Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Μέσα στα ρούχα μου σε κρύβω σαν φωτιά, να 'χουν να λεν πως δεν σε γνώρισα ποτέ μου

 Η μόνη γαλήνη που κατόρθωσα ν' αγγίξω είναι αυτή της χαραυγής· αυτή που δαμάζει τις σκέψεις χαϊδεύοντας τις, κι όχι όπως άλλοτε προσπαθούσα εγώ, επιβάλλοντας σ' αυτές χαλινάρια και πέταλα. Το μόνο φιλί που γέμισε ποτέ ό,τι μέσα μου υπάρχει κενό ήταν της θάλασσας· κι όποιος ήχος μ' αγκάλιασε δίχως να με πνίξει ήταν των κυμάτων της. Κι όποια ευτυχία με περιτριγύρισε, την άρπαξε η Ζωή και τη ρούφηξε μεμιάς· η Ζωή, όχι η ζωή· αυτή που τώρα φθονώ και κυνηγώ· αυτή που γνωρίζει πώς να γεύεται την ομορφιά των τόπων, όταν την αντικρίζει. 

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

πάλι ;

  Χρατς, χρουτς, χρατς, χρουτς, χρατς, χρουτς. Οι σόλες των παπουτσιών μου κολλάνε στην άσφαλτο. Χρατς χρουτς, χρατς χρουτς. Προχωράω και στο δρόμο πέφτουνε πίσω μου υπολείμματα σαδισμού που ξέχασα να καταπιώ. Επίτηδες. Τρέχουνε απ' τις τσέπες μου και 'γω καμώνομαι πως δεν τα βλέπω, κι έπειτα τσουρλάνε στο δρόμο και πέφτουνε πάνω στους άλλους. Κι όταν πια βλέπω τ' αποτελέσματα πάνω τους κι είναι πια δήθεν αργά, καμώνομαι πως μ' ένοιαξε και νιώθω εντάξει. Αθώα.
   Χρατς χρους χρατς χρους χρατς χρουτς. Οι σόλες των παπουτσιών μου κουβαλάνε τα παπούτσια μου και τα παπούτσια μου κουβαλάνε εμένα κι αν συνεχίσουνε αυτές να κολλάνε στον πεζόδρομο σε κάθε μου βήμα θα κουραστώ και δεν θα φύγουμε ποτέ, εγώ και τα παπούτσια μου και οι σόλες μου, και φοβάμαι, τρέμω στην ιδέα, με στοιχειώνει αυτό το χρατς χρουτς

  Χρατς χρουτς χρατς χρουτς χρατς χρουτς. Η ίδια μου η ύπαρξη είναι λεκιασμένη με γιγάντιες κηλίδες μαζοχισμού. Δεν με φτάνει πια να νιώθω ωραία, κατάλαβες; Χόρτασα. Κι έχω πια κολλήσει στον τοίχο των περιορισμών μου και τον ψηλαφώ με τα δάχτυλά μου και ψάχνω να βρω· να τον περάσω; Να μην τον περάσω; Γιατί θα 'μαι καταραμένη αν το κάνω και βαριεστημένη αν δεν το κάνω. Κι έπειτα ψηλαφώντας ανακαλύπτω μια απ' αυτές τις γιγαντιαίες κηλίδες και σκέφτομαι 

  μήπως να μου πάρω ό,τι έχω για να θέλω ό,τι δεν έχω; 
  Μα ύστερα,
  δεν έχω τίποτα. Αυτό είναι ένα από τα προβλήματα. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, ευχής έργο θα ήταν· εδώ που είμαι όμως μοιάζει πιο πολύ με μπρος κενό και πίσω κενό και δεξιά κενό και αριστερά κενό και πάνω μας κενό και κάτω μας κενό και παντού κενό. Τόσο κενό που δεν χωράει τίποτα.
 
  Χρατς χρουτς χρατς χρουτς χρατς χρουτς χρατς χρουτς. Είναι ενοχλητικό, κατάλαβες; Όχι το χρατς χρουτς. Το χρατς χρουτς είναι ρυθμικό και με βοηθάει να κρατήσω το ρυθμό σκέψης. Και να μην τα χάσω. Όλα. Όλα θα τα χάσω αν χάσω τον ειρμό σκέψης. Γι' αυτό δεν σταματάω να περπατάω. Θα χάσω κι όποια φασαρία μου επιτρέπει ν' αποσπώμαι απ' τον αιώνιο αντίλαλο που βουίζει όλη την ώρα στο κεφάλι μου. Εδώ που ζω. Στο κενό. Τα πάντα εξαρτώνται απ' τον ειρμό της σκέψης.
   Στρίβω, ζιγκ ζαγκ, γωνίες, δεξιά, αριστερά, σκαλί, λάσπες, δεξιά, όλο ευθεία, χρατς χρουτς, mind the gap
 
    Oh, I mind the gap. I really mind the fucking gap.


   Τι έλεγα; Είναι ενοχλητικό, ναι. Πολύ. Το κενό. Είναι σαν, πώς να το πω· σαν να με 'χουνε καλύψει ολόκληρη με γυάλινα ρούχα. Είναι το δέρμα μου, κι από 'πάνω τα γυαλιά. Κατάλαβες; Όλο το σώμα έτσι, και στο κεφάλι ένα τετράγωνο γυάλινο δωμάτιο. Πιο μεγάλο από ευρύχωρο. Κοιτάζω απ' έξω, βλέπω, με δυσκολία λίγο, είναι τα τζάμια βλέπεις και κάπως πέφτει το φως και  ανακλάται και μου γαμάει την εικόνα. Κι ακούω λίγο, έτσι βουβά αλλά ακούω, κάτι πιάνω, τέλος πάντων, όχι αρκετό, ίσαμε να μπορώ ν' απαντάω. Και ξέρω πως μ' αγγίζουνε αλλά δεν μπορώ να το νιώσω, κατάλαβες; Γιατί είναι το γυαλί που καλύπτει το δέρμα μου και δεν μ' αφήνει να αισθανθώ ένα άγγιγμα. Δεν μ' αφήνει ν' απολαύσω. Ανάμεσα σ' εμένα και στις αισθήσεις μου επικρατεί το κενό.


  Χρατς χρουτς χρατς χρουτς χρατς χρουτς χρατς χρουτς χρατς χρουτς 



  Τον ειρμό της σκέψης. Τον ειρμό. Της σκέψης. Τη σκέψη. 
   The gap. Mind the gap.


   Γυαλί είναι, θα μου πεις, σπασ' το, ε; Να δεις όμως που όσες φορές έχω γλιστρίσει και πέσει -κι αυτό είναι συχνά- αυτό μια χαρά, άθικτο, εκεί, παραμένει, πυκνό, σκληρό, γυάλινο. Δεν σπάει.



     Μου 'χανε πει βέβαια κάποτε πως τα ρήγματα πάντοτε ξεκινούν εκ των έσω.  




Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

 Στις γυναίκες που περιμένουν τα βράδια -κι αυτό αντιμετωπίστε το είτε ως Αντικείμενο είτε ως Χρονικό προσδιορισμό-  ξαπλωμένες στα κρεβάτια τους καλυμμένες με τα κόκκινα σκεπάσματα· και σ' εκείνες που βάζουν φωτιά στην πλαστή γαλήνη της νύχτας με τα βογκητά τους, ενώ δαγκώνουν το κάτω χείλος τους και λερώνουν τα σεντόνια τους με αμαρτωλό ιδρώτα· στους άνδρες που αυτοκτονούν ζώντας και σ' όλους αυτούς που τρέχουν, τρέχουν, τρέχουν· στο κύμα του χρόνου που καταπίνει τα όμορφα και ξερνά την ανάμνηση της αντάμωσής τους· στις αναπνοές της θάλασσας που μιλούν την άπιαστη γλώσσα· στην αρμονία της ανισορροπίας που μας κρατά ζωντανούς· σ' εσένα· σ΄εμένα· σ' εκείνους. Σ' όποια στιγμή γίνεται απτή, γερή, για να 'χω να πατήσω, μήπως και διασχίσω μια μέρα το δρόμο που μας χωρίζει. Και πάνω απ' όλα, στο δρόμο αυτό. Στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στον πόθο για ζωή και την ζωή την ίδια.

  Σ' αυτά θα χυθώ, μήπως και βρω μια μέρα αυτό που καμώνομαι πως ψάχνω όταν είμαι μακριά της.