Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

 Έχουνε πλάκα οι πυξίδες. Κάθε καπετάνιος που ξέρει πού θέλει να πάει, όποτε μπερδεύεται ή θέλει μια επιβεβαίωση, την βγάζει από την τσέπη, την αφήνει στο τραπέζι δίπλα στους χάρτες, και η πυξίδα μιλάει · σωστά πας, του λέει, σωστά.. Συνέχισε έτσι.. Ή: άλλαξε πορεία, γύρνα τα τιμόνια, λάθος πήγαινες, απ' την άλλη είν' ο νότος.. Κι ευτυχώς που υπάρχουνε και αυτές· κάποτε άκουσα για έναν καπετάνιο που βγήκε στους ωκεανούς κόντρα με τον ορίζοντα χωρίς να ξέρει αστερισμούς και με σπασμένες πυξίδες, και γι' αλλού είχε βάλει πλώρη και αλλού βγήκε.. πού βγαίνεις στις επτά θάλασσες χωρίς πυξίδες άνθρωπέ μου; Εκτός άμα σε νοιάζει το ταξίδι κι όχι ο προορισμός.. Τότε ευλογία σου. 

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

My Body Is A Cage

  Στεκόμουνα μόνη μου στον ψηλότερο βράχο ολόγυμνη και ελεύθερη κάτω από το μοναδικό φως της Σελήνης. Μόνη μου. Δεν θα πηδούσα, δεν είχα σκοπό να πηδήξω, δεν πήγαινα στο βράχο γι' αυτό τα βράδια. Αλλά ήτανε κάτι διαφορετικό σ' εκείνη τη βραδιά, δεν μπορώ να το εξηγήσω ακριβώς, ίσως να ένιωθα διαφορετικά, ίσως η βραδιά η ίδια να είχε αλλάξει. Δεν ξέρω, ήταν σαν ο κόσμος, πώς να το πω.. Σαν να πέθανα και να γεννήθηκα ξανά σε άλλο κόσμο. Κάπως έτσι. Σα να άλλαξε. Σαν εγώ να μην ήμουν εγώ, εσύ να μην ήσουν εσύ, αυτός να μην ήταν αυτός.. Σαν να ήμασταν άλλοι, άλλοι, τελείως διαφορετικοί. Ένιωθα σαν να ζούσα πάνω στον άξονα τον αριθμών, σαν να ήμουν απείρως μόνος στους άπειρους αριθμούς, σαν να με χώριζαν από την πραγματικότητα χιλιάδες χιλιάδων μέτρων. Σαν να κοιτούσα τα πάντα μέσα από μια φούσκα. Σου λέω, δεν ήταν ο κόσμος μου αυτός, ήταν άλλος, κάτι είχε αλλάξει, δεν ξέρω τι αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι δεν ταίριαζε. Σαν να μην είχε εκπληρωθεί ο ψυχαναγκασμός μου · σαν μια αφίσα σ'ένα τοίχο που έχει ξεκολλήσει η πάνω αριστερή γωνία, σαν ένα μισόκλειστο συρτάρι.. Σα να μου διέφευγε κάτι..
  Έτσι όπως στεκόμουνα, λοιπόν, στο βράχο, σαν κάποιος να με ρώτησε πού ήθελα να 'μουνα τώρα και εγώ κοίταξα κάτω, στα κύματα, και έκλεισα τα μάτια μου και ένιωσα να με διαπερνά μια θάλασσα, άκουσα να μου τραγουδάνε δελφίνια και να με καταπίνουν οι φάλαινες, κάτι τέτοιο, πώς να το εξηγήσω ρε πούστη μου δεν ξέρω, κάποια πράγματα δεν εξηγούνται.. Θα προσπαθούσα να φέρω τη γαλήνη στο μυαλό σου αλλά δεν γίνεται, δεν δύναμαι, πρέπει να το νιώσεις μέσα σου κι εσύ, πρέπει να σου εξηγήσω αυτό το πάγωμα μέσα στο νερό, την ακινησία κι έπειτα την επίθεση, τη γαλήνη κι έπειτα τα σαγόνια του καρχαρία, θα προσπαθούσα, αλλά δεν γίνεται, δεν βρίσκω τις λέξεις. Τέλος πάντων, ναι, το ένιωσα αυτό, κάπως έτσι, για ένα-δυο δευτερόλεπτα, γιατί έπειτα φύσηξε ένας αέρας και τα χάλασε όλα· με γύρισε πίσω ο αέρας. Στον ωκεανό δεν φυσά ο αέρας, μουνόπανα, σκέφτηκα. Κι έπειτα η ίδια φωνή που με είχε ρωτήσει, μου είπε, 'Πήγαινε'. Πήγαινε. Πού; Δεν ξέρω πού εννοούσε η φωνή, μπορεί να εννοούσε να πάω πίσω, να γυρίσω, πως πέρασα αρκετή ώρα στο βράχο σήμερα και είναι ώρα να φύγω, αλλά εγώ το πήρα αλλιώς, το πήρα όπως ήθελα να το πάρω. 
  Και πήδηξα. 
  Απλά πράγματα. Πήδηξα · πρώτη φορά πηδούσα από τον ψηλότερο βράχο, ο ψηλότερος βράχος δεν ήτανε για σάλτα, ήτανε επικύνδινα, μπορεί να 'σπαγες το κεφάλι σου από κάτω, αλλά δεν με ένοιαζε. Το μετάνιωσα λίγο που πήδηξα έτσι απλά, θα 'πρεπε να είχα κάνει υπεροξυγώνωση, να μου φύγει το πολύ διοξείδιο του άνθρακα απ' τα πνευμόνια και να μην έχω την ανάγκη να αναπνεύσω, αλλά δεν πρόλαβα να το μετανιώσω για πολύ, γιατί-
  Γιατί όπως βουτούσα από το βράχο με τη μούρη προς τα κάτω έτοιμη να πέσω μέσα στα κύματα κάτι άλλαξε πάλι, σαν να ξύπνησα από λήθαργο, και μπήκανε μέσα στο κεφάλι μου βουητά και κόρνες και βρισίδια και βρωμερή ατμόσφαιρα από καυσαέριο, και δεν ήμουν πια στον ψηλώτερο βράχο και δεν βουτούσα πια στη θάλασσα, βουτούσα, ναι, αλλά όχι στη θάλασσα, βουτούσα στην άσφαλτο, και μέχρι να το σκεφτώ και μέχρι να καταλάβω και μέχρι να πάρει δυο στροφές το μυαλό μου είχα πέσει με το κεφάλι πάνω στην άσφαλτο και είχε γίνει το κρανίο μου πολτός. Έβαψα τον γκρι, βρωμερό δρόμο με ένα πανέμορφο κόκκινο. Οι δρόμοι ντύθηκαν με φόβο εξ' αιτίας μου. Εγώ τον έφερα τον φόβο. Τον έσπηρα, εγώ, εγώ ήμουν αυτή που τον έσπηρε το φόβο · και για εβδομάδες από εκείνη τη μέρα το πολτοποιημένο μου κεφάλι θα έκανε γύρους στα κεφάλια των μικρών παιδιών που είχαν την ατυχία να είναι μπροστά όταν έπεσα, όπως με στοίχειωναν εμένα άλλα κι άλλα. Δεν πειράζει, έλεγα, δεν πειράζει, σας αξίζει, σας αξίζει.. 
  Κι έπειτα πάλι κόπηκαν οι σκέψεις μου στη μέση· αναρωτήθηκα πως είναι δυνατόν να σκέφτομαι ενώ έχω πεθάνει, ενώ δεν έχω μυαλό πια, έγινε πολτός, αλλά μέχρι να προλάβει να με νοιάξει αρκετά είχα βρεθεί στη μέση του ωκεανού, στο βάθος, εκεί που το νερό δεν είναι καν μπλε πια, και ήμουν χαμένη. Άνοιξα το στόμα μου και έκανα να ψιθυρίζω τις λέξεις "Θα πεθάνω για εσάς" · you go down there to the bottom of the sea, where the water isn't even blue anymore, and you decide that you'll die for them. "Θα πεθάνω για εσάς". Έπειτα το σκέφτηκα καλύτερα. "Πέθανα για εσάς". Επιπλέω εκεί, στο απέραντο βάθος για λίγο, στο σκοτάδι, δεν βλέπω τίποτα· έπειτα απ' το πουθενά ακούγονται τα γέλια τους, τα παιχνίδια τους, με πλησιάζουν, τους ακούω· this is it. 
  Βέβαια όμως, όπως το περίμενα, τίποτα απ' αυτά δεν συνέβη, τίποτα δεν είχε συμβεί, γιατί μόλις που έκανα ν' αγγίξω τα πτερύγιά τους γύρισα πάλι πίσω στο τίποτα, στον κωλόδρομο, στην άσφαλτο, με το κεφάλι πολτό· τίποτα δεν είχε γίνει και τίποτα δεν θα γινόταν, τα πάντα είχαν τελειώσει για εμένα και δεν θα είχα την ευκαιρία για πισωγυρίσματα · κι αυτό από λάθος μου, εγώ το επέλεξα. Έπεσα στη λάθος τρύπα. 


Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

 Διαγράφεις κύκλους χωρίς να το καταλαβαίνεις · άθελά σου · μερικές φορές όμως το κάνεις και συνειδητά. Λες, θα φύγω, και κάνεις λοιπόν ένα βήμα να φύγεις. Ένα μικρό μικρό βηματάκι· baby steps, λένε. Κάνεις ένα βήμα μακριά από εκεί που ήσουνα, κι άλλο ένα, κι άλλο ένα, κι άλλο ένα · έχεις φύγει νομίζεις, έχεις ξεφύγει νομίζεις, και τσουπ, ξαφνικά, ύστερα από αρκετά βήματα, σηκώνεις το κεφάλι, κοιτάς γύρω, μα πού είμαι ρε παιδιά; Εκεί που ήσουν είσαι. Εκεί που ήσουν και πριν, πριν που έλεγες να φύγεις, εκεί είσαι πάλι. Διαγράφεις κύκλους, σου λέω, άθελά σου · ίσως να θες να κάνεις πως φεύγεις, ίσως να θες να προσποιείσαι πως φεύγεις για να τα 'χεις καλά με τη συνείδησή σου. Έχεις δεθεί μοναχή σου σ' έναν πάσσαλο με ένα ξεφτισμένο σκοινί και κάνεις κύκλους γύρω απ' τον πάσσαλο, προσπαθείς μάλιστα να μην τον κοιτάζεις για να μην θυμάσαι πως υπάρχει, του 'χεις γυρίσει την πλάτη, κοιτάς προς την άλλη πλευρά, προς τον ορίζοντα. Αγναντεύεις, σ' αρέσει αυτό που βλέπεις, θα 'θελες να το πιάσεις, να ζήσεις μέσα του, να το φτάσεις, αλλά ούτε λόγος για προσπάθεια να φύγεις. Είτε κόψε το σκοινί και φεύγα, ή ξερίζωσε τον πάσσαλο και κουβάλα τον μαζί σου όπου πας. Κι άμα γουστάρεις, τον φυτεύεις κάπου αλλού και ριζώνεις κι εκεί πέρα για λίγο. Κάνε ό,τι θες. Εγώ όμως θα 'λεγα να το κόψεις το σκοινί. Αλλά εσύ, του κεφαλιού σου · κύκλοι και πάλι κύκλοι. Κι αν σου πω πως έχεις ένα ψαλίδι στην τσέπη σου; Τι θα κάνεις; Εγώ στοιχηματίζω το αριστερό μου χέρι πως θα προτίμαγες να κόψεις τις φλέβες σου παρά τα δεσμά σου. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, ένας λύκος μεγαλωμένος στο κλουβί του τσίρκου, να τον ταΐζουνε κάθε μέρα σκυλοτροφές, πού να το βρει το θάρρος να βγει μετά μονάχος στο δάσος, να παλέψει για το φαΐ του, να κυνηγήσει, να σκοτώσει..μόνος του..; 

Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

Δεν είμαι κανενός

  Κανενός· δεν είμαι κόρη του πατέρα μου ούτε της μάνας μου, δεν είμαι φίλη του φίλου μου, δεν είμαι γκόμενα του γκόμενού μου, δεν είμαι αφεντικό του σκύλου μου, όχι απλά δεν είμαι κανενός με την έννοια πως δεν ανήκω σε κανένα, όχι, δεν είμαι κανενός με την έννοια πως δεν είμαι τίποτα σε κανένα, δεν χρωστάω σε κανένα και δεν μου χρωστάει κανείς, είμαι ιστιοφόρο με σχισμένα πανιά και δίχως επιβάτη· η μοίρα μου είναι ακαθόριστη και περιμένει να μάθει απ' τον Ποσειδώνα, μα όπως και να 'χει είμαι πλοίο ακυβέρνητο, δεν έχω στόχο και ούτε λόγο να μη βυθιστώ, να μην ριζώσω στον πάτο του ωκεανού. Ίσως τελικά και αυτός να 'ναι ο στόχος μου, να γίνω άλλο ένα ναυάγιο, ένα πλοίο σακατεμένο, μία σκουριά στον πάτο της θάλασσας, ένα ξένο σώμα που με τον καιρό θα κάνει δικό της· θα με τυλίξουν τα φύκια και οι θαλάσσιες πρασινάδες, θα με κατοικήσουν ροφοί και ξυφίες και πλαγκτόν και πεταλίδες και γοργόνες και σμέρνες, θα γίνω κάτοικος ενός άλλου κόσμου, δεν θα 'μαι πια ούτε μετανάστης ούτε επισκέπτης ούτε τουρίστας · θα είμαι θαλλάσιο ων· έτσι κι αλλιώς δεν χρωστάω σε κανένα και δεν είμαι κανενός, κάνω ό,τι θέλω, πάω όπου θέλω, είμαι πλοίο ελεύθερο· και πλοίο ακυβέρνητο. Επιπλέω στην επιφάνεια των ονείρων μου και αγναντεύω το μπλε τους χρώμα από ψηλά, το μπλε χρώμα αυτό που όσο βαθαίνει τόσο σκουραίνει, και με παρασέρνουνε οι ανέμοι προς όποια πλευρά και να 'ναι· δεν αγκυροβολώ, δεν υπάρχει άνθρωπος να ρίξει την άγκυρά μου για μένα, δεν αγκυροβολώ, λοιπόν, μόνο ίσως και να μείνω στάσιμο αν κάνει μπουνάτσα και πέσει ο αέρας, άμα ξεφύγω απ' το ρέμα ίσως να σταθώ για λίγο μα και πάλι όχι από επιλογή μου. Είμαι πλοίο ελεύθερο · πλοίο ακυβέρνητο. Κι ίσως μια μέρα με βουλιάξουνε τα κύματα, κι άμα το κάνουνε, δεν θα 'ναι από κακού.. 

Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Bullets are the beauty of the blistering sky, bullets are the beauty and I don't know why

 Διέσχισα πεντακόσια δεκαπέντε χιλιόμετρα και εφτακόσια μέτρα με τα πόδια για χάρη σου. Μόνος μου. Γιατί. Γιατί δεν είχα λεφτά να πάρω λεωφορείο. Ούτε αμάξι είχα. Και αμάξι να είχα, δεν θα είχα λεφτά για βενζίνη. Ούτε φίλους είχα να με πάνε. Γιατί. Γιατί μετά που έφυγες, τα έχασα όλα. Τα έπινα κάθε βράδυ στο μπαράκι της γειτονιάς που κάποτε πηγαίναμε μαζί, έπειτα όταν δεν με έπαιρνε πια να πηγαίνω στο μπαράκι, άρχισα να τα πίνω μόνος μου, σπίτι μου, παρέα με το πιάνο μου και τους δίσκους μου και την κιθάρα μου και τις φωτογραφίες σου και τα δημιουργήματα της φαντασίας μου. Έτσι αργούσα κάθε πρωί να πηγαίνω στη δουλειά, κι επειδή όταν πήγαινα, πήγαινα νυσταγμένος, δεν απέδιδα. Ε, και επειδή είναι η γνωστή περίοδος των απολύσεων  από όπου μπορούν ξεφορτώνονται οι άνθρωποι, εμένα, μόλις έπεσε η απόδοσή μου, με ξεφορτώθηκαν χωρίς να χάσουνε λεπτό. Πήρα μία αρκετά καλή αποζημίωση που την ξόδεψα μέσα σε μία εβδομάδα σε μαλακίες. Μαλακίες που πίστευα πως θα με κάνουνε ευτυχισμένο. Δεν με έκαναν. Δηλαδή, δε νομίζω και να το πολυπίστευα, βασικά, νομίζω πως περίμενα να βρω τον ενθουσιασμό μέσα από αυτές τις μαλακίες, να τον βρω ξανά, να ξεφύγω. Δεν μπορείς να φανταστείς τι έκανα. Τα πάντα έκανα. Κάποια στιγμή, τελείωσαν τα λεφτά. Ήταν όταν άνοιξα το πορτοφόλι μου και είδα πως μου είχαν απομείνει δέκα ευρώ και εικοσιπέντε λεπτά. Με ξέρεις εμένα, λεφτά στις τράπεζες δεν κρατάω, γενικά δεν είμαι της οικονομίας, είμαι παρορμητικός, δεν βάζω λεφτά στην άκρη. Οπότε, είχα μείνει μπακούρης με δέκα ευρώ και εικοσιπέντε λεπτά, άνεργος, σε ένα ταμείο ανεργίας που σιγά μην μας πληρώνανε κιόλας, σε περίοδο οικονομικής κρίσης στην κωλοχώρα που ζούμε. Τα έβαλα κάτω και είπα, λοιπόν, μάγκα μου, τι θα κάνεις τώρα; Πρώτων, αποφάσισα να μη δανειστώ από κανέναν. Άσε που βασικά δε νομίζω και να μου δάνειζαν, γιατί από τότε που έφυγες εγώ χάθηκα με όλους, δεν μιλούσα σε κανέναν δηλαδή, και έβγαινα μόνος μου έξω, όπως είπα. Δεν είχα σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Τέλος πάντων, δεν δανείστηκα. Άφησα το σπίτι που νοίκιαζα την επόμενη μέρα, και αντί για νοίκια που χρωστούσα άφησα στο νοικάρη μου τα έπιπλά μου. Πήρα την κιθάρα μου μαζί, και το ακορντεόν, και τη φυσαρμόνικα. Το πιάνο το άφησα πίσω, αλλά αυτό δεν το χαρίζω στο νοικάρη. Θα το πάρω μόλις ορθοποδήσω, έτσι του είπα. Τέλος πάντων, τα παράτησα όλα, είχα δέκα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά στο πορτοφόλι μου. Πήγα και στήθηκα σε ένα δρομάκι κοντά στο Σύνταγμα μαζί με όλους τους υπόλοιπους άστεγους και έπαιζα κιθάρα πρωί- βράδυ. Ένα πεντάευρο μπορώ να πω πως το μάζεψα την πρώτη μέρα, τυχερός ήμουν. Έφαγα έναν γύρο και ήπια μία κόκα κόλα με αυτό το πεντάευρο. Έτσι είχα πάλι δέκα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά στο πορτοφόλι μου. Πούλησα το πορτοφόλι σε έναν μαλάκα, έτσι είχα δεκαπέντε ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά, στην τσέπη μου πια. 
  Έτσι έζησα για έναν μήνα περίπου. Πρόσεξέ με, από το τίποτα, εγώ, εγώ, που με ξέρεις πως είμαι, έτσι, εγώ, λοιπόν, από το τίποτα, ήμουν άστεγος, άπλυτος, βρωμιάρης, και πλανόδιος μουσικός. Εγώ. Όταν τα πράγματα ασχήμηναν, πήγα και χτύπησα το κουδούνι του Ανδρέα, του φίλου μας. Με κοίταξε για ένα λεπτό, έπειτα μου άνοιξε την πόρτα, με έπλυνε, με τάισε, και με έδιωξε ξανά. Το μαλάκα τον Ανδρέα. Βέβαια μπορεί να μην με έδιωξε, μπορεί να έφυγα και εγώ από μόνος μου. Πάντως μου χάρισε μερικά ρούχα του. 
  Ήμουν λυπηρός μέχρι αηδίας. 
   Κοίταξέ με, με ξέρεις. Δεν είμαι κλαψομούνης. Κατεστραμένος είμαι. Όταν συναντηθήκαμε εμείς οι δύο, δεν μου είχε απομείνει τίποτα στον κόσμο ρε μαλάκα, τίποτα. Το ξέρεις. Το θυμάσαι. Σε εκείνο το μπαρ γνωριστήκαμε, το θυμάσαι, εγώ πάλι τα έπινα μόνος μου και μπήκες εσύ μέσα στο μπαρ, πάτησαν τα πόδια σου στο μπαρ και εμένα ο κόσμος μου γύρισε ανάποδα. Πριν μπεις εσύ στο μπαρ ο κόσμος μου ήταν νεκρός, ήταν ένα κενό, και μόλις πάτησες εσύ το πόδι σου μέσα, έκανες τα μαγικά σου, έφερες τις συνθήκες και έγινε μέσα μου ολόκληρο Big Bang. Έφερες το Big Bang μέσα μου. Εσύ, εμένα, με ανέστησες. Εσύ. Και γι' αυτό σου χρωστούσα τα πάντα. Με ξέρεις, δεν είμαι κλαψομούνης, το ξανάπα, το ξέρεις. Αλλά ξέρεις και ότι για 'μένα ήσουνα η τελευταία μου ελπίδα. Όλα τα είχα δοκιμάσει, όλα, όπως το ακούς, όλα, και χάπια και θεραπείες και φιλίες και μαλακίες όρθιες, και ενδιαφέροντα και παπαριές, και ναρκωτικά μη σου πω, αλλά από όλα αυτά, μόνο εσύ. Μόνο εσύ. Μόνο εσύ. 
  Μόνο εσύ. 
  Σκεφτόμουν, λοιπόν, μετά από τη συνάντησή μου αυτή με τον Ανδρέα, πως σ' όλους χρωστάω κι από κάτι. Εκτός απ' τους γονείς μου, σε όλους τους άλλους από κάτι χρωστάω. Τα ρούχα του Ανδρέα στον Ανδρέα. Εσένα την ανάστησή μου. Στο Γρηγόρη χρωστάω μια μπύρα από ένα στοίχημα. Στον Κωσταντίνο πρέπει να χρωστάω μια κόκα κόλα που με είχε κεράσει. Σε έναν άπλυτο γύφτο που κοιμόμαστε δίπλα δίπλα στις πλατείες χρωστάω μια κουβέρτα. Παντού χρωστάω. Κι έπειτα σκέφτηκα, στον εαυτό μου, στον εαυτό μου τι χρωστάω; Εσένα, ήταν η απάντηση. Εσένα μου χρωστάω. Να σε πάρω πίσω πρέπει. Μου χρωστάω εσένα. 
  Ε, κι έτσι, άρχισα να περπατάω προς εσένα. Αθήνα- Θεσσαλονίκη: πεντακόσια δεκαπέντε χιλιόμετρα. Κι άλλα εφτακόσια μέχρι το σπίτι σου από το κέντρο. Χτύπησα, δεν άνοιγες. Σιγά μην άνοιγες. Το διέρρηξα. Μου έμαθε ένας άλλος άπλυτος κι άστεγος. Βρήκα τις φωτογραφίες σου στο σαλόνι. Έκλαψα. Έκλαψα, ακόμα κλαίω. Κλαίω τρεις ώρες τώρα. Νομίζω θα πλημμηρίσουμε απ' τα δάκρυά μου, θα πνιγώ μέσα σ' αυτά, κι εσύ δεν έρχεσαι.. τώρα που σε θέλω δεν έρχεσαι. Και πρέπει να έρθεις, πρέπει να έρθεις ρε, πρέπει να έρθεις, μόνο εσύ μπορείς. Πρέπει να έρθεις. 
 Δεν είσαι εδώ. Δεν είσαι πουθενά. 
 Χρωστάω στον εαυτό μου εσένα. Πρέπει να έρθω να σε βρω. Πρέπει να μου ξεπληρώσω ό,τι μου χρωστάω. 
  Πρέπει να έρθεις. Αλλά δεν γίνεται. Πώς να γίνεται. 
  Έκλαψα, έκλαψα κι άλλο. Πρέπει να έρθεις. Κλάμμα μέχρι σκασμού. Ουρλιαχτά. Σπάω πράγματα.  Νομίζω γίνεται μέσα μου το δεύτερο Big Bang. Νομίζω τα κατάφερες και ας μην είσαι εδώ. Νομίζω το έκανες. Το κατάφερες. Αναστένομαι νομίζω. Βγαίνουν τα δάκρυα. Και τα βογγητά, βγαίνουν κι αυτά. Βγαίνει από μέσα μου η φωτιά και αντί για 'μενα τώρα καίει το σπίτι. Νομίζω ξεσπάω, νομίζω θ' αρχίσω να μιλάω ξανά, γιατί τόσο καιρό το 'χα ρίξει στη μούγκα. Νομίζω πετάω τους λίθους απ' την πλάτη μου, δεν θα τους κουβαλάω πια σαν το μαλάκα, θα 'μαι ελεύθερος να τρέξω ξανά μετά απ' αυτό το ξέσπασμα. Ξαναγεννιέμαι νομίζω. Μέσα μου ανατινάζονται τα πάντα και γεννιούνται νέα. Ήλιοι, πλανήτες, άνθρωποι, ζωή, γεννιέται ξανά η ζωή μέσα μου απ' το τίποτα. Τα κατάφερες. Χωρίς καν να είσαι εδώ. Το έκανες. Νομίζω. 
  

  Σ'ευχαριστώ. 

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Λόλα

 Πώς με καταφέρανε τώρα εμένα και με κουβαλήσανε στην εκκλησία ανοιξιάτικα, ένας θεός ξέρει (ένας θεός, χεχε, εκκλησιαστικό joke!..μπα). Βέβαια είναι Πάσχα, αλλά εγώ χέστηκα, δεν πιστεύω. Είναι που ήρθαμε διακοπές στο χωριό και πρέπει να το παίξω πιστή για χάρη της γιαγιάς μου. Ε, και ο άρτος που μοιράζουνε στο τέλος που μ' αρέσει και τον τρώω. Και μ' αρέσει που ανάβουμε κεριά, μ' αρέσει η φωτιά. Σήμερα είναι που αναστένεται ο Χριστός βασικά, οπότε δεν ξέρω αν θα μοιράσουνε άρτο, πάντως κεριά θα ανάψουμε στα σίγουρα, άναψα και ένα όταν μπήκα, και σε λίγο θα ανάψουμε και τις λαμπάδες μας. Έχω και εγώ μία, άσπρη, λευκή, τις δίνανε στην είσοδο της εκκλησίας και πήρα μία. Πήρε και η γιαγιά μου μία, τώρα αν θα την κρατήσει όταν μας δώσει το φως ο παπάς δεν ξέρω, γιατί έχει πάρκινσον και τρέμουν τα χέρια της πολύ, και θα μας βάλει  φωτιά καμιά ώρα και θα τρέχουμε. 
  Ακούω το σκύλο μου που γαβγίζει μέσα στη νύχτα, δύο στενά παρακάτω είναι το σπίτι μας. 
  Ησυχία. Μετράω έναν έναν τους υποκριτές μέσα στο κτίριο. Ε, ρε, δείτε τα, ρε, πεντάχρονα σκατά και έρχονται στην εκκλησία, τα σέρνουνε οι γονείς τους απ' το χέρι, τα μπουκώνουνε παραμύθια και αυτά μαθαίνουνε σε μία θρησκεία, πως υπάρχει στον κόσμο ένα πράγμα. Δεν τους λένε, ορίστε, να τα φαγητά, μακαρόνια, μπιφτέκια, σουβλάκια, γεμιστά, κουλουπού, φάε ό,τι θες παιδί μου, μόνο λένε, φάε μακαρόνια, φάε, μόνο μακαρόνια υπάρχουνε στον κόσμο γι' αυτό τρώγε. Τρώγε, μαλακισμένο. Ρε, ρε αυτό είναι πέντε χρονών ρε, αφήστε το να διαλέξει ρε, και ο Χριστός μεγάλος βαφτίστηκε, αφήστε το να διαλέξει ποια θρησκεία θα πάρει. Γι' αυτό πάει κατά διαόλου η θρησκεία σας, γι' αυτό στην εκκλησία τις κυριακές πάνε μόνο γιαγιάδες πια, γι' αυτό δεν τηρεί κανείς τίποτα, γιατί επιβάλλεστε, γιατί κάθε σκατό που γεννιέται εντός Ελλάδας βαπτίζεται απ' τα τρία του, γι' αυτό, ρε ηλίθιοι. Μάπες. Τσούκοι. Εσύ, εσύ μωρή, εσύ μπροστά μου, εσύ με το κοντό, που ίσα που σου καλήβει τον κώλο, εσύ, πιστεύεις μωρή; Είσαι πιστή τώρα εσύ; Ε μωρή; Ε; 
  "Μαμά, μαμά αυτός είναι ο Χριστούλης;"
   "Ε; Ναι, ναι ο Χριστούλης είναι." 
   "Και ο μπαμπάς του, πού είναι;" 
   "Ψηλά, ψηλά, στον ουρανό είναι ο μπαμπάς του." 
   Να μωρή, πάρτα, πάρτα μη στα χρωστάω, που είναι και στον ουρανό ο μπαμπάς του, στα μυαλά σας είναι ο μπαμπάς του, σκατόμυαλοι, ηλίθιοι, στα μυαλά σας είναι. Ευτυχώς που της έκανε νόημα η γιαγιά μου να σκάσει γιατί δεν θα άντεχα, θα τη βάραγα. Ηλίθια. 

   Άντε, άντε άνθρωπέ μου, πότε θα το πεις το δεύτε λάβετε φως, να ρθούμε, να το πάρουμε, να φύγουμε; Πότε θα μας το δώσεις το φως; Άντε, χριστιανέ μου (χεχε, εκκλησιαστικό joke 2!..ξανά μπα) άντε, άντε πονέσανε τα πόδια μας, έχει και φλεβίτιδα η γιαγιά μου, πονάει, άντε, τελείωνε. Άντε. 
  Καιιι να 'τος. Το 'πε. Επιτέλους, να τελειώνουμε, να πάμε σπίτι να φάμε. Φως, φως παντού. Σβήσανε τα φώτα στην εκκλησία, βυθιστήκαμε στο σκοτάδι, και ύστερα το είπε, δεύτε λάβετε φως. Ελάτε να πάρετε το φως. Και τρέχουνε όλοι στον παπά, να ανάψουνε το κερί τους απ' το κερί του, να διαδωθεί το φως, γιατί ο Χριστός αναστήθηκε, αυτό γιορτάζουν αυτοί, εγώ γιορτάζω το φως, γιορτάζω γιατί ένα κερί δεν χάνει τίποτα ανάβοντας ένα άλλο κερί, γιορτάζω για τη φωτιά, τη μαγεία της. Ένα ένα τα κεριά ανάβουν, το φως μεταδίδεται, η φωτιά πηδάει από κερί σε κερί, χοροπηδάει, χορεύει στην ατμόσφαιρα, λικνίζεται, κάνει τα μαγικά της. Μου δίνει μια ζεστασιά περίσσια που δεν την ήθελα, ζεσταινόμουν ήδη, ευχαριστώ. Και εκεί που σιγά σιγά κάθε πρόσωπο φωτίζεται από ένα κερί, και βλέπω τη χαρά να απλώνεται παρέα με τη φωτιά, κάθε κερί και φως, κάθε κερί και ευτυχία ένα πράγμα, έτσι που βλέπω την πίστη να τους γεμίζει ζέστη, μου έρχεται αυτός ο στίχος, και όλες οι σκέψεις σταματάνε και στο μυαλό μου αντιχεί μόνο αυτός ο στίχος. Όσα φώτα και ν' ανάψεις το σκοτάδι δε νικιέται απ' τα ίδια σου τα μάτια σα γεννιέται. Αυτός ήταν ο στίχος. Όσα φώτα και ν' ανάψεις το σκοτάδι δε νικιέται απ' τα ίδια σου τα μάτια σα γεννιέται. Ανάψτε, ανάψτε κι άλλα φώτα, ανάψτε, έχει δίκιο, να δούμε, ανάψτε, ανάψτε ρε! Και έπιασα έτσι τη λαμπάδα μου και έβαλα φωτιά στην μία καρέκλα, μετά στην άλλη, μετά σε όλες της καρέκλες της αριστερής πλευράς, του γυναικονίτη, πώς τον λένε, μετά στην άλλη, στην πλευρά των ανδρών, και ουρλιάζανε όλοι και τρέχανε έξω, κάνανε και το σταυρό τους, και εγώ φώναζα συνέχεια τον ίδιο στίχο, και έβαλα ύστερα με το ίδιο φως φωτιά στις εικόνες, και στους τοίχους, και στα πατώματα. Φως, φως, ανάψτε κι άλλο φως! Φως, φως ρε μαλάκας, φως, φωτιά στα μπαντζάκια μας, φως! 
  Ακούω το σκύλο μου να γαβγίζει δυνατά, αγριεμένα, το σπίτι μας είναι δυο στενά παρακάτω. Είδε μάλλον το λαμπάδιασμα της εκκλησίας μέσα απ' τα δικά του τα σκοτάδια, μύρισε τον καπνό, κι αγριεύτηκε. Σσσς, κάτω, Λόλα, σσσς. 
  Όσα φώτα και ν' ανάψεις το σκοτάδι δε νικιέται απ' τα ίδια σου τα μάτια σα γεννιέται. Και άμα ανάψω το φως στα μάτια μου; Άμα βάλω φωτιά στα μάτια μου, τι θα γίνει, ε, τι θα γίνει; Αυτό δεν το καλύπτει ο στίχος. Πες μας, πες, τι θα γίνει άμα λαμπαδιάσουνε τα μάτια μου; Και με τη σκέψη αυτή, πήρα το κερί και το 'χωσα μέσα στα μάτια μου, έλεγα, πάρε, πάρε φως, πάρε, να καούνε όλα να καούνε, όλα. Έχωσα την λαμπάδα με τη φωτιά μέσα στη μούρη μου, μέσα στα μάτια μου, πρώτα στο ένα κι έπειτα στο άλλο, θα 'θελα και τα δυο μαζί αλλά δεν είχα λαμπάδες αρκετές, μία μόνο, δεν μου έδωσε τελικά η γιαγιά μου τη δικιά της να την κρατάω. Αλλά τι να κάταλαβα; Πήρε φωτιά το πρόσωπό μου, ούρλιαξα, ούρλιαξα δυνατά, βγήκε το ουρλιαχτό μέσα απ' την κοιλιά μου και αντήχησε σε όλη την εκκλησία, και είδα για λίγο το φως, αλλά το είδα μέσα απ' τον πόνο, τον απέραντο, πάλι, γιατί καιγόμουν, καιγόμουν και γελούσα ταυτόχρονα.. Κι ύστερα βυθίστηκα στο απέραντο σκοτάδι, σκόνη γίνανε τα μάτια μου. Στάχτη. Και τι 'ναι, ρωτώ, τι 'ναι μια στιγμή φωτός σε σύγκριση με το απέραντο σκοτάδι; Τι 'ναι μια στιγμή φωτιάς σε σύγκριση με την στάχτη; Και αφού το ένα οδηγεί στο άλλο, αξίζει; Ρωτώ, απαντήστε μου! Αξίζει; 

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Στην αρμονία

  Κίτρινα εσωτερικά φώτα λεωφορείου αντανακλούν πάνω στα πράσινα καθίσματα ενώ έξω απ' τα τζάμια ο ήλιος πέφτει πίσω απ' τη θάλασσα και κανείς δεν ανησυχεί γιατί ξέρουμε όλοι πως θα 'χει γυρίσει σε 12 ώρες, και στον ουρανό χορέυουνε χρώματα μπλε, μωβ και πορτοκαλί. Όλα αυτά εγώ τα βλέπω μέσα απ' τα τζάμια του λεωφορείου, και τα μαλλιά μου μυρίζουνε πάλι αλμύρα και είναι το σώμα μου ακόμη βρεγμένο μα δεν κρυώνω, και κοιτάζω έξω απ' τα τζάμια και ξέρω πως ούτε έξω θα κρυώνω, πως το κρύο τελείωσε, πάει, πέρασε. Στ' αυτιά μου ακουστικά μα νιώθω πως όλου του κόσμου τα μυαλά χορεύουν στην ίδια μουσική με τη δική μου, νομίζω οι σκέψεις ξετρυπώσανε απ' τ' αυτιά και τη μύτη και το στόμα και τα μάτια και πετάνε τώρα σε όλο το λεωφορείο, κυκλοφορούν, αεράτες. Έχουνε βγάλει και μια φραπεδιά απ' την τσέπη και την έχουν αράξει στις γωνίες. Απ' έξω απ' τα τζάμια βλέπω τη θάλασσα, αυτή που δεν θα σταματήσει ποτέ να κινείται, να τώρα μια έτσι θα κάνει το λεωφορείο, μια λάθος στροφή και θα τουμπάρουμε και θα πέσουμε όλοι μέσα στο νερό. Θα γίνει το λεωφορείο υποβρύχιο. Στέκομαι πάνω σε τέσσερις ρόδες που γυρίζουνε. Ρόδες που γυρίζουνε. Ρόδες είναι και γυρίζουνε. Κίτρινα εσωτερικά φώτα λεωφορείου που χαμηλώνουνε όσο περνά η ώρα και μας κρύβεται κι άλλο ο ήλιος. Τρεχάτε, τρεχάτε να τον προλάβουμε να μην βραδιάσει, να μείνουμε πάντα παγωμένοι στο μπλε και μωβ και πορτοκαλί, να θαυμάζουμε μέσα απ' τα τζάμια και αν μας κάνει κέφι να τα σπάσουμε τα κωλότζαμα και να βγούμε έξω να πιούμε τα χρώματα. Ό,τι θέλετε να κάνουμε. Γιατί κάνει ζέστη και νιώθω την αλμύρα. Αλληλούια. Άμα δεν έχεις άνοιξη, κλέψε λίγη απ' τον κόσμο, κλέψ' τηνα και βαλ' τηνα στον καθημερινό πρωινό σου καφέ, διάλυσέ τη σε λίγο νερό και πιες την ,σαν το ντεπόν το δυαλιόμενο. Μια καλή, μιαν ανάποδη, έτσι να κυλά η ζωή μας, σαν τις ρόδες του λεωφορείου, απλοϊκά. Αρμονικά. Αλληλούια. Αλληλούια. 
Τι πρέπει να λέμε στους ανθρώπους που φεύγουν: Καλή τύχη.