Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Ο νους μας ειν' αληταριό π' όλο θα δραπετεύει

 Αναρωτιέμαι πώς τόλμησα ποτέ να θεωρήσω πως γνώριζα έναν άνθρωπο, αφού δεν είχα πρωτού μοιραστεί μαζί του ένα τουλάχιστον ξημέρωμα. Όταν, καταμεσής στο σαρκοβόρο παγετό της νύχτας, προβάλει διστακτικά ο ήλιος για να πυρπολήσει με τις αχτίδες του κάθε ψύχος που βασάνιζε μες στο σκοτάδι τις ψυχές, ο άνθρωπος αλλάζει· αφοπλίζεται· απογυμνώνεται. Βγάζει το προσωπείο, που να με πάρει. Όχι ότι τα προσωπεία κάνουνε μεγάλη διαφορά - δεν κατορθώνει ποτέ, να ξέρεις, ο άνθρωπος, να κρυφτεί για τα καλά, πάντα κάτι περισσεύει- έτσι κι αλλιώς, τ' ανθρώπινο πρόσωπο διαβάζεται. Το πρόβλημα είναι στην επιλογή, κατάλαβες; Το πρόβλημα είναι που ο άνθρωπος διαλέγει να το φορά το προσωπείο. Αυτό είναι που μου πρήζει τ' αρχίδια μες στη μέρα και δεν μπορώ να επικοινωνήσω. Οι επιλογές τους. Να κρυφτούνε. Οι μαλάκες. Σσσσς, μη φωνάζεις, θα μας ακούσουν. Σσσσς, μη βρίζεις, είναι ντροπή. Κρύψου, ανθρωπάκο, κρύψου. Κινήσου σα μηχανή με πόδια μέσα απ' τους ασφαλτόστρωτους δρόμους που χαράξανε για σένα, σφύξε στο λαιμό τη γραβάντα, αγάπα τα παιδιά σου, τη γυναίκα σου, το Θεό, φίλα την κατουρημένη ποδιά του αφεντικού σου. Φτιάξε καφέ! Δούλεψε! Βγάλε λεφτά! Αγόρασε! Σσσσς, μη μιλάς, θα σ' ακούσουν. Μην απαιτείς. Να ευγνομωνείς το Θεό για την κουτσουλιά που έβαλε να προσγειωθεί κατευθείαν στη φαλάκρα σου. Φαλάκρα; Αγόρασε! Κατανάλωσε! Κρέμες, καλλυντικά, χάπια. Προς στα κάλη, τι 'ν' ο πόνος, το χρήμα, η υγεία, η ευτυχία σου; Ζήτω οι τρίχες! Τι έλεγα; Ναι- και προς Θεού, ε, μην τολμήσεις να σηκώσεις το κεφάλι. Απαγορεύεται. Και δεν εννοώ, ν' αντισταθείς. Αυτό προφανώς απαγορεύεται! Εννοώ, μη σηκώσεις κεφάλι να κοιτάξεις τον ουρανό. Κράτα τα μάτια στο δρόμο. Κοίτα μόνο τα παπούτσια σου. Τη μύτη σου! Πρόσεχε το τομάρι σου, θα στο φάνε. Και σε καμιά περίπτωση μην είσαι ο εαυτός σου! Δεν χωράς.
  Άιντε βγες τώρα και πες τα όλα ετούτα. Να βγω στο δρόμο να χορέψω, θα με κλείσουνε στα τρελάδικα. Κανείς δε χορεύει χωρίς μουσική. Η μουσική είναι μέσα μου, καριόλια! Να βγω να παίξω μουσική, θα με κλείσουνε στη στενή. Διατάραξη κοινής ησυχίας. Διατάραξη κοινού καλού κάνετε εσείς, γαμώ τα μπατσικά σας! Να βγω ν' αγκαλιάσω κόσμο, θα με τρέχουνε στα δικαστήρια. Σεξουαλική παρενόχληση. Θα τους διορθώσω: παράνομη διακίνηση αγάπης, κύριε δικαστά... Σιωπή, κατηγορούμενε. Και τα λοιπά, και τα λοιπά..

  Τι ξέρουνε, μωρέ, και αυτοί; Ιδέα δεν έχουνε. Και θα τους πω καημένους! Οι πάμφτωχοι. Μας ζαλίσατε τον έρωτα με τα λεφτά σας! Και το εννοώ. Εμένα, τουλάχιστο, ο έρωτάς μου ξερνά πεταλούδες στη θέασή σας, ωρέ. Εννοώ, ο έρωτάς μου, όχι ως πρόσωπο- ο έρωτάς μου ως συναίσθημα. Ο έρωτας που θρέφω μέσα μου· για πράγματα κι ανθρώπους. Για την ζωή, την τέχνη, την ομορφιά των τόπων. Για ό,τι ακόμη δε γνώρισα και βρίσκεται μπροστά μου. Για ό,τι άφησα πίσω μου κι υποσχέθηκα να μην επιστρέψω ποτέ σ' αυτό. Αυτός· αυτός ο έρωτάς μου ξερνά μόνο και που σας βλέπει. Και πνίγεται. Αυτοστραγγαλίζεται στην πόλη που βασιλεύουνε τα χοντρόπετσα πρόσωπά σας, που τα βολέψατε πίσω απ' τις πλαστικές μάσκες οξυγόνου κι ό,τι παπαριά σας πλάσαρε η Νέα Εποχή..
  Αυτά, που λες. Αυτά συμβαίνουνε τη νύχτα και τη μέρα. Μα μπροστά στο ξημέρωμα, δεν ειν' έτσι. Ο άνθρωπος, στο φως της αυγής, είναι αυθεντικός. Ρευστός, αδέσμευτος. Όχι όλοι, όχι. Όχι όλοι μαζί, έστω· ίσως καθένας χωριστά. Σ' άλλο τόπο, σ΄άλλη ώρα, μα πάντα το ξημέρωμα. Και στο δειλινό, ναι.. Στο δειλινό 'ναι αλλιώς. Το δειλινό κρύβει μια νοσταλγία. Μια μελαγχολία βαριά, σαν κατακάθι βαρύ γλυκού ελληνικού καφέ σε περιμένει κάτω απ' τη γλύκα, να εμφανίσει την πικρία του, να σε τρομάξει με την αδιαλλαξία του.. Ενώ το ξημέρωμα κουβαλά την ελπίδα. Στη φυτεύει στην ψυχή. Σου λέει να, να το φως, προχώρα. Λίγο ακόμη. Ν' ανεβούμε λίγο ψηλότερα. Αδέσποτος ειν' ο άνθρωπος τη χαραυγή· άναρχος, κυρίαρχος του εαυτού του κι όχι υποχείριο των νόμων που του επιβάλανε, κατάλαβες; Το λέει και το στιχάκι. Όσες κι αν χτίζουν φυλακές, κι αν ο κλοιός στενεύει...
  Αφού την ξέρεις, μωρέ, τη συνέχεια. Μίλα. Πες το. Αλλά πού.. Εσένα σε φάγανε νωρίς. Την έκανες γι' αλλού. Τι να πω. Πάντως, το στιχάκι, είδες ε, μου 'χες πει να το θυμάμαι, και το θυμάμαι. Αν ήσουνα εδώ τώρα, θα χαμογελούσες, σε ξέρω. Γαμώ τη φάρα μου, σε 'χω πεθυμήσει, μωρέ. Αλλά, αυτό είναι άλλη ιστορία, όχι; 

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

          "Καλό, ε; Καλό, ρε Μανόλη, αλλά λίγο σκληρό. Δηλαδή, κοίτα να δεις, δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε αυτή την απλή καθημερινή ζωή των ανθρώπων, τι σκατά θα γίνει, δηλαδή… Σκατά, καρντασάκι, σκατά, καλά το ‘πες. Ποια ζωή, ρε Σαλονικιέ; Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναυπάρξουμε ποτέ. Και ‘μεις τι την κάνουμε, ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από ‘δω κι από ‘κει δολοφονώντας την… Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις… Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα… Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σμπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή. Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό». Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφειό δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν’ απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας… Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για ‘μας… Όμως τ’ αφήσαμε για αύριο… Για να πάμε πού, ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά στο θάνατο, και ‘μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ την ζωή μας, χαιρόμαστε. Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας. Την καταντήσαμε ένα καθημερινό, χωρίς καμία ελπίδα αντίστασης θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος… "

από το βιβλίο Χαμογέλα, ρε... τι σου ζητάνε; του Χρόνη Μίσσιου.