Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Skinny Love

Εκείνη ήταν ερωτευμένη με τις ηλιαχτίδες. Εκείνος ήταν ερωτευμένος με εκείνη.
Και οι δύο σε επ' άπειρον κυνηγητό, προσπαθώντας να πιάσουν στα χέρια τους εκείνο που ο καθένας απ'τους δυο θεωρούσε μοναδικό, εξωπραγματικό και ανεπανάληπτο, σε έναν κόσμο που καθετί έχει τουλάχιστον από ένα αντίγραφο και τίποτα δεν είναι αυθεντικό. 
Εκείνη προσπαθούσε να ανέβει στους ουρανούς και να φτάσει στις ηλιαχτίδες. Εκείνος προσπαθούσε να κρατήσει τα πόδια της στη Γη, γιατί αν πετούσε μακριά του δεν θα μπορούσε να την φτάσει. Για εκείνον δεν υπήρχαν ηλιαχτίδες, συνεπώς δεν μπορούσε και να τις κυνηγήσει. 
Ο μάγος χτύπησε τα χέρια του μία φορά και ο χρόνος πέρασε.
Εκείνη γύρισε ολόκληρο τον πλανήτη της ψάχνοντας να βρει το κατάλληλο μέσο για να πετάξει. Της είπαν να φτιάξει φτερά από κερί, σαν τον Δαίδαλο, και να πετάξει μέχρι να φτάσει εκεί που θέλει. Εκείνος το έμαθε. Ήξερε πως τα κέρινα φτερά θα έλιωναν μόλις εκείνη έφτανε κοντά στον Ήλιο, μα δεν της το 'πε. Αντ' αυτού, σκέφτηκε να φτιάξει ο ίδιος ένα ζευγάρι φτερά για τον εαυτό του, με πιο ανθεκτικό υλικό. Μόλις έφταναν κοντά στον Ήλιο κι εκείνη άρχιζε να πέφτει, εκείνος θα πετούσε γρήγορα προς το μέρος της και θα την έσωζε. Κι έτσι εκείνη θα καταλάβαινε το λάθος της, θα καταλάβαινε ποιος την αγαπούσε πραγματικά, ποιος ήταν καλός για εκείνη. Θα τον ερωτευόταν. Ήταν το τέλειο σχέδιο.
Ο μάγος χτύπησε τα χέρια του μία φορά και ο χρόνος πέρασε ξανά. 
Η ώρα της πτήσης ήρθε. Εκείνη απογειώθηκε απ'το ψηλό βουνό, κι εκείνος, για να κρυφτεί από εκείνη, απογειώθηκε από την κοιλάδα. Όταν εκείνη ήταν 500 μέτρα ψηλά, εκείνος ήταν 5. Όταν εκείνη ήταν 1.000 μέτρα ψηλά, εκείνος ήταν 10. Εκείνος άρχισε να επιταχύνει. Εκείνη χόρευε στον αέρα, κάνοντας σβούρες, χαρούμενη που θα έφτανε επιτέλους τον έρωτά της, τις ηλιαχτίδες. Εκείνος σε λίγο θα την είχε φτάσει. Εκείνη άρχισε να πετάει προς τον Ήλιο ξανά. Και τα φτερά της άρχισαν να λιώνουν. Κι άρχισε να πέφτει. Κι εκείνος βιάστηκε να την προλάβει, μα ήταν κουρασμένος. Κι εκείνη έπεσε κι εκείνος δεν την πρόλαβε. 
Εκείνος δεν γύρισε στη Γη. Ποιος ο λόγος; Η κοπέλα, η μοναδική για εκείνον, δεν ήταν εκεί.  Κι έτσι εκείνος παντρεύτηκε τις ηλιαχτίδες, για να 'χει συντροφιά. Μα δεν ένιωσε ποτέ τις ηλιαχτίδες και δεν κατάλαβε ποτέ το νόημά τους. Κι εκείνη χάθηκε για πάντα. 

and now all your love is wasted
and who the hell was I
?

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

You can't get by, by burning out

 Είμαι η Δάφνη. Είμαι 11 χρονών. Αρκετά μεγάλη για να κοιμάμαι μαζί με τη μάνα μου. Κι όμως κοιμάμαι δίπλα της κάθε βράδυ, στο διπλό κρεβάτι. Γεμίζω την άδεια θέση του πατέρα μου. 
 Έτσι και σήμερα. Εγώ έχω ξαπλώσει μα εκείνη ακόμη να εμφανιστεί. Την περιμένω. Δεν θ'αποκοιμηθώ αν δεν έρθει. Ίσως να 'χουν περάσει και δυο ώρες από τη στιγμή που της είπα καληνύχτα και ξάπλωσε στο σκοτάδι. Μα τώρα τα μάτια μου έχουν συνηθίσει, διακρίνω σχεδόν τα πάντα. Όσο μεγαλώνεις, τόσο περισσότερο δυσκολεύονται τα μάτια σου να διακρίνουν στο σκοτάδι. Εγώ ίσως και να μην φτάσω τόσο μεγάλη. 
  Κλείνω τα μάτια μου ενστικτωδώς μόλις η πόρτα ανοίγει και ακτίνες φωτός τρυπώνουν απ'την πόρτα. Πληγώνουν τα μάτια μου, ακόμη και κλειστά, και οι σκιές που βλέπω παίρνουν χρώμα βαθύ κόκκινο. Αίμα, σκέφτομαι. Οι φίλες μου σκέφτονται τριαντάφυλλα. 
  Δεν τη βλέπω, μα την ακούω. Κλείνει την πόρτα, βγάζει τις παντόφλες της, πίνει μια γουλιά νερό απ'το μπουκάλι που υπάρχει πάντα στο κομοδίνο της, ξεσκεπάζει το πάπλωμα απ'την πλευρά της - νιώθω το κρύο- κι ύστερα χώνεται κι αυτή κάτω απ'τα σκεπάσματα. Μα δεν ξαπλώνει. Η πλάτη της ακουμπά στον τοίχο. Βγάζει τα χαρτιά της κι ένα στυλό απ'το συρτάρι του κομοδίνου της. Τα χαρτιά της, πάντα τα χαρτιά της. Περιμένω να ακούσω τον ήχο του στυλό που τρέχει στο χαρτί για ν'ανοίξω τα μάτια μου. 
  Στα επόμενα λεπτά, γίνονται 2 πράγματα που δεν θα έπρεπε να συμβούν: ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω τι γράφει. Τα φώτα όμως είναι κλειστά και δεν μπορώ να διακρίνω τις λέξεις, δυστυχώς. Είμαι σίγουρη πως ούτε κι εκείνη μπορεί. Από το ρυθμό του χεριού της καταλαβαίνω πως γράφει ακανόνιστες λέξεις σε χαρτιά χωρίς γραμμές. Λέξεις που δεν βγάζουν νόημα για κανέναν άλλο πέρα από εκείνη. Μένω να την κοιτάζω για ώρες. Να γράφει. Ξέρω πως σε αυτό το χαρτί λέει σίγουρα το όνομά μου, το όνομα του πατέρα μου, και τη φράση, "ο χρόνος τελειώνει". Γιατί, ναι, για εμάς τους μικρούς και χωρίς κανένα νόημα ύπαρξης ανθρώπους ο χρόνος τελειώνει. Αναζητώ εκείνον για τον οποίο ο χρόνος είναι ατελείωτος, μια ανανεώσιμη πηγή, που η λέξη "τέλος" δεν υπάρχει. Έχω κάνει σχέδιο. Θα ντυθώ όμορφη και θα τον δελεάσω, θα μ'ερωτευτεί και θα πάρει μαζί μου εμένα και τη μητέρα μου , και θα ζήσουμε μαζί στην αιωνιότητα. 
  Την βλέπω να δακρύζει και την ακούω όταν αρχίζει να κλαίει με λυγμούς. Τα ένστικτά μου χτυπούν ακανόνιστους ρυθμούς μέσα στο κεφάλι μου, κάτι πρέπει να κάνω. Αλλά τι; Ξέρω πως οι φίλες μου νιώθουν καλύτερα αν κλάψουν πρώτα. Τι να ξέρω εγώ, 11 χρονών κορίτσι; Εγώ σταμάτησα το σχολείο πρόωρα. Οι φίλες μου ξέρουν χίλια δυο πράγματα κι εγώ καλά καλά δεν θυμάμαι την προπαίδεια. 
  Βήμα πρώτο: στριφογυρίζω. Βήμα δεύτερο: μουρμουρίζω. Βήμα τρίτο: βγάζω μια κραυγή, εκκωφαντική, τρομοκρατημένη. Υποδύομαι εκείνη που μόλις έχει βγει από έναν ακόμη εφιάλτη, και ω, το καταφέρνω αρκετά καλά. Ίσως αν ξεφύγω απ'τη μοίρα να πάω σε δραματική σχολή. 
  "Δάφνη;" ρωτάει, μέσα στο σκοτάδι. 
  "Μαμά, φοβάμαι." της λέω. 
   "Τι είδες;"
   "Ήρθαν και με πήραν, μαμά. Φοβάμαι."
    "Σςςς, κανείς δεν θα ρθει να σε πάρει." προσπαθεί να είναι καθησυχαστική μα φοβάται το ίδιο μ'εμένα. 
   "Φοβάμαι, μαμά. Κράτα μου το χέρι να μην φοβάμαι."
  Μου δίνει το δεξί της χέρι και το σφίγγω δυνατά με το αριστερό μου. Κι έτσι μας παίρνει ο ύπνος και της δύο, εκείνη πιστεύοντας πως με σώζει απ'τον τρόμο κι εγώ γνωρίζοντας πως  προσπαθώ μάταια να την κρατήσω απ' το να πέσει.