Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

 Ζούμε όλοι στριμωγμένοι σ' ένα περβάζι:
μια λάθος κίνηση, μια σπρωξιά και.. 

 Στραβοκατάπια. Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Ποια είναι η σωστή απάντηση στο χέρι που ζητιανεύει; Δεν έχω ψιλά; Αφού έχω. Το θέμα είναι ότι δεν έχεις ανάγκη τα ψιλά, και αυτά που έχεις ανάγκη δεν μπορώ να σου τα δώσω. Οπότε, ας σου δώσω τα ψιλά; Μα μην μου ζητήσεις ξανά κι αύριο γιατί δεν θα 'χω να σου δώσω. Κατάλαβες; Και δεν κυριολεκτώ. Θα ήθελα να είμαι όλα αυτά τα μαγικά πράγματα που θα μπορούσα να είμαι. Όλα τα μαγικά και τα ωραία πράγματα. Η γιαγιά μου έλεγε -και το πίστευε βαθιά- πως αν δεις στον ύπνο σου κάποιο δικό σου άνθρωπο νεκρό, αυτό σημαίνει γι' αυτόν μακροζωία κι ευδαιμονία. Σε είχα δει στο λευκό φέρετρο, με το λευκό πουκάμισο, δεν σου πήγαινε καθόλου. Κι άλλωστε το άσπρο είναι για τους δειλούς. Όπως τα παυσίπονα. Ακούς ρε μαλάκα; Τα παυσίπονα είναι για τους δειλούς. Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Και τα παυσίπονα είναι για τους δειλούς. Από τότε που άκουσα αυτό το σκυλί να ουρλιάζει, όλα μου τα τραγούδια μιλάνε για θάνατο. Θυμάται κανείς; Θυμάται κανείς που του το αφηγόμουν; Για εκείνο το σκυλί, ήταν εδώ, εδώ ακριβώς, Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Εδώ ακριβώς. Δίπλα σ' αυτό το κωλονάκι. Εδώ, ήτανε ένα αλουμινόχαρτο, είχε μέσα λίγο τυρί. Τυράκι, κίτρινο, ξέρεις. Και μια λευκή σκόνη. Δίπλα το σκυλί ξαπλωμένο. Ούρλιαζε. Θυμάται κανείς, ρε; Μπορώ, να, έτσι, άμα κλείσω τα μάτια, μπορώ να το ακούσω πάλι. Λοιπόν, αυτό ήτανε ξαπλωμένο και ούρλιαζε. Ούρλιαζε. Και εγώ στεκόμουνα και έχασκα. Σα μαλάκας. Έσκυψα, το πήρα στην αγκαλιά μου, με γέμισε αφρούς και σάλια. Έτρεξα, δεν ήξερα και την πόλη, μόνο βάλθηκα να τρέχω τον δρόμο και να ρωτάω όλους τους περαστικούς, ένα κτηνίατρο, ένα φαρμακείο, πού υπάρχει; Οι οδηγίες ήταν σκατά αλλά το βρήκα. Όταν πάτησα το πόδι μου στο κτηνιατρείο, είχε ήδη ξεψυχήσει. Στα χέρια μου. 
 Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Είχα καθίσει σ' ένα παγκάκι. Μετά που έφυγα από το ιατρείο, είχα καθίσει σ' ένα παγκάκι. Κάπου εδώ, κάπου κοντά στο αλουμινόχαρτο. Με το τυρί. Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Το ξηλώσανε όμως. Το ξέρεις; Το ξέρει κανείς; Το ξηλώσανε το παγκάκι που σε κήδεψα. Αυτό είναι το ξέσπασμά μου. Με σκοτώνεις, κάθε βράδυ με σκοτώνεις. Αυτό το ουρλιαχτό, αυτή η ανάμνηση, αυτή η πουτάνα, κάθε βράδυ, όχι εσύ, αυτή η πουτάνα η ανάμνηση, κάθε βράδυ με σκοτώνει. Το ξέρεις ότι ξηλώσανε το παγκάκι μας; Το ξηλώσανε. Πέρασα ένα απόγευμα και δεν ήτανε πια εκεί. Σχεδόν μπερδεύτηκα και νόμιζα πως ήμουνα σε άλλο δρόμο. Ρώτησα τον περιπτερά, εδώ, του λέω, δεν ήτανε ένα παγκάκι; Αμέ. Το ξηλώσανε σήμερα, έτσι μου είπε. Δεν ήξερε, όμως, γιατί. Έκατσα εκεί και έχασκα σαν τον βλάκα. Όπως τότε. Και του κατέβασα όλη την ιστορία. Για σένα, για το ουρλιαχτό. Για τα σάλια σου στην μπλούζα μου που δεν ήθελα λέει να ξεπλύνω, γιατί ήτανε το μόνο ζωντανό πράγμα που είχε απομείνει από εσένα. Ρώτησα τον περιπτερά, του λέω, εσύ τι πιστεύεις; Φταίω; 
 Αλλά δεν ήξερε. Κανένας δεν ξέρει αν φταίω. Κανένας δεν έχει θάρρος να μου πει άμα φταίω. Για αυτό στέκομαι εδώ πέρα. Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Και ρωτάω τους περαστικούς, τον περαστικό, τι πιστεύει, φταίω; Φταίω; Εσύ; Εσύ τι πιστεύεις, φταίω; Μακάρι να μπορούσα να πω "αν δεν είχα περάσει από δίπλα του, θα 'ταν νεκρός". Αλλά δεν γίνεται. Και που πέρασα, δεν άλλαξε τίποτα. Εσύ τι πιστεύεις; Αν, ας πούμε, είχα κάνει πιο γρήγορα; Αν είχα περάσει δέκα λεπτά νωρίτερα; Δέκα λεπτά. Ξέρεις τι έκανα δέκα λεπτά πριν; Έφτιαχνα τα μαλλιά μου στον καθρέφτη. Είχα, λέει, μια δουλειά σημαντική. Κατάλαβες; Είχα μία δουλειά σημαντική, και δεν ήξερα, δεν ήξερα, αυτό είναι το πρόβλημα, γι' αυτό δεν φταίω. Όμως όταν έμαθα, μέχρι να σε πάρω στα χέρια μου, αυτό το λίγο, αυτή η μικρή στιγμή που έκατσα κι έχασκα σαν τον βλάκα μέχρι ν' αποφασίσω τι σκατά να κάνω, αυτή η λίγη ώρα, θα μπορούσες να ήσουνα ζωντανός, κατάλαβες; Για αυτό φταίω. Φταίω. Όπως έφταιξα και άλλοτε. Τότε. Όπως έφταιξα τότε με το σκυλί και το αλουμινόχαρτο. Κατάλαβες; Γιατί αυτή η ιστορία, αυτός ο θάνατος, αυτό συνέβη δύο φορές. Δύο. Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Σ' αυτό το παγκάκι που τελικά ξηλώσανε. Που ήρθα και κάθισα όταν έμαθα ότι. Ότι. Σ' αυτό το παγκάκι, σ' αυτό. Σ' αυτό ακριβώς. Και έβαλα τη μούρη μου στα χέρια μου, σαν τον βλάκα, σαν την στρουθοκάμηλο που χώνει το κεφάλι της στο χώμα για να προστατευτεί, λες κι η υπόλοιπη δεν περισσεύει απ' έξω. Κατάλαβες; Και ρωτούσα, ρωτούσα για μέρες, για μήνες, εσείς τι πιστεύετε, εσύ, τι πιστεύεις, φταίω; Φταίω; Και δεν ξέπλενα το αίμα από την μπλούζα μου. Ούτε την άγγιζα. Την είχα αφήσει στο μέρος που την πέταξα όταν γύρισα σπίτι. Στο παγκάκι, στο παγκάκι περνούσε κόσμος, έβλεπε το αίμα, με ρωτούσε, κύριε, είστε καλά; Κύριε. Απαντούσα, δεν απαντούσα, δεν θυμάμαι. 
  
 Άκου, η μιζέρια δεν είναι βιοχημική. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Δεν φταίει ο εγκέφαλος. Αυτό που ζω, αυτό που αισθάνομαι τώρα, αυτό δεν είναι βιοχημικό. Δεν γίνεται να είναι βιοχημικό. Είναι ολόκληρο, υπάρχει, και το γέννησα, το γέννησα, που να με πάρει ο διάολος, το γέννησα. Δεν θέλω χάπια, δεν θέλω τίποτα, θέλω μόνο μία απάντηση, κάτι, να που πει κάποιος, φταίω; Φταίω; Και, στην τελική, πώς γίνεται να εμπιστεύεσαι το ίδιο σου το γαμημένο το κεφάλι στα χέρια αυτής της κοινωνίας που σε σκότωσε τη μέρα που γεννιόσουν για να ξεζουμίσει από εσένα εκείνο το μικρό ποσοστό που της αναλογούσε; Ουφ. Λαχάνιασα. Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Αυτή η βιοχημεία που τόσο περήφανα σου κατεβάζουν, είναι η φθηνή εξήγηση που δίνουν για να καλύψουν το κενό που δημιούργησαν. Γιατί, εντάξει, τώρα το κεφάλι συνήθισε σ' αυτόν τον μίζερο λάκκο και δεν λέει να βγει. Εντάξει. Όμως, γιατί μπήκε; Στο είπανε αυτό; Πώς να στο πούνε; Αφού αυτοί σε σπρώξαν. Να πέσεις απ' το περβάζι που, δήθεν, δεν χώραγες. Επειδή αυτοί, με τις μεγάλες, χοντρές κωλάρες τους, έπρεπε να βολευτούν πιο όμορφα. Στο είπανε αυτό; Ή μόνο τρομακτικές, μακροσκελείς λέξεις σε -ίνη; Γαμώ. Γαμώ. Θυμάται κανείς εκείνο το πεδίο ορισμου που ψάχναμε να βρούμε; Το βρήκα. Είναι Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Θυμάται κανείς; Την είδηση, θυμάστε την είδηση; Πώς είναι δυνατόν να ξεχνάτε; Πώς γίνεται; Πώς γίνεται εκείνη η είδηση που τόσο ξερά περιέγραφε την ημέρα που κλειδώθηκες στο μπάνιο και πήρες το ξυράφι και το έβαλες εκεί που δεν ήθελα με τον τρόπο που δεν ήθελα και μετά εγώ μπήκα στο σπίτι και σε έψαχνα και φώναζα και δεν άνοιγε η κωλόπορτα του μπάνιου, αυτή η άσπρη, αυτή η κωλόπορτα, την είχες κλειδώσει, δεν σου έφτανε δηλαδή που, και την έσπασα την πουτάνα και μπήκα μέσα και σε βρήκα έτσι όπως σε βρήκα και έμεινα και έχασκα σαν τον βλάκα και αυτό το κόκκινο πράγμα ακόμα έσταζε, αλήθεια, ακόμα, το θυμάμαι, εσείς πώς γίνεται να μην θυμάστε, αφού το γράψαν κι οι εφημερίδες ακόμη, και εδώ, εδώ στο περίπτερο, την επόμενη μέρα, κρεμόντουσαν σαν κηδειόχαρτα τα πρωτοσέλιδα που θρηνούσανε δήθεν για σένα, πώς γίνεται να μην θυμάστε, αυτά τα πρωτοσέλιδα, και το σκυλί, το σκυλί που ούρλιαζε, λες και το 'στειλε, δεν ξέρω ποιος, λες και, δεν ξέρω, το σκυλί που ούρλιαζε, πώς γίνεται, πώς γίνεται τότε, γιατί να μην ήξερα, γιατί να έστεκα έτσι να χάσκω, γιατί να μην καταλάβαινα, τι το ήθελα το γαμήδι το ξυραφάκι, γιατί δεν άκουγα, αγκαλιάστε με, αγκαλιάστε με γαμώ την παναγία σας, αγκαλιάστε με και πείτε μου πως φταίω, όχι για την ώρα του θανάτου μα για την πορεία του, αγκαλιάστε με, γαμώ την παναγία σας, και πείτε μου, φταίω; Φταίω