Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Κι όπως λέει κι ο Παύλος..

Χάθηκα ξανά μέσα στον κήπο σου, 
είδα τα χρώματα μ' ένα φιλί και μόνο. 
Κατέβηκα το δρόμο προς τη θάλασσα, 
είδα τα κύματα, 
χάθηκα μες στο χρόνο. 

Τη νύχτα που με κοίταξαν οι κούκλες σου, 
σ' ονειρεύτηκα στη μαγική βεράντα. 
Κοιτάχτηκα για λίγο στον καθρέπτη σου, 
παγιδεύτηκα. 
Χάθηκα μια γα πάντα. 

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Στον Π ΙΙ (Μη Μου Μιλάς Για Τίποτα)

 Το πρωινό εκείνο ο Παυλής μ' είχε αφήσει να κοιμηθώ ως αργά· είχε καθυστερήσει, βλέπεις, ο ύπνος να 'ρθει να μας πάρει το προηγούμενο βράδυ, λόγω ενός πολύ άσχημου τηλεφωνήματος που μας είχε βρει γύρω στα μεσάνυχτα στο σπίτι μου, πάνω στην ώρα π' εκείνος έκαμε να βάλει το παλτό του. Κι ήταν τα νέα πολύ άσχημα και πολύ μας άγχωσαν, και τους δυο το ίδιο, κι έτσι περάσαμε μαζί το βράδυ το προηγούμενο. 
  Ξυπνώντας, περίμενα να τον βρω καθισμένο στο πάτωμα, να γρατζουνά την κόκκινη κιθάρα μου- μα, αντ' αυτού, τον βρήκα στο μπαλκόνι, γερμένο πάνω στα σιδερένια κάγκελα, δίπλα στη γλάστρα μου μ' αυτά τα μαραμένα κόκκινα λουλούδια που πάντα θα ξεχνάω τ' όνομά τους, να καπνίζει ένα τσιγάρο ατελείωτο και βαρύ. Τόσο βαρύ που φαινότανε στα δάκτυλά του, πως δεν τ' αντέχανε να το σηκώνουνε και λυγίζανε και ροζιάζανε σε δευτερόλεπτα. Κι ήταν πρωί, κατά τις εννέα -τόσο ειν' το αργά το πρωί για 'μενα, ένεκα, βλέπεις, του μίσους που τρέφω για τον ύπνο- κι ο Παυλής ποτέ δεν καπνίζει πριν πάει μεσημέρι. Γιατί είναι, λέει, πολύ όμορφος ο κόσμος τα πρωινά, και δεν του πάει καρδιά να τον λεκιάσει με τις στάχτες και τις γόπες του και να τον θολώσει με τον καπνό του. Δεν μου 'πε καλημέρα, ούτε και μ' έσφιξε απ' τη μέση να με κρατήσει πάνω του όπως έκανε κάθε μέρα που μ' έβλεπε καινούρια. Το σώμα του παρέμεινε γερμένο σ' αυτά τα μαύρα κάγκελα, κι ίσως λίγο το στόμα του να στράφηκε προς εμένα για να μου μιλήσει. Κοντοστάθηκα στην μπαλκονόπορτα, να κοιτάζω την καλλίγραμμη πλάτη του και τ' ατημέλητα καστανά μαλλιά του."Ζωή" ψιθύρισε, "χτύπησε το τηλέφωνο, πριν.." 
  Ούτε που το 'χα ακούσει. "Και τ' απάντησες;" αποκρίθηκα. 
  Κούνησε το κεφάλι του μ' άρνηση. "Όχι.. Δηλαδή, το σήκωσα, αλλά δεν τ' απάντησα, δεν μίλησα- μιλήσανε αυτοί, είπανε αυτό που είχανε να πούνε..και το 'κλεισα μετά.."
  Η καρδιά μου άρχισε τότε να χτυπά δυνατά· δυνατά τόσο που πίστεψα πως θα τ' άκουγε. "Τι..τι είπανε..;" 
  Είδα τα χείλη του π' αγκομαχούσανε να βγάλουνε τις λέξεις, παλεύανε μ' εκείνον και το μυαλό του π' ακόμη προσπαθούσε να τις συλλάβει, κι έτσι πήγα και στάθηκα δίπλα του, κι έγειρα κι εγώ το σώμα μου στα μαύρα τα κάγκελα και τον άφησα ν' ακουμπήσει το κεφάλι του στον ώμο μου. Δεν μου 'πε, κι ούτε έμαθα ποτέ μου πώς του το 'πανε σ' αυτό το τηλεφώνημα ακριβώς- μα δεν είχε δα και τόση σημασία. Κι ήτανε, που λες, απ' τις μέρες 'κεινες που έβρεχε μέσα του μα εγώ δεν ρώταγα γιατί -μιας κι ήξερα πως ο πόνος του είχε αιτία τυφλή, όπως μου 'χε κάποτε τραγουδήσει. Ήμουνα μαζί του μ' όλους τους δυνατούς τρόπους, κι έφτανε που μ' άγγιζε για να νιώθω τ' αόρατα μαχαίρια που τον πληγώνανε να πληγώνουνε κι εμένα, και μοιραζόμασταν, έτσι, τον πόνο· σήκωνα κι εγώ λίγο απ' το βάρος του και πορευόμασταν. Το τσιγάρο εκείνο μαζί το τελειώσαμε, μαζί το κατεβάσαμε ως κάτω και το εκπνεύσαμε και θολώσαμε τη μέρα εκείνη π' όλα τ' άλλα πέρα από όμορφη δεν ήταν. Αν και, από 'δω που την κοιτάζω τώρα, από μακριά, ίσως και να 'χε μια ομορφιά περίεργη. Κι όταν το σιγαρέτο στέρεψε και φτάσαμε πια στις τελευταίες του τζούρες, ο Παυλής μου ψιθύρισε να το "σκοτώσω", κι έτσι εγώ το ρούφηξα όλο μέσα κι έπειτα το πέταξα στον κόσμο έτσι αναμμένο, μπας και τυλιχτεί στις φλόγες τούτη η πόλη η σάπια. 
  Μα δεν τυλίχτηκε· κι έτσι μείναμε εγώ κι εκείνος στο μπαλκόνι αυτό για όλη την υπόλοιπη μέρα, κυριευμένοι από μια σιωπή π' ούρλιαζε την ανάγκη μας για λέξεις που δεν είχανε ακόμα δημιουργηθεί -και συνάμα την απέχθειά μας προς αυτές- ν' αγναντεύουμε με θλίψη τον κόσμο ετούτο που σήμερα ξημέρωσε και του 'λειπε πάλι κι από κάτι, κάτι π' όμως χθες το 'χε, και το 'χαμε κι εμείς δίπλα μας. Την άχρωμη ετούτη πόλη π' όλο μας έτρωγε, έτσι, σιγά σιγά, λίγο λίγο· το βράδυ ενώ κοιμόμασταν τσιμπούσε τα κομμάτια μας σαν ποντικός που μασουλάει στα κλεφτά απ' το τυρί μας. Τα δένδρα τα γυμνά, χωρίς δείγμα φυλλωσιάς, τα παιδιά τ' αγέλαστα.. Και συλλογιζόμασταν, κι εγώ, κι εκείνος, πως ήτανε σίγουρο πως ο κόσμος πια δεν τη σήκωνε την ψυχή εκείνη π' αποφάσισε μονάχη της να την κάνει γι' αλλού μονάχη το ξημέρωμα εκείνο που μόλις μας πέρασε. Του 'πεσε βαριά πολύ η τόση αναρχική φύση που μοιραζότανε σ' αναρχικό έρωτα κι αναρχική τέχνη, κι έβαφε τοίχους και στόλιζε δρόμους και μοίραζε ποίηση στους περαστικούς με τις γραβάντες. Και ποιοι είσαστε εσείς, ήθελα να πω εγώ τώρα σ' όλους αυτούς τους γραβατανάδες, ποιοι είσαστε εσείς που σκίσατε και ριμάξατε κι ούτε ένα βλέμμα δεν χαρίσατε στην ποίηση αυτή που γράφτηκε προσωπικά για εσάς, κύριοι Χι και Ψι και Κάπα και Άρες Μάρες Κουκουνάρες; Μα η οργή μου δεν χωρούσε στο εικοσιτετράωρο εκείνο, δεν είχε θέση.. Κι ούτε είχε κανένα άλλο συναίσθημα θέση σ' αυτή τη μέρα- ούτε καν η αγάπη που 'τρεφα -και δεν είναι διόλου κρυφή- για τον Παυλή δεν είχε θέση, ουτ' εκείνη· γιατί ήτανε μέρα γκρίζα, ή ούτε καν και γκρίζα, μάλλον πως άχρωμη, ομιχλώδης, ελλειπής. Γιατί ο κόσμος είχε χάσει μια παρουσία που του προσέφερε ουσία, και μαζί με την παρουσία εκείνη είχε φύγει και η ζωή απ' τα μάτια του Παύλου.. Μα ούτε θάρρος είχα να του πω, κοίταξέ με, Παυλή, κοίτα με, να δούνε κι αυτά λίγο Ζωή, μπας και.. 
  Ως που έφτασε πια το δειλινό κι άρχισε ο ήλιος να βασιλεύει. Τότε μόνο, άνοιξε ξανά το στόμα του ο Παυλής κι ήχησε η φωνή του στον κόσμο. "Μη μου μιλάς για κόλαση.. την έχω ζήσει όλη.." ήταν στην αρχή ένα μουρμουρητό μονάχα που έβγαινε απ' τα χείλη του, τραγουδιστό κι όμορφο, μα ύστερα, καθώς συνεχίζανε οι στίχοι, η φωνή όλο και μεγάλωνε και φούντωνε και δυνάμωνε και γλύκαινε. "Μη μου μιλάς για ουρανούς, για θείο περιβόλι.." 
  "Μη μου μιλάς για τα παιδιά" συνέχισα εγώ, προς απάντησή του· "που ψάχνουνε στους δρόμους.." 
  "..Σαν τους αλήτες, τους σοφούς, δεν ξέρουν από νόμους" το στίχο αυτό τον προφέραμε μαζί, και να βλέπατε, αχ να βλέπατε, πώς σηκώθηκε τ' ακροχείλι του, πώς στραβοχαμογέλασε στις λέξεις ετούτες. Τον άφησα λοιπόν να τραγουδά μονάχος, κι όσο προχωρούσε το τραγούδι και δυνάμωνε η φωνή του, ξάφνου φυτρώνανε από 'δω κι από 'κει τα λουλούδια, αναστηθήκανε τα κόκκινα εκείνα μαραμένα που 'χα εγώ στη γλάστρα μου, και η γκρίζα η πόλη έγινε ξάφνου πολύχρωμη, γέμισε ζέστη, ζέστη, ζωή- και μαζεύτηκε κάτω απ' το μπαλκόνι μας κόσμος πολύς, ν' ακούσει την αγγελική φωνή αυτή π' έβγαινε απ' τα σωθικά του Παυλή και γιόμιζε τα κενά όλα του κόσμου. Και χορεύανε στον ουρανό Αναμνήσεις παρέα με τα μαύρα χελιδόνια, και δακρύζανε τα σύννεφα του κόσμου κι έπεφτε στο έδαφος η πιο γλυκιά βροχή που 'χουνε τα μάτια σας αντικρίσει. Και παγώσανε όλες οι ηρωίνες, όλες οι κόκες κι όλα τα συναφή, και τη θέση τους την πήρε το τραγούδι του Παύλου π' αντηχούσε τώρα σ' όλοκληρη την πόλη κι όχι μονάχα στα στενάκια της γειτονιάς μας. Και τα παιδιά γελάσανε ξανά κι ήταν αυτά η Ελπίδα. Και κάθε βάσανο και κάθε πόνος και κάθε ταλαιπωριά βρήκε το δρόμο της έξω απ' τον κόσμο, και κάθε όργανο μουσικό βάλθηκε να παίζει συνοδεία του Π. Γεννήθηκε μια ολάκερη ουτοπία απ' τα χείλη του Παυλή. Τα τανκ προχωρήσανε τα ίσα πίσω, κι ούτε νεροπίστολα πλέον δεν έβρισκες στην παράγκα κανενός, κι ουδείς πια δεν έφερε τον τίτλο "φυλακισμένος" για δεν υπήρχανε πια φυλακές, κι ούτε βόμβες ούτε βομβαρδισμένοι, ούτε ξύλο μεταξύ των μπασκίνων και των αγωνιζόμενων· μονάχα λουλούδια ανταλάσσανε οι τελευταίοι. Και πώς, εξηγείστε μου πώς, πώς μπόρεσε μια φωνή τέτοια, θλιμμένη, βαμμένη μαύρη και πενθούσα, πώς μπόρεσε να φωτίσει έτσι τον κόσμο αυτή η φωνή, πώς το κάνανε τα μάτια του κι έλαμψαν ξάφνου στο τίποτα, πώς.. Κι ούτε ουσίες ούτε τίποτα· καθαρός ο Παυλής, νηφάλιος, μεθυσμένος μόνο απ' το μυαλό, πού 'ναι έτσι κι αλλιώς από μόνο του οπιούχο. 
  "Μες στα ερείπια του καιρού.. Ζωή πάω να χτίσω.." γύρισε να με κοιτάξει όταν έφτασε στον στίχο εκείνο, και μου χαμογέλασε έτσι στραβά κι αυθεντικά όπως χαμογελάει, έτσι που οι καστανές του μπίλιες -που κρύβουνε μέσα τους και λίγο πράσινο που μόνο 'γω το βλέπω, μου φαίνεται- ζεσταίνονται και λιώνουνε, και ρέουν απ' αυτές άπλετες στα ζυγωματικά του οι νότες. "Μες στα ερείπια του καιρού..Ζωή πάω να χτίσω.." το επαναλάμβανε και το επαναλάμβανε ο Παυλής κι έτσι το τραγούδι δεν είχε τελειωμό· σαν τα δάκρυά του που τρέχανε ποτάμι, επιτέλους, και κουβαλούσανε μαζί τους όλα του τα ουρλιαχτά που παλεύανε με χέρια και με δόντια να ξεφύγουνε απ' το σώμα του. Μα χαμογελούσε! Χαμογελούσε και δάκρυζε την ίδια τη στιγμή. Και τ' αγαπούσα, μωρέ, το χαμόγελο, και τ' αγαπούσα και το δάκρυ του. Στη μέση του κόσμου στεκόμασταν με τον Παυλή. Στη μέση του κόσμου. Κι εκεί λοιπόν, στη μέση, κι ενώ περνούσανε στο πλάι μας μηχανές που βγάζανε θορύβους περιέργως αρμονικούς με τη φωνή του, και γέλια ανθρώπινα που ταξιδεύανε ξυστά από μας, εκεί, στάθηκα εγώ στις μύτες των ποδιών μου και πλησίασα το πρόσωπό του. "Μες στα ερείπια του καιρού.. Ζωή.." συνέχιζ' εκείνος, κι εξακολουθούσανε τα δάκρυα να τρέχουνε. "..Πάω να.." Και με τα χείλη μου ακούμπησα απαλά τα ζυγωματικά του, και φίλησα τις θάλασσες που τρέχανε από μέσα του στάλα- στάλα. Ήτανε στιγμή π' ένιωσα να σπάνε μέσα μου φράγματα, να διαλύεται ο κόσμος και να ξαναγεννιέται ίσαμε χίλιες φορές.. Τα μάτια μου σφιχτά κλεισμένα, κι όταν ακουμπήσαμε τα 'κλεισε κι εκείνος. "Σ'αγ-" έκαμε να ψιθυρίσει, όταν φίλησα τα δάκρυά του. Μα εγώ κάλυψα τα χείλη του με τα δάκτυλά μου και του 'κανα νόημα να σωπάσει. "Ζωή πάω να χτίσω.." συμπλήρωσα. 

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Bad Trip


  Wrong Neighborhood, No 26
   Sin City
   --/--/--, --:--

   Να 'ναι καλά ο ανύπαρκτος θεούλης που μ' έκανε να βάλω τα τσιγάρα μου, τον αναπτύρα μου και το αιώνιο στυλό μου στην κωλότσεπη και όχι να τα παρατήσω στην τσάντα μου. Θενξ καλέ θεούλη, το εκτιμώ. Κάπου σ' αυτό το σημείο είναι που ο αναγνώστης μου αναρωτιέται τι είδος ανθρώπου κυκλοφορεί με ένα στυλό στην κωλότσεπη- ε, κάποιος που γράφει πολύ μάλλον, ρε στόκε. Τέλος πάντων. Να 'ναι καλά και η καθαρίστρια της τουαλέτας που ανανέωσε το κωλόχαρτο πριν λίγο και έτσι έχω πολύ χώρο για να γράψω. Θενξ καθαρίστρια, θα ήμουν απελπισμένη αλλιώς. Θα βαρούσα το κεφάλι μου στον τοίχο, αλλιώς. Και μόλις μάτωνε, θ' άπλωνα με το χέρι μου το αίμα στον τοίχο ώστε να δημιουργηθούν, επιτέλους, οι λέξεις που πρέπει να δημιουργηθούν. Οι λέξεις που πρέπει να πω.
  Γαμώ την γκαντεμιά μου, που λες, γαμώ την γκαντεμιά μου, κλειδώθηκα στην τουαλέτα. Γαμώ την πουτάνα μου. Δηλαδή, μπήκα, έκλεισα την πόρτα, και όταν πήγα να την ανοίξω δεν άνοιγε. Απλά δεν ανοίγει, κατάλαβες; Έτσι απλά, δεν ανοίγει, χωρίς λόγο, δεν ανοίγει. Και να βαράω την πόρτα και να φωνάζω, ΑΝΟΙΞΤΕ ΜΟΥ ΡΕΕΕ, ΑΝΟΙΞΤΕ ΜΟΥΥΥ, και να μην μ' ακούει κανείς. Να μην ανοίγει η πόρτα κι εγώ να τη βαράω και να ουρλιάζω κιόλας και να μην μ' ακούει κανείς. Λες και δεν υπάρχει κανείς έξω από αυτό το βρωμοδωμάτιο διαστάσεων 1 επί 1 να μ' ακούσει. Γαμώ την πουτάνα μου. Πες μου, πες μου ειλικρινά, σ' αυτά τα κωλόμπαρα που κάνει τα live του ο Άλεξ, δεν γαμιέται κανείς στις τουαλέτες; Δεν χέζουνε, έστω, οι άνθρωποι που συχνάζουνε εδώ; Δεν θα του έρθει κανενός η όρεξη; ΜΙΑ ΩΡΑ ΤΩΡΑ ΔΕΝ ΤΟΥ ΕΧΕΙ ΕΡΘΕΙ ΚΑΝΕΝΟΣ Η ΟΡΕΞΗ; ΜΙΑ ΩΡΑ ΤΩΡΑ ΓΑΜΩ ΤΗ ΣΤΑΝΗ ΜΟΥ; 
 Τα πήρα πολύ που κλειδώθηκα εδώ μέσα. Δηλαδή, τα είχα πάρει, αν μπορώ να βάλω αυτήν την λαϊκή έκφραση στον υπερσυντέλικο. Πρώτον γιατί εγώ ήρθα εδώ για να δω τον αγαπημένο μου Άλεξ να τραγουδάει- αγαπημένος μου τώρα, τρόπος του λέγειν.. αγαπητός μου ίσως.. σόρι Άλεξ- και όχι για να περάσω όλη τη νύχτα εδώ μέσα, και δεύτερον επειδή, ωραία, πες εντάξει, να κλειδωθώ κάπου, οκ, κανένα πρόβλημα. ΑΛΛΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΤΟΣΑ ΔΩΜΑΤΙΑ. ΤΟΣΑ ΔΩΜΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. ΤΟΣΑ ΑΤΕΛΙΕ. ΤΟΣΕΣ ΑΠΟΘΗΚΕΣ. ΤΟΣΑ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗ ΥΠΟΓΕΙΑ. ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΚΛΕΙΔΩΘΩ ΣΕ ΤΟΥΑΛΕΤΑ;;;;;;;;;;;
  Η φωνή της Άννας στο κεφάλι μου μού λέει πως πρέπει να είμαι ευγνώμων. Φαντάσου να είχα κλειδωθεί σε ένα ατελιέ ας πούμε και να μου ερχόταν κατούρημα, πόσο ντροπιαστικό θα ήταν όταν με ξεκλείδωναν. "Εεε, σας κατούρησα λίγο.." Χαχαχα. Τι χιουμοράκι που έχει η Άννα. 

  Ναι. 
  Βέβαια μπορώ κι από εδώ ν' ακούω τον Άλεξ να τραγουδάει, κι ολοκάθαρα μάλιστα. Δηλαδή, η δυνατή μουσική έχει τα καλά της και τα κακά της· δεν μ' ακούνε απ' έξω εξ'αιτίας της και δεν μ' ανοίγουν, αλλά εγώ ακούω εκείνον, έστω. Κι έτσι κι αλλιώς, τον έχω δει πολλές φορές τον Άλεξ να τραγουδάει, και πιο όμορφα, πολύ πιο όμορφα από τώρα. Πολύ πιο αληθινά. Πολύ πιο αυθόρμητα. Χωρίς πρόγραμμα, χωρίς playlist, χωρίς χρονικό περιθώριο. Έχω δει τον εαυτό του εαυτού του να χορεύει στη μουσική που τραγουδάει ο εαυτός του, αν μπορώ να το θέσω έτσι.
  Τα είχα πάρει πολύ, που λες. Μετά ηρέμησα. Γιατί. Γιατί ξαφνικά μου ήρθε μία επιφοίτηση ότι, στ' αρχίδια μου βγω- δεν βγω από 'δω μέσα. Δεν έχει σημασία. Τι διαφορά θα έκανε; Τσιγάρα έχω, μουσική έχω, χαρτί έχω, στυλό έχω. Φωτιά έχω. All good. Μου ήρθε λοιπόν αυτή η επιφοίτηση κι εκεί που βαρούσα την πόρτα, απλά σταμάτησα. Το ότι ήθελα να βγω ήταν μία απλή μιμητική αντίδραση, κάτι που ενστικτωδώς πίστευα πως έπρεπε να κάνω, χωρίς να χρειάζεται πράγματι να το κάνω· όπως όταν κλείνεις τα μάτια καθώς πέφτεις. Δεν κερδίζεις κάτι.   

  Τώρα θα κάνω ένα διάλειμμα για να κάνω ένα τσιγάρο, με συγχωρείς φίλε για λίγο. Θα μου πεις, αυτή τη γραμμή θα μπορούσα να μην την είχα γράψει καν· ο μελλοντικός αναγνώστης δεν υπήρχε περίπτωση να αντιληφθεί ότι σταμάτησα να γράφω- θέλω να πω, είναι κείμενο, τα κείμενα δεν είναι άμεσα, ε; Ε, αυτό θέλω να 'ναι. Θα γράψω λοιπόν ό,τι να 'ναι κι όπως να 'ναι, σαν να είχα μπροστά μου τον τυχαίο αναγνώστη. 
  Σκάσε τώρα και άσε με να καπνίσω με την ησυχία μου. 
  Τι σάπιος καπνός γαμώ την πουτάνα μου. Γαμώ την φτηνιάρα φύση μου. Γαμώ και το μαλακισμένο αφεντικό μου στη δουλειά, γαμώ και την κρίση, και τον καριόλη τον πατέρα μου, και την χαρτοπαιξία, και τους εθισμούς κι ό,τι αυτά συνεπάγονται. Α, και το κάρμα, το κάρμα, ρε μαλάκες, που γαμιέται, γαμιέται όρθιο το κάρμα! Γιατί δεν τιμωρείς, ρε μαλάκα, εκείνους που φταίξανε; Γιατί τα τρώμε εμείς τα σκατά; Όχι ότι εγώ δεν αξίζω τιμωρίες· τα θέλει κι εμένα ο κώλος μου. Απλά, όχι μόνο ο δικός μου, ε; Δεν είμαι ο μόνος φονιάς στη Γη, ε; Ε; Απάντα ρε. Μόνο εγώ έχω σκοτώσει; 
  Μάλλον, ε; Χαχαχα. Εμ βέβαια. Εντάξει, λοιπόν, μόνο εγώ έχω τ' αξίωμα ν' αποκαλούμαι αμαρτωλή κι εγκληματίας. Κόσμε, εγώ σε δολοφόνησα. Τα δικά μου τα χέρια λερωθήκανε με το αίμα σου. Πού 'σαι, ζωή! Εγώ σε μαχαίρωσα, ρε. Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου! Εγώ στην έκανα αυτήν την τεράστια ρωγμή στο κέντρο! Εγώ, εγώ με τ' όπλο μου! Μην ακούς τον μαλάκα τον Σάρτρ! "Η κόλασή μου είναι οι άλλοι" και αρχίδια μπλε. Πού 'ν' τος; Φέρτε μου τον εδώ αυτόν τον στόκο! Αδύναμε μαλάκα! Τι λες, ρε, στον αθώο κοσμάκη; Εδώ, μωρέ αρχίβλαχε, εδώ! Εδώ, εις το κρανίον, κατακέφαλα, εδώ, όλα εδώ γυρνάνε! Να το βαρέσω, μωρέ, το κεφάλι στον τοίχο. Να ραγίσει, να χωριστεί στα δύο, να τα δείτε όλοι σας τα καζάνια που βράζουνε μέσα. Να δείτε και τους κόκκινους άγγελους, και τη φωτιά και -τι άλλο έχει μέσα η Κόλαση; Ό,τι άλλο έχει. Άκουσα κάποτε έναν στο λεωφορείο να λέει στο γιο του πως όλοι σ' αυτή την ζωή γεννιόμαστε μ' ένα κεφάλαιο. Πες.. χίλια ευρώ. Όλοι, λοιπόν, καθώς γεννιόμαστε, περνάμε από μια τράπεζα και μας χαρίζουνε χίλια ευρώ και μας λένε, use it well. Use it well! Και κάποιοι, λέει, τα χρησιμοποιούν σωστά κι επενδύουν, και άλλοι τα ξοδεύουν αλόγιστα ώσπου χρεοκοπούν. ΧΑΧΑΧΑΑΧΑΧΑ, ΑΚΟΥΣΤΕ, ΡΕ, ΤΙ ΕΛΕΓΕ, Ο ΜΑΛΑΚΑΣ, ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ! Ε, έβαλα τα γέλια, δεν γινότανε να τ' ακούω αυτά χωρίς να γελάω. Τι λες, μωρέ, του λέω, στο παιδί σου; Τι λες; Άκου εδώ, ρε φίλε -λέω- όλοι σ' αυτή τη ζωή γεννιόμαστε φορώντας ένα παντελόνι. Η μία τσέπη είναι τρύπια και στην άλλη μας έχουνε βάλει ένα κομμάτι κλωστή και μια βελόνα. Άρα -ρωτάω- τι πρέπει να κάνουμε; 
  Και θα κάνω τώρα μια παύση της αφήγησης και θα ρωτήσω εσένανε, φιλάρα αναγνώστη. Τι πρέπει να κάνουμε; Έχεις μία τρύπια τσέπη, μια κλωστή και μια βελόνα. Δεν είναι προφανές; Δεν είναι υπερβολικά προφανές; 
  Θα ράψω το παντελόνι, μου είπε το παιδί. Θα ράψω το παντελόνι. Κι εγώ ξανάβαλα τα γέλια εις διπλούν, ως που τρέχανε δάκρυα απ' τα μάτια μου. Γιατί, βρε στόκε, του λέω, να το ράψεις το παντελόνι; Να βάλεις τι μέσα, μετά; Την τελειωμένη κλωστή ή τη βελόνα που θα γυρνά και θα σου τσιμπά τ' αρχίδια; Βγάλε, παιδάκι μου, το παντελόνι και πέτα το! Ποιος φυσιολογικός άνθρωπος γεννιέται με παντελόνια; 
  Κι ό,τι κατάλαβε κατάλαβε το μυξιάρικο. Πιο πολύ στον μαλάκα πατέρα του ήθελα να την πω, γιατί κάποιον μου 'χε θυμίσει και δε μ' έπαιρνε ν' αφήσω ένα παιδί να μεγαλώσει ακούγοντας όλο τέτοιες παπαρίτσες. Άκου γεννιόμαστε μ' ένα κεφάλαιο. 
  Παραφέρθηκα, ε; Να με συχωράς, βρίσκομαι σε συναισθηματική φόρτιση. Δηλαδή, και να μη με συγχωράς, στ' αρχίδια μου, αλλά, λέμε τώρα. Όπου να 'ναι τελειώνει το κωλόχαρτο και δεν θα 'χω πού να γράψω. Είναι λιγάκι αστείο αυτό, δεν είναι; Γιατί το μόνο που με κρατάει τώρα που μιλάμε είναι το γράψιμο. Από τι με κρατάει· α, από κάτι πολύ απλό. Απ' το να χώσω το κεφάλι μου μες στη λεκάνη και να το ζουλήξω μέχρι να χωράει να περάσει απ' το σωλήνα. Έπειτα θα το ξεβιδώσω και θα τ' αφήσω εκεί, και έτσι ακέφαλη θα πατήσω το καζανάκι. Ακέφαλη και πανευτυχής. Και μετά, ε; Α, μετά! Μετά θ' ανοίξω την πόρτα. Αμέ. Και θα δώσω έξω. Όχι, όχι, μη βγάζεις βιαστικά συμπεράσματα, μια χαρά κλειδωμένη ειν' η πόρτα. Μια χαρά έχω αποκλειστεί εδώ στην τουαλέτα. Απλά, προφανώς, υπάρχει τρόπος να βγω, πανεύκολος και γρήγορος κι όλα τα συναφή. Θα τη σπάσω. Απλά, μου είναι αδύνατον να τη σπάσω όσο φοράω ακόμα το κεφάλι μου πάνω απ' το λαιμό μου, οπότε θα κάνω αυτό που σου είπα. Βέβαια, ένα εμπόδιο σ' όλο αυτό το πανούργο μου σχέδιο είναι ότι δεν θα μπορώ να ζήσω χωρίς κεφάλι. Είναι άτοπο- άτοπο, άρα γαμιέμαι. Πάντως εγώ θα το δοκιμάσω, έτσι, για να 'χουμε να λέμε πως έκανα κι εγώ κάτι στην ζωή μου (χαχα, μπα, προφανώς κι όχι γι' αυτό). 
 Την κάνω τώρα. Τελείωσε το κωλόχαρτο. Σόρι Άλεξ. Θενξ που με κάλεσες. Σ' εκτιμώ- αλήθεια. 
  PS: It Leave Never Would You, You Show Could I If