπίνει το φως της σαν διψασμένο κι αχόρταγο τέρας. 
   Και πέφτει. 
   Ούτε που σαλεύω. Το περίμενα. 
   Το φως χάνεται ξανά μα δεν φοβάμαι.
   Και να το πάλι- ταπ, ταπ, ταπ, ταπ... Τι είναι; Κοιτάζω γύρω μου. Τα μάτια μου κάνουν λίγη ώρα να συνηθίσουν στο σκοτάδι. Να 'τη. Μια κοπέλα. Δεν βλέπω τα χαρακτηριστικά της. Μόνο μια σιλουέτα. Ισχνή, σκοτεινή. Ξαφνικά ανυπομονώ για το δευτερόλεπτο που θα χαθεί στο τέλος του στενού. Την φοβάμαι πιο πολύ απ'ότι θα πρεπε. 
   Χάνεται κι αυτή. 
   Σκοτάδι ξανα.
   Περιμένω. 
   

  Την επόμενη φορά που ακούω βήματα, αρχικά τρομάζω γιατί δεν βρίσκω πουθενά καμία μαύρη σιλουέτα στο δεξί τέλος του δρόμου. Και να τος- ο μοναδικός μετά από χιλιάδες που περπατάει ανάποδα απ'τους άλλους. Μπαίνει απ'τα αριστερά και κατευθύνεται προς τα δεξιά. Δεν το σκέφτομαι. Τον ακολουθώ. 

  Περπατούσαμε για ώρες... Το μόνο που διέκρινα τώρα καθαρά απ'αυτόν ήταν η πλάτη του. Καθόλου γνώριμη. Δεν ήταν κανείς απ'αυτούς που πέρασε. Δεν ξέρω πού πηγαίνουμε.  Αλλά ξέρω πως είμαι ασφαλής.


  "Γιατί με ακολουθείς;" με ξαφνιάζει όταν γυρίζει να με κοιτάξει και χάνω την αναπνοή μου για ένα δευτερόλεπτο. Τον κοιτάζω κατάματα μα δεν βλέπω χρώμα. Δεν απαντώ στην ερώτησή του. 
   "Γιατί με ακολουθείς;" επαναλαμβάνει. 
   "Δεν ήθελα να πέσω στην μαύρη τρύπα."
    "Ποια μαύρη τρύπα;" βλέπω την απορία στο πρόσωπό του. 
    "Εκείνη που έπεφταν όλοι. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Στο τέλος."
    "Μαύρη τρύπα την είδες εσύ;"
    "Ίσως όχι μαύρη τρύπα... ίσως κάτι πιο μεγάλο, ένα τέρας, δεν ξέρω, το κενό; Πάντως-"
     "Δεν έχει σημασία. Τώρα..." απλώνει το χέρι του προς τα εμένα, η παλάμη να κοιτάζει τον ουρανό. 
     Το κοιτάζω για ένα λεπτό πριν κάνω να τον αγγίξω. Κάνω ν'απλώσω το χέρι μου για να πιάσω το δικό του, και τότε σηκώνει το άλλο του χέρι στον αέρα, για να με σταματήσει με μια χειραψία. "Είσαι έτοιμη να πετάξεις;" λέει, προειδοποιητικά. 
     Να πετάξω; "Ναι!" είμαι τόσο ενθουσιασμένη. Πάντα ήθελα να πετάξω. Απορώ με τον εαυτό μου πώς πείστηκα τόσο γρήγορα, μα νιώθω μουδιασμένη. Μεθυσμένη. 
    Μου χαμογελάει και ξεχνάω. "Έλα, λοιπόν." λέει ξανά, απλώνοντας και τα δύο του χέρια προς εμένα. Κάνω να σφίξω τις παλάμες μου στις δικές του, και μόλις που τον ακουμπάω, μαρμαρώνω. Γιατί το χέρι μου πέρασε μέσα απ'το δικό του σαν να 'ναι φάντασμα. Δοκιμάζω μια δεύτερη φορά, σίγουρη πως είναι απ'τη μέθη. Μα όχι, δεν είναι, κι εγώ δεν είμαι μεθυσμένη. 

 Δεν ξέρω πού βρίσκομαι. Είμαι μακριά και απ'την αρχή και απ'το τέλος, μα νιώθω και τα δύο πολύ κοντά μου, λες και ένα απ'αυτά θα συμβεί όπου να 'ναι. Ή και τα δυο μαζί. Τρέμω από φόβο μα δεν τρέχω, δεν έχω πού να πάω, άλλωστε. Ποια κατεύθυνση είναι η σωστή μέσα στο απόλυτο σκοτάδι; 

My name is Tessa Scott. A good name of three syllables.

  I walk. There is no place for me to go. No, actually, there is one. One place. Governed by a king who likes to play games. And this king is haunting me right now. He's waiting for me. Lurking beside me, like a shadow. He's dressed in black. Hollow black. He's waiting patiently for the time I'll be weak enough, so he can overrule me too. Like he's overruled millions of people. Actually he's overruled every life in this world. Every kind of life. There comes a time for all of us when we're too weak to deal with him. Nearly no-one's aware of him. He's decent. Enough so that he doesn't make his presence a big deal. But I am. I am aware of him. I've been walking with him stepping silently by my side for so long now that I'm kind of used to him. I know he's waiting and I know the purpose of my life is to meet him one day. I was born to meet this king. But that's not enough to stop me from being afraid. 
  I walk. I find a bench. I sit. And on the wall beside me, I write.
  "Keep breathing. Just keep doing it. It's easy. In and out."





It's easy


in and out 





Keep breathing



Just keep



doing it 




It's 









easy








in









and


















out.



and everything has an end.
Though this king is infinite

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

  Από όλα όσα θα μπορούσα να θυμάμαι, θυμάμαι αυτήν την στιγμή: Εσένα μπροστά στον καθρέπτη. Δεν ήξερες πως σε κοιτάζω και δεν ήθελα να το μάθεις. Δεν ήξερες καν πως είμαι εκεί. Θα σκότωνα να μάθω τι περνούσε απ'το μυαλό σου τότε. Και θα σκότωνα να μάθεις πώς σε έβλεπα εγώ. Δεν μέτρησα την ώρα, αλλά νομίζω ότι κράτησες για 2 τραγούδια την ίδια στάση. Απαράλλακτη, να κοιτάζεις. Τι; Και πάνω που σκέφτηκα πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο να δεις μέσα σ'αυτόν τον αντικατοπτρισμό, γιατί είναι αυτός που ξέρεις καλύτερα από όλους, γέλασα με τον εαυτό μου. Γιατί εσύ κάθε φορά που κοιτάζεις τον εαυτό σου στον καθρέπτη βλέπεις κάτι διαφορετικό. Μα τώρα που το ξανασκέφτομαι, όχι μόνο εσύ. Όλοι μας. Κάθε φορά που κοιτάζουμε στον καθρέπτη βλέπουμε κάτι διαφορετικό. Και αλλάζει η όψη μας; Μπα. Πόσο να αλλάζουμε απ'τη μια μέρα στην άλλη; Θ'αλλάζει ο τρόπος που τα βλέπουμε, τότε. Λες και κάθε μέρα φοράμε ένα διαφορετικό ζευγάρι γυαλιά... ή μάλλον τα γυαλιά μας αποκτούν έναν παραπάνω λεκέ. 
  Δεν γύρισες ποτέ να με κοιτάξεις, κι εν μέρη είμαι χαρούμενη γι'αυτό. Βέβαια αν με κοίταζες, θα σου 'λεγα πόσο όμορφη είσαι για μένα. Αλλά τι σημασία έχει αυτό; 


Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Και σαν αντικρίσεις τον Ήλιο, τι καταλαβαίνεις; Λένε ότι αυτός είναι ο λόγος που υπάρχουμε. Στο τέλος ή θα μας κάψει η θα μας αφήσει να παγώσουμε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτός μας κρατάει ζωντανούς και αυτός θα μας καταστρέψει. Και σημειώστε αυτό: δεν μπορεί να υπάρξει ζωή χωρίς τον ήλιο της. Πρώτα γεννιέται ο ήλιος και μετά η ζωή. Πώς, λοιπόν, θα φτιάξεις έναν δικό σου ήλιο, για μην εξαρτιέσαι από αυτούς, αφού ο ήλιος φτιάχνει εσένα; Ο ήλιος βρίσκει εσένα, όχι εσύ τον ήλιο. Ο ήλιος σε τραβάει πάνω του, δεν κολλάς εσύ στον ήλιο. Και ζούμε όλοι εμείς, οι ανίδεοι, ελπίζοντας πως δεν θα υπάρξει καταστροφή. Μας είπαν πως υπάρχει το άπειρο και το ατέλειωτο κι εμείς κατευθείαν πιστέψαμε πως υπάρχει και στον κόσμο μας. Εμείς όμως είμαστε γήινοι και ανήκουμε μέσα στη στρατόσφαιρα και αν βγούμε έξω απ'αυτή μας περιμένει ο θάνατος. Είμαστε μυρμίγκα και πρέπει να μελετάμε τον κόσμο των μυρμιγκιών, ο κόσμος των γιγάντων δεν μας αφορά και δεν μπορούμε ούτε να τον κατανοήσουμε αλλά ούτε και να τον φτάσουμε. Είμαστε αναλώσιμοι. Γυρνάμε, λοιπόν, στον αναλώσιμο κόσμο μας. Είμαστε γυαλί. Ή θα πάμε τόσο κοντά στον ήλιο που θα λιώσουμε, ή θα απομακρυνθούμε τόσο πολύ απ'αυτόν, που θα ψυχρανθούμε τόσο πολύ, ώστε να σπάσουμε. Και αυτό, αυτό ακριβώς, η γέννηση η ζωή και ο θάνατος, ονομάζονται αρμονία. Για αυτό είναι όμορφη η ζωή. Γιατί είναι αρμονική. 


Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

"The same day all over again. Routine absorbing me another little bit. Just a little bit. So it was like this: wake up, go to bathroom, have breakfast, brush teeth, dress up, do hair, go to school. Oh, and say 'bye to mom. Dad was already gone. Emergency, it was. Some random citizen in mortal danger, some kind of car accident or whatever. But that was just routine for my family anyway. Though for the man's family it was a first, I guessed. I was so in terms with accidents and sudden deaths -what with my dad being a doctor and all- that I sometimes thought that it wouldn't take me by much surprise if something happened to someone I knew. Someone I loved. When I was young, I used to thing that this random man my dad rushed to save again and again wasn't just a random man- it was the same man everytime. I couldn't come to grips with the fact that yes, it happens to everyone. Those people where too reckless, too negligent and -to my mind- they deserved whatever happened to them. They should've been more careful. Not drive around drunk or be on the phone while driving. Or whatever they'd been doing. It didn't matter to me anyway. 
  My dad earned a lot of praise for his job. Saving lives, that was. My mom used to be proud. And, mimicing her, mostly, I was proud, too. People owned their lives to my dad and I was proud of that. 
  I tripped over something and fell on the wet road. I remember that clearly. My thoughts went blank then, like I'd been thinking of nothing all the way until I tripped. I remember getting all wet- it'd been raining. Every affront I knew and could use played all over in my head until I reached school that day. I hated getting wet.  Maybe that's the reason why everything happened. Maybe God was punishing me for all this- the indignity, you know, the swearing. Although I don't really believe in God. And, as far as I know, he wouldn't punish indignity with something like that. So it was either something worse that I'd done or that's not how the world works. 
  I got to school. The hours dragged by. Two hours, to be exact. Because then, in the middle of Chemistry, a teacher I didn't know knocked on our classroom's door and asked for me. 
  No-one ever asked for me. I didn't cause any trouble, and I've never ever been to the principal's office. Low-key, I was. Well, okay, I smoked and ditched hours. But almost everybody did this. Wasn't something that you got punished for. Or, even if it was, I wouldn't be the first one to earn the penalty. So I was pretty anxious when she spoke my name. Half- certain she'd made a mistake. Nevertheless, I stood up and walked to her. She waved me to get out of the class and closed the door behind her. She said nothing, just started waking, so I followed. When I, ah, dared ask what was going on, she just said that I had a phone call. And when I asked who had made that phone call, she said she wasn't in position to explain. I wondered what that meant. I searched in her face for some underlying answer, but her lips were pressed into a hard line and, when her gaze met mine, I think I saw pity in her eyes. Yeah, pity. Like I was a poor man begging her for some money she couldn't give me. 
  There are things I don't remember, then. I don't remember getting to the principal's office or picking up the phone. I just remember the words. 
  Hello, Emily. My name is Darian Clearwater. I work with your dad. You have to come over to the hospital. 
 That's all I remember. My aunt Marian came and picked me up. That's just blind spots after that. I only remember people crying. And my scream. The scream I let out when that Darian Clearwater (who appeared to be the hospital's greater psychologist and was assigned the job of breaking the news to me) finally spoke the words. 
  Emily, your father passed away. 
  I screamed. A scream so loud my ears hurt to death. And then everything went pitch blank. 


   It's been years now. I'm still trying to remember his words, you know? How the man tried to pass it to me, the news. I'm still trying to recall the way he explained the accident, or my friend's 'comforting' words, or the people who were there in the hospital, but I can't. I don't think I'll ever will. And it doesn't really matter. 
  My mom was so out I had to remind myself that she was alive and needed to drink and eat. She didn't speak if you didn't ask her something, she didn't eat if you didn't remind her she had to, she didn't drink anything either. She was just a machine. Work, cook, sleep. That was all. 
  I had a hard time,too. But nothing compared to hers. 'Cause I was still young. Time would pass for me and I'd get used to the pain and life would offer me a handful of opportunities. So, the brightness of the future helped. Whatever, I'd been wrong all my life. It fucking does happen to everyone. My dad was the most precautious and careful man, he did nothing wrong. Nothing at all. It changed me, though. I was melancholic anyway, didn't really interact with people around me and hated crowded places- that's all I remember of how I used to be. It was like eternity washed over me when my dad died. Like I died myself and was born again when pain seemed to be easing. Whatsoever, I gotta admit, leaving me was the best thing he ever taught me. 


  So, now that the years have passed and it's less painful to think about it, I wonder. I wonder where he is now. Is he happy? I wonder where he's gone. Hell? Paradise? Eternal nothingness? I wonder witch of them holds true. Is he alone or in a crowded place? Maybe that's what hell is, living in a world where they teach you that the place you go when you die is full of people and then your time comes and you go to that place and it's freaking empty.  Maybe he's a soul wondering around the world. A phantom. Perhaps he'd be able to travel through space if he was that. But anyway, it's not like those thoughts we've all had about what's after, where we all go when we die and stuff. There's more to it. I've figured, you only really start searching for an answer when you're honestly looking for a dead person.  Your dead person. The one who left you behind and you're trying to catch up with. And I'm looking for him. In the night sky, in the light breeze, in the sea, under my bed at night. In my ciggarettes, in the smoke I breath out. At twilight. Or at dawn. He's nowhere to be found. But everytime I look out of a closed window, I know. The alive and the dead are parted by a huge glass wall that's dark from both sides. We can't see them and they can't see us, but if you stick your nose on the glass and look real close you'll see it; a world full of people. Nothing else. Just people. Like statues, they do nothing, just stand there, eternally waiting, their backs turned to us so we can't see their faces. All of them with their backs turned to us. "

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

trust & dependence

  Βάζει το χέρι του στην τσέπη και βγάζει μία ηλιαχτίδα. Εκείνη ξετρυπώνει απ'την γροθιά του και ταξιδεύει στην ατμόσφαιρα. Εκείνος αρχίζει να την κυνηγάει από 'δω κι από 'κει. Η ηλιαχτίδα τον κάνει ότι θέλει. Βουτάει κατά πάνω της με όλη του την δύναμη, χοροπηδάει προσπαθώντας να την φτάσει, κουνά τα χέρια του απροσδιόριστα προσπαθώντας να προλάβει την ταχύτητα του φωτός. Γελοίο ανθρωπάκι, σκέφτεται η ακτίνα. Την ώρα που εσύ διανύεις απόσταση από την δουλειά σου στο σπίτι σου εγώ φτάνω μέχρι τον Άρη. Πού ξανακούστηκε, άνθρωπος να πιάνει ηλιαχτίδες. Πού ξανακούστηκε... 
  Ο άνδρας της φωνάζει να γυρίσει πίσω. Στο κάτω κάτω, του άνηκε. Απ'την τσέπη του ξετρύπωσε. Του όφειλε την ελευθερία της. Μα εκείνη τον αγνοεί. Τι την νοιάζει; Η συνάντησή τους ήταν τυχαία. "Μα έδειχνες αλλιώς" λέει εκείνος, "σε ένοιαζε. Μου φώτιζες τον κόσμο!"
  Οι λέξεις του αυτές ήταν οι μοναδικές που μπόρεσαν να κάνουν την ηλιαχτίδα να κοντοσταθεί για ένα λεπτό, κι ύστερα να γυρίσει να τον κοιτάξει. "Το ότι φώτιζα γενικά δεν σημαίνει πως το έκανα για 'σενα, ηλίθιε!" Μα τα λόγια της ίσα που ακούστηκαν πάνω απ' τα ουρλιαχτά του άνδρα- το φως της ηλιαχτίδας τόσο κοντά στο πρόσωπό του τον έκαιγε, τον τύφλωνε, τόσο που θα 'ταν θαύμα να μπορέσει να ξαναδεί ποτέ του έστω και μια σιλουέτα. 
  "Σε παρακαλώ" λέει τότε εκείνος, προσπαθώντας να καταπιέσει τον πόνο του, "μείνε, σε παρακαλώ-"
   Η ηλιαχτίδα χάνεται στο σύμπαν πριν καν ολοκληρώσει εκείνος την πρότασή του, γελώντας. Πού ξανακούστηκε..
   

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Clair de lune

These violent delights have violent ends
and in their triumph die, like fire and powder,
which, as they kiss, consume.


  Χόρεψε μαζί μου.
 Εδώ, υπό το Σεληνόφως. Εδώ, στην πιο απόμακρη γωνιά του δάσους. Χόρεψε μαζί μου.
  Θα υποκριθούμε πως δεν υπάρχει κόσμος πίσω από αυτά τα πλατάνια.
  Απλώς χόρεψε μαζί μου.
  Θα τραγουδούν τα πουλιά μελωδίες κι εμείς θα λικνιζόμαστε, και καθώς τα σώματά μας θα χορεύουν μελαγχολικούς ρυθμούς, θα μουρμουρίζουμε στίχους. Χόρεψε μαζί μου.
  Μην με κάνεις να πέσω στα πόδια σου. Χόρεψε μαζί μου τώρα που στο ζητάω, τώρα που απλώνω απαλά το χέρι μου προς εσένα χωρίς να απαιτώ τίποτα. Αφέσου σ'εμένα, μην με κάνεις να σου επιβάλλω τον χορό.
  Έλα, κι αν δεν ξέρεις τα βήματα, θα πατήσεις πάνω στα δικά μου πόδια και θα χορεύουμε σαν μία σιλουέτα. Ίσως και να 'ναι πιο όμορφα έτσι. Να ενωθούν οι σκιές μας. Η μία δικιά μου και οι δύο δικές σου.
 Χορεύουμε; Θα περιμένω για πάντα ν'απαντήσεις. Θ'αρνηθείς τον κόσμο για χάρη μου; Θα ονειρευτείς μαζί μου; Θα υποκριθείς πως δεν υπάρχει πραγματικότητα, μόνο για χάρη μου;
 Ζητάω πολλά;
 Έναν μονάχα χορό.
 Κάτω απ'το φως της Σελήνης. Σαν αυτούς που χορεύαμε παλιά στο μπαλκόνι μας. Τότε που ονειρευόμασταν πως οι πολυκατοικίες είναι δέντρα και ο ουρανός γεμάτος αστέρια. Στις 3 το βράδυ μ'ένα τσιγάρο στο χέρι, που το καπνίζαμε κι οι δυο.
 Σαν αυτούς που χορεύαμε στους γεμάτους δρόμους της πόλης κάθε επτά το πρωί. Δυο πεζοί που περπατούσαν χορεύοντας γύρω απ'τα αμάξια που περίμεναν ανυπόμονα ν'ανάψει το πράσινο φανάρι. Θυμάσαι εκείνους που χαμογελούσαν μ'εμάς; Που δυνάμωναν τα ραδιόφωνά τους για να βρίσκουμε ρυθμό; Θυμάσαι εκείνους που ζήλευαν εμάς;
  Δεν θέλω τώρα εγώ να ζηλεύω αυτούς.
  Έλα μαζί μου για έναν τελευταίο χορό.
  Έναν χορό μέχρι το άπειρο, μαντάμ; Για κάθε μας βήμα θα προστίθενται 100 ακόμη δευτερόλεπτα μουσικής, κι έτσι δεν τα τελειώνει ποτέ. Έλα, έλα να κάνουμε το άπειρο πραγματικότητα. Έλα να το ζήσουμε.
  Χόρεψε μαζί μου. Να μπλεχτούν ξανά τα όνειρά μας. Θέλω να ανακαλύψουμε ξανά πως οι μεγαλύτεροί μας φόβοι και τα μεγαλύτερά μας όνειρα συμπίπτουν. Κάνε μου αυτό το δώρο. Θέλω να χορέψεις μαζί μου ξανά.
  Θέλω να σε δω ξανά να απλώνεις τα χέρια σου σε μένα και στην αγκαλιά σου να κουβαλάς το άπειρο.



 Γεράσαμε, Αμάντα, γλυκιά μου. Πάνε οι παλιές, καλές μέρες. Θυμάσαι τι σου 'χα πει πως με πλήγωνε περισσότερο; Πώς και δεν θυμάσαι. Και εσύ προσπάθησες να το κάνεις να μην υπάρχει. Μα αυτός είναι ο κόσμος μας, αγαπημένη μου Αμάντα. Αυτή είναι η φύση μας. Να τελειώνουμε. Να αναλώνουμε.
 Και τώρα, Αμάντα, μετά από τόσα χρόνια προσπάθειας να νικήσεις το τέλος, να το βγάλεις απ'την πραγματικότητά μου, να με κάνεις νέο κι αγήραντο, έγινες η μεγαλύτερη απόδειξη πως αυτό που με πληγώνει υπάρχει πράγματι: Τελείωσες, γλυκιά μου Αμάντα. Με άφησες.
 Μακάρι να χόρευες μαζί μου. Όπως θα μπορούσε ένας γέρος σαν κι εμένα να λικνίσει το κορμί του. Ακουμπώ σε μια μαρμαρένια πλάκα που κρύβει μέσα της ό.τι απέμεινε σ'εμένα από εσένα. Αναρωτιέμαι τι να είσαι τώρα. Αναρωτιέμαι αν είσαι εδώ και δεν μπορώ να σε δω. Μα, όπως κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, έτσι και σήμερα θα χορέψω μαζί σου. Κι ας μην είσαι εδώ.
 Θα γιορτάσεις μαζί μου τα γενέθλιά μου κι ας μην είσαι εδώ.
  Μου λείπεις, Αμάντα. Μα τα κατάφερες. Είσαι ο λόγος που το τέλος πια δεν με πληγώνει. Όταν έρθει, θα το χαιρετήσω σαν παλιό, καλό φίλο. Και θα το ευχαριστήσω που με φέρνει, επιτέλους, κοντά σου...Αμάντα, γλυκιά μου... Χορεύουμε;

  Δημήτρης.

"Oh here, will I set up my everlasting rest and shake the yolk of inauspicious stars from this world-wearied flesh. Eyes, look your last. Arms, take your last embrace! And lips, Oh you, the doors of breath, seal with a righteous kiss a dateless bargain to engrossing death!"

Debussy- Clair De Lune