Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

"όχι πια εδώ"

 και με τη νύχτα πίσω να σέρνεται ξεγλιστράνε οι περαστικές μεθυσμένες στα στενά και φωνάζουν και βρίζουν και τρεμοπαίζουνε στα στήθια τους τα φώτα των δρόμων
  των απέραντων
  δρόμων 
  και κρύβονται στις τρύπες τους και τη σκιά αγκαλιάζουν οι δυστυχίες του κόσμου ξέπνοες φοβισμένες από την τόση 
  ευτυχία 
  που ξεχειλίζει και πάλλεται 
  και στα χείλη χορεύει 
  
  και 'γω καταραμένος ποντικός, της πόλης το ξέβρασμα, των σκουπιδιών ο πρίγκιψ
  στις γωνίες χωμένος, τρύπα-τρύπα, να ξεκλέψω έστω μια σταλιά απ' τ' άρωμα που κουβαλάνε εκείνες 
  οι περαστικές εκείνες 
  οι μεθυσμένες εκείνες περαστικές 
  και τρέμει η γούνα μου απ' το κρύο και τη λησμονιά μου
  που ανθρωπόμορφος κλέφτης μαύρος ήμουν και με τιμωρήσανε οι μέρες όπως μόνο εκείνες ξέρουν 
  και ξέμεινα τώρα με μια κατάρα στο λαιμό σαν γραβάτα δεμένη στις ασφάλτους να περιφέρομαι άστεγος βρωμιάρης ανεπιθύμητος 
  απ' τις σκιάς την αγκαλιά να κλέβω ματιές και θεάματα, 
  μυρωδιές ξένες και γέλια 
  τραγούδια δύο 
  ένα για το μεγάλος πολύ ο κόσμος για να σε χάσω
  ένα για το μικρός πολύ ο κόσμος για να σε ξαναβρώ 
  μαύρος κλέφτης ήμουν, μαύρος κλέφτης έμεινα 
  

 μα τι όμορφος, όμορφος κόσμος 
 καθώς διασχίζουνε οι περαστικές το στενάκι μου 
 αλαλάζει η γούνα μου και ρίγη κάνουνε το ποντικοκορμί μου να χορεύει 
 μα τι όμορφος, όμορφος κόσμος 
 με τις περαστικές εκείνες 
 τις μεθυσμένες εκείνες 
 τις περαστικές 
 να 'τες που ηχοφόρες έρχονται
 να 'τες που πάλι φεύγουν και στη στροφή χάνονται μαζί με τα τραγούδια τους 


 να 'μαι 'γω πάλι δυστυχής στη μοναξιά των μαύρων δρόμων
 με παντρεύετ' η νύχτα κι έχω πατρίδα φυλακή 
 και καθώς τρέχω σούρνεται στα πατώματα η ουρά μου και σφυρίζει ο αέρας και λέει 
 τα παλικάρια τα καλά
 συντρόφοι τα σκοτώνουν.



 πουτάνα κωλόπολη, εξουσίες κουφάλες,
 μου τα φάγατε πούστηδες τα παιδιά μου 

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

γλείφανε το πρόσωπό μου οι ηλιαχτίδες και ονειρευόμουν

..με όλο μου το θράσος να χορεύω στα σαγόνια της σαρκοβόρας πόλης 
 φτωχή από φόβο, 
 η δίψα μου κι η λύσσα μας παλμός της αγκαλιάς μας.
 Τις φόλες τους τις φτύσαμε, και στην τιβί δεν τολμούν να προβάλλουν τα χρώματά μας

 κι ακόμη δεν χτίστηκε δωμάτιο να χωράει τα τραγούδια μας. 



 Είναι καιρός να φεύγουμε για ξένες πολιτείες 
 είναι καιρός ν' ανταλλάξουμε τη σάρκα μας με πλαστελίνη



..και να βαδίσουμε ολοζώντανοι στην πόλη των χαμένων.




 Είμαστε οι ξεχαρβαλωμένες ρόδες του -σάπιου πια- σχολικού λεωφορείου.



(φωτιά στους καταψύκτες, τα ΚΕΠ και τις κρέμες αντιγήρανσης!) 


Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

(σχεδόν μαύρο)

 Ήτανε ιδέα της θείας μου της Κατερίνας, τη δέχτηκα, δεν είχα να κάνω κι αλλιώς. Την πρώτη μέρα πήγαμε μαζί· με σύστησε σε μια κυρία, σαραντάρα, παχουλή. Άσχημο μέικ απ και μεγάλα σκουλαρίκια· μύριζε, όμως, όμορφα. Με ρώτησε τ' όνομά μου και δεν μου 'πε το δικό της. Πρώτη μέρα σήμερα, μου λέει, θα κάνεις Γλώσσα και Μαθηματικά με τον κύριο Αντρέα. Έγνεψα χαμογελαστή. Με κέρασε κέικ και χυμό. Αρνήθηκα ευγενικά· αντ' αυτού, ζήτησα αν είχανε καραμέλες. Μου 'φερε δύο. Έφαγα τη μια, την άλλη τη φύλαξα στην τσέπη. Κάθισα σε μια δερμάτινη καρέκλα και περίμενα.
 Ο κύριος Αντρέας κύριος δεν ήτανε, κι ούτε τον είπα ποτέ μου έτσι. Τα μάτια του ήτανε όσο ώριμα όσο και της ξαδέρφης μου της Άσπας, που τέλειωσε μόλις το λύκειο. Πρώτο έτος η Άσπα, έχει πάει στην Αθήνα για σπουδές, συγκατοικεί με μια άλλη κοπέλα. Μου 'πε, αν διαβάζω και πάρω καλούς βαθμούς στο σχολείο, θα πείσει τη θεία Κατερίνα να με στείλει στην Αθήνα για λίγες μέρες το καλοκαίρι. Να τη δω. Να δω και το σπίτι της. Τέλος πάντων. Μπήκε ο κύριος Αντρέας στην αίθουσα, μου χαμογέλασε, με πήρε και πήγαμε σ' ένα άλλο δωμάτιο με δυο καρέκλες κι ένα γραφείο. Οι τοίχοι βαμμένοι με ζωηρά χρώματα. Καθίσαμε. Μου λέει, θα ξεκινήσουμε με Μαθηματικά που σ' αρέσουνε περισσότερο, απ' ό,τι ακούω. Γέλασα.
  Έτσι ήτανε εκεί. Στο ίδρυμα. Όλοι μιλούσανε μεταξύ τους για σένα. Οι κηδεμόνες σου κι οι δασκάλοι σου κι η γραμματέας. Αναρωτιόμουνα πόσα ήξερε· πόσα του 'χανε πει, εκτός απ' τ' όνομά μου και την ηλικία μου και τα μαθήματα· πόσα χρειαζότανε να πούνε. Πόσα είχε ζητήσει κι αυτός να μάθει. Άμα ήξερε τι ήτανε τα σημάδια στα μπράτσα και στο πρόσωπό μου, άμα αναρωτιότανε τι 'χε συμβεί κι ήμουνα τώρα στο Ίδρυμα. Αυτά σκεφτόμουνα και δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ· μου 'ρχοτανε και στο μυαλό κάτι εικόνες· κοιτούσα όλη την ώρα έξω απ' το παράθυρο να ξεχαστώ. Ο Αντρέας το καταλάβαινε, προσπαθούσε μια έτσι, μια αλλιώς να μου τραβήξει την προσοχή. Δε γινότανε. Μου λέει τελικά, ν' αλλάξουμε, να κάνουμε Γλώσσα, μπας και καταφέρω να συγκεντρωθώ. Συμφώνησα από ευγένεια και μόνο· ήθελα να σηκωθώ να φύγω· απ' το δωμάτιο, απ' τη φωνή του Αντρέα, απ' το Ίδρυμα, απ' το σπίτι της θείας μου, απ' την πόλη· ήθελα να με καταπιεί ο χρόνος· να σφηνώσω μεταξύ ημέρας και νύχτας· να με χάσουνε οι ώρες απ' τα μάτια τους.
  Μου 'χουνε πει το εξής: οι άνθρωποι νομίζουνε πως μπορούν να έχουνε την πίτα ολόκληρη για τον εαυτό τους. Η πίτα τελικά μουχλιάζει και φτύνουνε τ' απομεινάρια.
  Του 'πα πως στη Γλώσσα είμαι στουρνάρι· μου λέει, εντάξει, να ξεκινήσουμε απ' τ' απλά. Εντάξει; Εντάξει. Μου ζήτησε να πω την αλφαβήτα· την ήξερα· την είπα ολόκληρη. Μου ζήτησε και να τη γράψω, κεφαλαία και μικρά. Ξεκίνησα εγώ, Αα, Ββ, Γγ, έφτασα ως το Ωω. Είδες που κάτι ξέρεις τελικά, μου λέει ο Αντρέας. Μου κλείνει το μάτι. Γελάω. Πήρα και θάρρος. Με 'βαλε ύστερα να γράψω λέξεις. Χαρά. Γάτα. Χαλί. Καλός. Νέος. Μπάλα. Όλα τα 'γραψα. Ήμουν καλή· ο Αντρέας μου 'λεγε όμορφα λόγια, ανέβαινε το ηθικό μου. Γελούσα. Αρκετά. Τα γράμματά μου ήτανε στρουμπουλά κι όμορφα. Η συζήτηση, μες στις ώρες, ξέφευγε· μιλήσαμε για μουσική και βιβλία· για τη γυναίκα του· τον "βασιλιά" του Παπακωνσταντίνου, τη "λιακάδα" του Αγγελάκα και το "ορχηστρικό" του Σιδηρόπουλου· για τα ταξίδια. Ο Αντρέας έλεγε πως τα ταξίδια είναι το καλύτερο πράγμα στον κόσμο· μετά τις καραμέλες, του είπα. Γέλασε. Έβγαλα 'κεινη που 'χα φυλάξει στην τσέπη μου και του την έδωσα.
   Το πιο όμορφο -για μένα- ήταν η απώλεια του οίκτου· η άγνοια του Αντρέα για το παρελθόν το καθιστούσε ασήμαντο· αδύναμο μπροστά στο μέλλον. Ίσως κι έτσι να το 'βλεπε ο Αντρέας. 

   Ύστερα γυρίσαμε πίσω στο μάθημα. Για λίγο. Μου ζήτησε να γράψω τη λέξη "μαμά". Έγραψα. Μι. Άλφα. Μου βγήκε το άλφα λίγο στραβό, το 'σβησα. Χτύπησε το κινητό του Αντρέα· βγήκε στο διάδρομο να τ' απαντήσει. Ξανάγραψα το άλφα. Πάλι στραβό. Έσβησα όλη τη συλλαβή. Ξανάγραψα: Μι. Σκατά. Το 'σβησα. Πάλι: μι, άλφα, μι. Μ- α- μ. Δε μ' άρεσε· φαινόταν ασύμμετρο· ήθελα να 'ναι όμορφο. Το 'σβησα ξανά. Επανάληψη: Μι, άλφα, μι, άλφα. Μ- α- μ- α. Γόμα και πάλι. Το 'κανα αυτό αμέτρητες φορές. Τέτοια όμορφη λέξη και δεν μπορούσα να την αποτυπώσω με την ομορφιά της. Μαμά. Μ α μ ά. Έγραφα κι έσβηνα, έσβηνα κι έγραφα, και πάλι απ' την αρχή. Μι, άλφα, μι, άλφα. Εξοργιστικά απλό. Κουνούσε το πόδι μου πάνω-κάτω σα μανιακό. Ίσως και να 'τρεμα απ' τα νεύρα. Μι. Άλφα. Μι. Άλφα. Μαμά. Αβάσταχτα όμορφο. Και του 'δινα 'γω τόσο άσχημη όψη στο χαρτί. Μι. Άλφα. 
   Μπήκε στην τάξη ο Αντρέας. Χαμογελαστός. Το πρόσωπό του έσβησε όταν με είδε. Πλησίασε. Το χαρτί στο θρανίο μου σκισμένο. Απ' το γράψε-σβήσε, εξήγησα. Έδειξε να κατάλαβε. Δε με 'νοιαζε. Έφυγα. Δεν είχα τίποτ' άλλο να πω κι ούτε χωρούσα στο δωμάτιο.
   Μετά που έφυγα, δεν θυμάμαι, για το υπόλοιπο της μέρας, να κάνω τίποτ' άλλο παρά να τρέχω. Στο μυαλό μου χορεύανε οι συλλαβές μεταξύ τους. Τα γράμματα. Κουτουλούσαν και μπερδεύονταν. Μι. Άλφα. Μαμά. 


   Γύρισα την επόμενη μέρα· για το μάθημα. Πήγα κατευθείαν στην τάξη που ήμουν την προηγούμενη με τον Αντρέα. Δεν ήταν εκεί. Βρήκα μόνο την κούπα του καφέ του. Από κάτω διπλωμένο ένα σημείωμα, πάνω γραμμένο πρόχειρα τ' όνομά μου. Το άνοιξα. Για το μέλλον: μην μπερδέψεις ποτέ τον ουρανό με το ταβάνι. Έτσι διάβασα. Στήριξα την πλάτη μου στην καρέκλα και κοίταξα ασυναίσθητα ψηλά. 

  Απ' το ταβάνι κρέμονταν κλωστές· στην άκρη τους κολλημένες μικρές κόκκινες μπίλιες. Κοίταξα καλύτερα.
  Καραμέλες.