Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Doors

 Ένα ακόμα βράδυ που κάνανε οι φόβοι περιπολίες στα όνειρά μου· δεν άφηναν ούτε μια χαρούμενη σκέψη να βγει χωρίς το τίμημά της. Την χαρά πάντα κάποιος την πληρώνει. Πικρό όμως, αυτός που χαίρεται κι αυτός που πληρώνει να είναι συνεχώς το ίδιο γαμημένο άτομο.
  Δεν είχα ύπνο. Μισούσα τη νύχτα για αυτό το λόγο. Πρόσεξέ με, αυτό που θα πω τώρα θέλω να το θυμάσαι όσο μπορείς: δεν την φοβάμαι τη νύχτα, δεν το φοβάμαι το σκοτάδι, απλώς το μισώ, γιατί επιβάλλει τον ύπνο, κι εγώ με αυτόν δεν τα βρίσκουμε. Ποτέ. Κλείνεις τα μάτια σου και φυλακίζεσαι μέσα στο μυαλό σου. Μα το μυαλό είναι επικίνδυνο πράγμα, καταστρεπτικό, εθιστικό.. Δεν έχω φοβηθεί τίποτα περισσότερο στην ζωή μου· το μυαλό τα δημιουργεί όλα, συνεπώς μπορεί και να τα κατακρεουργήσει. Δεν σου κρύβω όμως πως είμαι πολύ πιο δυνατός ενάντια στο μυαλό μου από ότι παλιότερα. Πατάω σταθερά στα πόδια μου, έμαθα να αγνοώ, να μην δίνω σημασία, είμαι οπλισμένος με την άγνοια και μπορώ να σταθώ ενάντια σε πολλά που προηγουμένως δεν μπορούσα. Εκείνη τη βραδιά όμως το μυαλό ήταν πολύ δυνατότερο από εμένα· ήμουν ένα τίποτα μπροστά σε αυτό. Ήμουν ένας άνθρωπος και ήταν το σύμπαν, ήμουν μικροσκοπικός. Ήμουν ένα φτερό και ήταν ο άνεμος. Ήμουν ένα χαλικάκι και ήταν το κύμα. Θα με σκότωνε. 
  Τίποτα δεν βοηθάει σε κάτι τέτοιες βραδιές. Υπομονή δεν έχω. Τα μάτια μου κλείνουν κι ανοίγουν, κλείνουν κι ανοίγουν, κλείνουν κι ανοίγουν, έπειτα μένουν ανοιχτά. Μάχομαι αλλά δεν γίνεται, ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, ανοίγω τρύπες στο νερό, ιδρώνω και ξεϊδρώνω, σηκώνομαι και ρίχνω κρύο νερό στο πρόσωπό μου, βάζω μουσική και κάνω ήρεμες σκέψεις αλλά εκείνες τις βραδιές ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ήρεμες σκέψεις. Καταλαβαίνεις; Κανείς και τίποτα, κανείς και τίποτα να με σώσει από αυτές τις βραδιές. Κάποτε χρησιμοποιούσα τους εθισμούς μου για να με ηρεμίσουν· κάνα-δυο τσιγάρα, ίσως ένα ποτό.. βοηθούσαν λίγο. Λίγο. Τώρα τους έκοψα κι αυτούς τους εθισμούς, είπα να παλέψω μονάχος. Μαλάκας κι εγώ, μπήκα ξυπόλυτος στο χορό με τα κάρβουνα. Αλλά, αν όντως αυτό ήταν ο χορός με τα κάρβουνα, τότε οι εθισμοί μου ήταν οι κλακέτες. Καμία απολύτως ουσιαστική βοήθεια· απλά το κάνανε πιο διασκεδαστικό.
  Fear makes the wolf look bigger, συνέχιζα να λέω στον εαυτό μου. Fear makes the wolf look bigger. Μαλακίες. Κλισέ, καθησυχαστικές μαλακιούλες χωρίς νόημα. Ντάξει, ίσως να 'χουν και λίγο νόημα. Θυμάμαι κάποτε, ένα βράδυ σαν κι αυτό, που ήσουν όμως κι εσύ δίπλα μου, που είχα σηκωθεί να ρίξω νερό στο πρόσωπό μου και μέσα στην ταραχή μου μουρμούριζα, "Fear makes the wolf look bigger, fear makes the wolf look bigger, μαλάκα". Είχα προσπαθήσει όσο μπορούσα να μην σε ξυπνήσω αλλά εσύ ξύπνησες· άνοιξες λίγο τα μάτια σου, αυτά τα πράσινα γαμημένα μάτια που δεν θα ξεχάσω, με κοίταξες, κι έπειτα μου ψιθύρισες, κουρασμένα κι αόριστα.. "There is no fucking wolf, μαλάκα."
  Το μυαλό είναι πόρτες· πόρτες που θα ήταν καλό να μην ανοίγονται, θα ήταν πολύ καλό να μένουν για πάντα κλειστές, αλλά ποιος έχει την αυτοσυγκράτηση να μην ενδώσει στην απλή, απλούστατη μαζοχιστική περιέργεια; Δεν ανοίγουν ποτέ μόνες τους, να το θυμάσαι αυτό, τις πόρτες του μυαλού πάντα εμείς τις ανοίγουμε, εμείς φταίμε, εμείς το διαλέξαμε, τ' ακούς; Εγώ φταίω, με συγχωρείς, εγώ φταίω, συγγνώμη, δεν μπόρεσα να τα βάλω με το μυαλό. Συγγνώμη. 
  Η ανάμνησή σου δεν μου έκανε καθόλου καλό εκείνο το βράδυ· άνοιξα μια πόρτα και πίσω της ήσουν εσύ, μα ήσουν οργισμένη, τα 'χες πάρει μαζί μου γιατί εγώ έφταιγα, εγώ, πάντα εγώ, και που με κυνηγούσες και ούρλιαζες εγώ έφταιγα, γιατί άνοιξα την πόρτα σου. Με κυνήγησες σε όλη την έκταση του μυαλού μου. Και όταν τελικά με στρίμωξες σε μια γωνία απ' την οποία δεν μπορούσα να δραπετεύσω, έφτανε μόνο το βλέμμα στα μάτια σου για να ζήσω τρεις ζωές στην Κόλαση. Έφτανε. 
  Ξύπνησα από το όνειρο με το κυνηγητό βυθισμένος στον ιδρώτα. Δεν άνοιξα τα μάτια μου· έμεινα ξαπλωμένος να περιμένω το μυαλό να με καταπιεί ξανά. Ασφυκτιούσα σε εκείνο το δωμάτιο. Ασφυκτιούσα. Ήθελα να έρθει η ανακούφιση, ας ερχόταν η ανακούφιση. Σκέφτηκα για λίγο ν' ανάψω ένα τσιγάρο, να βάλω ένα ποτήρι ουίσκι, άλλαζα γνώμη συνεχώς. Ήταν ατελείωτο, το βράδυ εκείνο ήταν ατελείωτο, με όλη την έννοια της λέξης. Δεν περνούσε. ΔΕΝ ΠΕΡΝΟΥΣΕ.
  Ήταν όμως όταν ξύπνησα τελικά από εκείνο το όνειρο μ' εσένα που ήρθε. Η ανακούφιση. Άκουσα το τραγούδι ενός κούκου. Ξημερώνει. Ξημερώνει, είπα, ξημερώνει. Εξιλέωση. Άφεση αμαρτιών. Αλληλούια. Ξημερώνει. Με διαπέρασε ένα κύμα γαλήνης· ένιωσα σαν να υπήρχες, ξανά, ξαφνικά, ήσουν εκεί, ξαπλωμένη δίπλα μου και μου χάιδευες το πρόσωπο. Ήταν η πιο όμορφη στιγμή της ζωής μου τα τελευταία τρία χρόνια. Σηκώθηκα, έτρεξα στο μπαλκόνι. Ήμουν χαρούμενος. Νέα μέρα. Ίσως να 'ναι και η μέρα που περιμένω να 'ρθει, η μέρα για την οποία τόσο καιρό τραγουδάω. Θα ρθει μια μέρα που θ'αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου, θα γίνει δένδρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά..Θα είναι χαρτί που στροβιλίζει ο αέρας μακριά..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου