Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

αλκυονίδες

 εκείνη τη νύχτα, θ' ανησυχώ πάλι μην και οι γοργονάνθρωποι μου κλέψουν τα κοχύλια που μάζεψα, θα 'χω μπλαβισμένα γόνατα και στις τσέπες μου κρυμμένες μου τις καραμέλες απ' τη ρεσεψιόν. στο κρυφτό ενώ τα φυλάω θα τρέμουνε τα πόδια μου απ' τις χτεσινές τρομαχτικές ιστορίες, και θα ρωτήσω τον αδερφό μου πώς πάει το τραγουδάκι μετά το πέντε-δέκα-δεκαπέντε. διακοπή παιχνιδιού για να μιλήσω με τον μπαμπά στο τηλέφωνο. θα κλείσω βιαστικά. θα κλέβω ματιές προς τους μεγάλους π' όλο κάθονται στις καρέκλες τους και μιλάνε και πίνουνε κάτι ποτά που βρωμάνε και δεν θα καταλαβαίνω. αλλά θα ζηλεύω. θα 'χουμε ιδρώσει και θα 'μαστε λαχανιασμένοι· οι μαμάδες δεν θα μας δίνουνε λεφτά για παγωτό· θα μαζέψουμε τα ψιλά μας και θα φάμε όλοι μαζί δυο μπάλες κι ένα χωνάκι. ο γιάννης θα τραβάει τα μαλλιά της λεώνης. θα του πει μια κακιά λέξη κι ύστερα δεν θα μιλιούνται. θ' αποφασίσουμε ύστερα πως τελευταίο βράδυ, δεν γίνεται να 'μαστε μαλωμένοι. θα τους πω για τον εφιάλτη μου κι έπειτα για λίγο δεν θα μιλάμε. όταν θ' ακουστεί ο ήχος και το πλατσούρισμα απ' τη θάλασσα, πέντε ζευγάρια μάτια θα συγκεντρωθούν προς τον ωκεανό και θα ψάχνουν· ο μενέλαος θ' αφηγηθεί ό,τι του 'πε ο πατέρας του για το γιγάντιο καλαμάρι. θα 'ναι σκοτεινά, δεν θα φοβόμαστε γιατί θα 'μαστε όλοι μαζί. θα δώσουμε όρκο να μείνουμε ξύπνιοι μέχρι το πρωί και στις τρεις το ξημέρωμα θα μας γυρίσουνε οι γονείς στα κρεβάτια σηκωτούς. εκείνη τη νύχτα, θα μυρίσω μες στο σκοτάδι τα μαλλιά της μάνας μου και θα της εκμυστηρευτώ πως τα κοχύλια μου τα 'κρυψα κάτω απ' το μαξιλάρι.