Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

όλα τα μέρη σκοτεινά

          Τι τις σκαλίζεις μωρέ συνέχεια. Ασ' τις εκεί να ψηθούνε με την ησυχία τους. Τι φοβάσαι, να κολλήσουνε; Δεν κολλάνε. Τόσο λάδι έχουνε. Γελάκι. Ναι, ναι, μοιάζει, έτσι που τηγανίζουνται. Σα να βρέχει, ε; Ναι. Λοιπόν. Α, δεν ξέρεις τι θυμήθηκα-
       Τι; Παύση. Πού σου 'ρθε τώρα αυτό. Μα κάθε φορά με ρωτάς. Τι πότε, συνέχεια με ρωτάς. Τέλος πάντων, ορίστε..  αφού δέχτηκες εσύ να κάτσουμε να κάνουμε μαζί το φαί, να σου κάνω κι εγώ το χατίρι. Ορίστε. Κάθεται. Κάτσε κι εσύ. Να σου βάλω χυμό; Λοιπόν. Όχι, εγώ δεν μεγάλωσα σ' αυτό το σπίτι. Όχι, όχι, εγώ στο χωριό μεγάλωσα, αφού σ’ το χω πει, βρε. Ναι. Μέναμε σ’ ένα σπίτι, μεγάλο, οχτώ δωμάτια. Ένα ρογδάκι να σου καθαρίσω; Ένα ρόγδι. Κάτσε να το φέρω. Από δικά μας είναι. Κάτσε. Τι απόγινε; Το σπίτι; Τώρα το 'χει πάρει ένας ξένος. Το νοικιάζει, έρχονται οι Άγγλοι κάθε χρόνο και μένουνε.. Ο αδελφός μου του το πούλησε. Είχε κι αυλή απ' έξω. Είχε εκεί η μάνα μου φυτεμένα διάφορα, ήτανε κήπος, σαν όνειρο το θυμάμαι. Ύστερα ο αδερφός μου το 'στρωσε με μπετό, το ενενήντα. Τέλος πάντων.. Εκεί μέναμε με τους γονείς μου και τ’ αδέρφια μου. Τώρα πόσα έχω; Τώρα έχουνε μείνει δύο. Δύο αδέρφια. Το φαντάζεσαι; Ναι.. Έξι μας έκανε η μάνα μου. Πολλά σου φαίνονται, ε; Εμ, τότε ήτανε αλλιώς. Έξι λοιπόν, τέσσερις γιους και δυο κόρες. Εγώ ήμουνα η πρότελευταία. Γι’ αυτό στέκω μέχρι τώρα, μη νομίζεις. Τέλος πάντων. Όχι όχι, δεν μένουνε στο χωριό τα αδέρφια μου. Ο ένας είναι στην Αθήνα, ο άλλος κάπου στα Χανιά.. έχω χρόνια να τους μιλήσω. Χρόνια. Αλλά άμα δε ζούσανε θα το 'ξερα, θα τό 'χα μάθει.  
       Τι γιατί; Γιατί δεν μιλάμε; Ε ναι, αυτό, θα σου πω τώρα, κάτσε να σου πω. Μεγάλη κοπέλα είσαι έτσι κι αλλιώς. Να μάθεις κάποια στιγμή. Λοιπόν.
       Εγώ, το ξέρεις, μέχρι τα δεκαεννιά ήμουνα στο χωριό, κι ο παππούς σου εδώ, δεν τον ήξερα τότε. Τότε ήρθε, στα δεκαεννιά μου, και τονέ γνώρισα. Τυχαία, δηλαδή, τον έστειλε η ΔΕΗ, περνούσανε τότε ρεύμα στα γύρω χωριά. Ο πατέρας μου είχε τότε ένα καφενείο στo Λιμάνι, τέλος πάντων, μη σ’ τα πολυλογώ, πάνε οι ηλεκτρολόγοι στο μαγαζί, γνωρίζονται με τον πατέρα μου, του λένε έτσι κι έτσι, πως είμαστε ηλεκτρολόγοι και ψάχνουμε μέρος να μείνουμε. Τό 'κανε λοιπόν η τύχη -ο διάολος, όπως θες πες το- κι είχε τότε πεθάνει πρόσφατα μια θειά μου, παιδιά δεν είχε, κι είχε μείνει το σπίτι άδειο.. Και τους το 'δωσε ο πατέρας μου· ήτανε ένα μικρό σπιτάκι με δυο δωμάτια- είναι, ξέρεις πού είναι; Πού είναι ο φούρνος; Εκεί. Παραδίπλα. Με την πράσινη πόρτα, ναι, αυτό. Γέλιο. Κάνανε εκεί οχτώ μήνες. Κι έτσι τους γνώρισα κι εγώ. Ήτανε νοικάρηδες αλλά εμείς τους είχαμε σα μουσαφίρηδες, ό,τι να μαγειρέψει η μάνα μου να τους πάμε κι αυτών ένα πιάτο, να ρθούνε ύστερα το βράδυ να καθίσουνε με τον πατέρα μου να πιούνε τη ρακί.. Άλλη ιστορία κι αυτή. Μου καλάρεσε και μένα ο παππούς σου βέβαια, μη θαρρείς· αλλά εγώ πού μυαλό για τέτοια, εγώ ήμουνα αθώα κοπέλα. Τα παράθυρα του σπιτιού της θειας μου βλέπανε όλα στο δρομάκι, κι εγώ άμα περνούσα το στενό του φούρνου δε σήκωνα βλέμμα. Τόση ντροπή. Μη και δω τον παππού σου και χαιρετηθούμε, δε μπορούσα. Θυμάμαι μια φορά -μόνο αυτό θα σου πω κι ύστερα θα συνεχίσω την άλλη ιστορία- πού 'χαν' έρθει έτσι που σου λέω, στο σπίτι, για τη ρακί, και τος είχα βγάλει εγώ τον μεζέ, ό,τι βγάναμε τότε, και είχε πει ο παππούς σου ένα, ας πούμε, κοπλιμάν.. Για μένα. Τι ωραία νοικοκυρά που είμαι, κάτι τέτοιο. Κατακόκκινη εγώ ως τ' αυτιά, κι ύστερα το βράδυ εκείνο δεν εκοιμήθηκα και το σκεφτόμουνα. Διάφορα σκεφτόμουνα, τέλος πάντων..  
       Φάε ρογδάκι. Να. Να κόψομε και μια σαλάτα λες; Για το μεσημέρι. Σε λίγο ε; Σε λίγο.  
       Που λες.. περνάνε οι οχτώ μήνες. Έρχεται η ώρα να φύγουνε· περνάνε απ' το σπίτι για τ' αποχαιρετιστήρια, κι ο παππούς σου μου λέει στο επανειδείν και σκύβει και μου φιλά το χέρι. Τρέλα εγώ. Μετά δυο βδομάδες γυρνάει στο χωριό -μη σου πω πέντε ώρες δρόμο με το λεωφορείο, άλλη εποχή, ο δρόμος να πάει απάνω χωματόδρομος ακόμα- πάει και βρίσκει τον πατέρα μου, και του λέει, έτσι κι έτσι. Να πάρω την κόρη σου. Εμένα, δηλαδή. Ο πατέρας μου, καλός άνθρωπος, ποτέ δεν με πίεσε, λέει ανέ θέλει, να τηνέ πάρεις. Έτσι παντρευτήκαμε κι ήμουνα 'γω δεκαεννιά χρονώ κι έφυγα απ' το χωριό. 
       Στο μεταξύ, αυτό που σου είπα πριν, πως είχα έξι αδέρφια. Κοίτα να δεις, ήμασταν τέσσερα αγόρια, δυο κορίτσια. Κι όπως σου 'πα, εγώ ήμουνα η προτελευταία. Μετά κι από μένα, η μάνα μου άργησε πολύ να κάνει άλλο παιδί. Πέντε χρονώ ήμουνα, δηλαδή, όταν γεννήθηκε η Λενιώ. Η δεύτερη κόρη. Πέντε χρονώ εγώ, κι ο μεγαλύτερος απ’ όλα τ’ αδέρφια μου ήδη δεκάξι. Ύστερα, σιγά-σιγά, τ' αδέρφια μου άρχισαν να παντρεύονται και να φεύγουν απ' το σπίτι, και μείναμε πια μόνες εγώ κι η Λενιώ· μεγαλώσαμε δηλαδή πιο πολύ μοναχές μας, εγώ κι αυτή. Κι ήρθαμε πιο κοντά, ας το πούμε. Ασ’ τις παιδί μου τις πατάτες, τις κοιτάζω εγώ.. Η Λενιώ που λες ήτανε, πώς να το πω. Δεν ήτανε σαν τα άλλα παιδιά. Θα λεγες σήμερα ας πούμε, πώς το λένε, νοητική υστέρηση; Δεν ξέρω. Δεν θέλω να λέω και μπούρδες.. Αλλά ήτονε παράξενη. Όχι πολύ. Απλώς ήτον από ένα σημείο και μετά λες και δε μεγάλωνε άλλο. Όσω χρονώ έφτασε δεν επαρέτησε να παίζει με τις κούκλες. Δεν ήθελε να πηγαίνει στο σχολείο. Καμιά φορά νευρίαζε πολύ, τότε ήτον τα δύσκολα, νευρίαζε και φώναζε κι έσπαγε ό,τι έβρισκε. Και τότε για να ηρεμίσει, μόνο εγώ ήξερα πώς. Μόνο μ' εμένα ηρεμούσε η Λενιώ. Σα να μού 'χε, ας πούμε, αδυναμία· κι εγώ το ίδιο. Σα να 'χαμε άλλη γλώσσα να μιλάμε μεταξύ μας, να τη μιλάμε μόνο εγώ κι η Λενιώ. Μη θαρρείς- μόνο τότε έκανε χαμό, άμα νευρίαζε, κι αυτό σπάνια· κατά τ' άλλα η πιο ήσυχη κοπέλα. Αγαθή. Αθώα. Κι όλοι την αγαπούσανε. Ήτονε κι η μικρότερη και πιο πολύ τη νιώθανε παιδί τους παρά αδέρφι τους· αλλά σ' εμένα η Λενιώ είχε, ας πούμε, αδυναμία. Πάντως, σου λέω, όλοι την προσέχανε. Μπορεί δηλαδή να ‘μασταν μεταξύ μας όλοι στα μαχαίρια, αλλά στη Λενιώ δεν μιλούσε άσκημα κανένας. 
       Λογοστενόμαστε που λες με τον παππού σου, γίνεται ο γάμος, τον κάναμε εδώ, στο χωριό, στην Αγία Τριάδα. Άλλη εποχή. Γλέντι υπέροχο. Και περνάνε οι εορτασμοί κι έρχεται ο καιρός να φύγω απ' το χωριό.. Η δουλειά του παππού σου ήτανε τότε στην πόλη, έπρεπε να φύγουμε.  Η Λενιώ κλάμα. Κλάμα, φωνές. Τότε δεκατεσσάρων χρονών, ολόκληρη κοπέλα, ε; Αλλά δεν ήθελε λέει να φύγω χωρίς αυτήν. Είχε τότε μια πλεξούδα, ξανθή, μακριά, ως τη μέση. Σηκωνόμασταν κάθε πρωί και της την έπλεκα εγώ. Έχω λοιπόν τα πράγματά μου έτοιμα, δυο βαλίτσες δίπλα στην πόρτα, κι είμαι να φύγω. Φιλάω τη μάνα μου, φιλάω τον πατέρα μου – στο σπίτι πια είχαμε μείνει οι τέσσερίς μας – κι η Λενιώ πουθενά. Ψάχνω λοιπόν, βγαίνω στην αυλή, και κάνω μια έτσι και τηνέ βλέπω μες στο αποθηκάκι, καθισμένη ανακούρκουδα. Κοιτώ καλύτερα, και βλέπω πως έχει πάρει κι έχει κόψει την πλεξούδα της την όμορφη. Απ’ τη ρίζα σχεδόν. Τι έκανες, της λέω. Έβαλα να φωνάζω, μπορεί και πρώτη φορά να της φώναζα. Είναι το κεφάλι της σαν αγοριού. Πιάνει λοιπόν την κοτσίδα, μου τη δίνει, και μου λέει έτσι: να με θυμάσαι. 
       Ε ναι, τηνέ πήρα, τι να έκανα; Την πήρα και την κράτησα σε ένα κουτί. Τον πατέρα μου έπρεπε να δεις όταν την είδε. Και πώς θα σε βλέπει ο κόσμος, και τα ρέστα. Δεκατεσσάρων χρονών κοπέλα. Μα τότε το να πας απ’ το χωριό μέχρι την πόλη ήτανε μεγάλο πράγμα. Δεν ήτανε τόσο κοντά. Μην το βλέπεις τώρα που είναι, πόσο, δυο ώρες; Τότε δεν ήτανε έτσι. Κι ύστερα, τηλέφωνα δεν είχαμε. Έπρεπε να πας στο δημαρχείο για να μιλήσεις στο τηλέφωνο. Κι εγώ, αντίστοιχα, έπρεπε να πάω στον ΟΤΕ, εκεί είχε κάτι καρτοτηλέφωνα και τηλεφωνούσες. Και βέβαια, στη Λενιώ μάλλον αυτό έμοιαζε, τι να σου πω.. σα να 'φευγα για πάντα, μπορεί. 
      Εγώ λοιπόν στην αρχή κατέβαινα κάθε βδομάδα στον ΟΤΕ και τηλεφωνούσα. Πήγαινε κάποιος κι εφώναζε τη μάνα μου πως έχει τηλεφώνημα, κι αυτή ερχότανε και μου μιλούσε. Κι η Λενιώ μαζί της, κάθε φορά. Και μού 'λεγε πάντα πως της λείπω και πότε θά ρθω κι αν έχω την κοτσίδα της. Και της έλεγα εγώ, ναι Λενιώ την έχω, μα πώς να 'ρθω που 'ναι μακριά· κι ο άντρας μου -ο παππούς σου- δούλευε κάθε μέρα τότε. Με τον καιρό, λοιπόν, από κάθε βδομάδα που 'παιρνα τηλέφωνο, άρχισα να παίρνω κάθε δυο. Ύστερα κάθε μήνα. Στο μεταξύ ζούσα με τον παππού σου ωραία, μάθαινα την ζωή στην πόλη. Άλλη ζωή, ξεκούραστη με τον τρόπο της, αλλά παράξενη, εγώ είχα μάθει αλλιώς. Παίρνω λοιπόν μια μέρα τηλεγράφημα. Να τηλεφωνήσω λέει το συντομότερο στο χωριό. Εγώ, πανικόβλητη, κατεβαίνω στον ΟΤΕ, το σηκώνει πρώτος τότε ένας υπάλληλος, και πριν πω λέξη μου λέει συλλυπητήρια. Λέω τι; Τι μου λες; Μου λέει α, δεν ξέρεις.. Κάτσε να φωνάξω τη μάνα σου. 
       Εμένα τα πόδια μου κομμένα. Πόσην ώρα περίμενα ως να φωνάξει τη μάνα μου δεν ξέρω. Αλλά ήμουνα να τρελαθώ. Τη Λενιώ σκεφτόμουνα, και το ήξερα βέβαια, το αισθανόμουνα πως ήτανε η Λενιώ. Παίρνει η μάνα μου το ακουστικό κάποια στιγμή. Επιτέλους. Και βάζει να κλαίει κατευθείαν. Της λέω μάνα πες μου. Μη με βασανίζεις. Πες μου. Και μου λέει, παιδί μου, η Λενιώ, η Λενιώ.. 
       Ναι, τότε δεν ήτανε.. Τότε άμα αρρώσταινες ήτανε δύσκολα, δεν ήτανε σαν τώρα, και η Λενιώ.. Άλλος οργανισμός. Ευαίσθητος. Έμαθα αργότερα πως ήτον άρρωστη δεκαπέντε μέρες, και δε μ' είχανε πάρει ένα τηλέφωνο, μη μ' ανησυχήσουνε λέει. Τέλος πάντων. Πρώτη φορά οι οικογένειες εμένα και του παππού σου βρεθήκανε στο γάμο μας, δεύτερη φορά στην κηδεία της Λενιώς. Ένα άσπρο φέρετρο, ξέρεις.. Δεκαπέντε χρονών κοριτσάκι. Στο νεκροταφείο εδώ κάτω, ξέρεις, ε; Ναι, στον Άγιο Νεκτάριο, μπράβο.. Άσκημη κηδεία. Μέρα με ήλιο. Όλοι κλαίγανε. Τί να σου πω. Το θυμάμαι και βουρκώνω. Είμαστε λοιπόν εκεί.. ό,τι έχει τελειώσει ο παππάς και είναι να πάμε στον καφέ. Και πετάγετ’ απάνω ο αδερφός μου ο Νικόλας, κι έρχεται μπροστά μου και βάζει να με βρίζει. Κανονικά. Μου λέει εσύ φταις, έφυγες και την άφησες, κι ούτε που σ’ ένοιαζε να δεις τι κάνει. Πέθανε το κοπέλι από στεναχώρια. Εσύ τη σκότωσες τη Λενιώ. Έτσι μου είπε. Σαν όνειρο το θυμάμαι. Νικόλα του λέω, τι λες, με παίρνουνε τα κλάμματα απ’ την τρέλα, τι λες του λέω, εγώ τη Λενιώ την αγαπούσα πιο πολύ απ’ οτιδήποτε. Αυτές οι κουβέντες τώρα, τι να σου πω, δεν το πίστευα πως τις άκουγα. Δεν το χωρούσε ο νους μου. Να μου λέει ο αδερφός μου, άσε και σε τυφλώσανε τα λεφτά του κωλοπρωτευουσιάνου κι εμάς ούτε να μας χέσεις, τέτοια πράματα. Ένα φράγκο δεν έστειλες να πάρουνε του παιδιού ένα γιατρό. Τέτοια πράματα μού 'λεγε μπροστά σε όλον τον κόσμο. Σε όλους. Και κανείς δε μίλησε. Άχνα. Και γύρισε ύστερα και στους άλλους αδερφούς μου και τους είπε, μιλάτε ρε, πείτε, μαζί τα λέγαμε, πείτε. Λέξη αυτοί. Κι εγώ να κλαίω και να φωνάζω, μα τι λες Νικόλα, τι πράματα είναι αυτά που λες. Που ούτε που το ξερα πως ήτον το παιδί άρρωστο. Γυρνάει λοιπόν αυτός και μ' αστράφτει ένα σκαμπίλι… χάμω έπεσα. Ε, και βάλθηκε ύστερα ο παππούς σου, καταλαβαίνεις.. Πιαστήκανε στα χέρια. Σου λέω, σαν τρελοί κάνανε, όλοι τους. Η μάνα μου μπήκε στη μέση και τους χώρισε. Λέει λυπηθείτε με. Μία είμαι. Σηκωθήκαμε και φύγαμε με τον παππού σου. Με τα κεφάλια μας σκυφτά· σε κανέναν δεν μίλησα, ούτε γύρισα να κοιτάξω. Ούτε τη μάνα μου.
       Καταλαβαίνεις τώρα, ήτον άλλα πράματα στη μέση. Εγώ άργησα να το καταλάβω. Αυτά που μου ‘λεγε ο αδερφός μου χρόνια με τυραννούσανε, χρόνια. Ήμουνα η μόνη απ’ τα παιδιά που είχα κατέβει στην πόλη. Και νομίζανε πως επειδή μένω στην πόλη είμαι τίποτα, πώς να σ’ το πω, τίποτα πλούσια. Είχαμε βέβαια πιο πολλά λεφτά απ’ τ’ αδέρφια μου, έτσι νομίζω, αλλά έστελνα λεφτά, ήτονε ψέμα δηλαδή πως δεν είχα στείλει ούτε φράγκο. Δεν έφταιγα ‘γω για τη Λενιώ. Τώρα έχουνε περάσει χρόνια και το ξέρω, τότε τυραννήθηκα, αλήθεια σου λέω. Ακόμα τα σκέφτομαι και δεν τα πιστεύω, θέ μου, που εγώ ήμουνα της Λενιώς δεύτερη μάνα της. Κι ύστερα δεν εμπόρουνα ούτε στον τάφο της να πάω, δηλαδή, απ' τη ντροπή μου. Απ' τον εξευτελισμό, πώς να σ' το πω. Ώσπου ο παππούς σου βρήκε το τηλέφωνο του γιατρού και μ’ έβαλε να του μιλήσω. Το 'καμα, ναι. Τονέ ρώτησα άμα υπήρχε φάρμακο και δεν είχε λεφτά η μάνα μου να τ' αγοράσει. Όχι, μου λέει, προς θεού. Όχι. Καταλαβαίνεις, δηλαδή.. Έπαιρνα τη μάνα μου τηλέφωνα, να μου πει άμα φταίω, αυτή πολεμούσε ν' αγαπηθούμε με τους αδερφούς μου, να κατέβεις στο χωριό να τα πείτε· ήθελε να στήσουμε ολόκληρο κόλπο, να τους καλέσει στο σπίτι να φάνε και να 'μαι κι εγώ μα να μην το ξέρουνε. Αλλά 'γω φοβόμουνα. Κάναμε έτσι να βρεθούμε πόσα χρόνια, κι όταν σμίξαμε ήτον στην κηδεία του πατέρα μας, κι εκεί, ασ' τα.. Και στο χωριό δεν ξαναπάτησα για χρόνια. Με τι μούτρα; Δεν είχα το θάρρος.. Τέλος πάντων.
      Επειδή δεν επήγαινα στο χωριό, κι επειδή ήθελα πολύ να μπορώ να επισκέφτομαι τον τάφο της αδερφής μου, είχα μιαν άλλη ιδέα. Πήραμε λοιπόν μια Κυριακή με τον παππού σου το κουτί, εκείνο το κουτί με την ξανθιά πλεξούδα της, κι ανεβήκαμε το βουνό. Το θάψαμε εκεί σ’ ένα ξέφωτο, κι ύστερα ανεβαίναμε, σταθερά, το επισκεφτόμουνα.. Με τον καιρό λοιπόν, κάποια στιγμή, αφού πέθανε ο πεθερός μου, η προγιαγιά σου -η μάνα του παππού σου, τώρα- ήρθε να μείνει στο σπίτι, μαζί μας. Αυτή λοιπόν ήτονε μια πολίτισσα, ξέρεις, ήτονε πρόσφυγες οι γονείς του παππού σου, το ξέρεις; Ναι.. Είχε μια φωνή αυτή η γυναίκα. Άλλο πράμα. Τραγουδούσε, δηλαδή, αυτό εννοώ. Και μες στο σπίτι συχνά. Είναι λοιπόν Κυριακή και θέλω 'γω να πάμε στο μνήμα, δεν μπορούσαμ' όμως ν' αφήσουμε μόνη την πρόγιαγιά σου στο σπίτι, μοναχή της η γυναίκα.. Τηνέ παίρνουμε λοιπόν μαζί, τάχα μου πως πάμε εκδρομή στο βουνό, περίπατο· δεν ήξερε βέβαια αυτή πως είχα στήσει μνήμα της Λενιώς. Περνούμε λοιπόν από 'κει, τους λέω εγώ θα σταθώ εδώ ένα λεπτό. Δεν είχε τίποτα φανταχτερό, μη θαρρείς, απλά απάνω ένα-δυο βοτσαλάκια, να καταλαβαίνω πού είναι. Η προγιαγιά σου όμως κατάλαβε, τι να σου πω. Και βάζει και μαζεύει λουλούδια, φτιάχνει ένα ωραίο ματσάκι και το αφήνει από πάνω. Κι όπως στέκουμε έτσι όλοι, αρχίζει και λέει ένα τραγούδι, έναν αμανέ, θα σου πω..

 όλα τα μέρη σκοτεινά
αθώ’ μου αγγελούδι
μόνο το μνήμα μου έχει φως
ωραίο μου λουλούδι
άσπρη κορώνα έβαλες
στα ολόχρυσα μαλλιά σου
άνοιξε την αγκάλη σου
να ρθω κι εγώ κοντά σου


(Ω, μωρέ διάολε, τις ξεχάσαμε τις πατάτες!)

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

λεωφόρος/ιδρώτας/καραντίνα

 Ξεκινάω. Κατεβαίνω απ' το στενό μου στην κεντρική λεωφόρο, το χρονόμετρο μετρά αντίστροφα είκοσι λεπτά. Ο μοναδικός λόγος που το χρησιμοποιώ είναι γιατί θέλω να ξέρω πότε βρίσκομαι στη μέση της διαδρομής μου. Χαιρετάω πρώτο τον μανάβη, γύρω στις πέντε, πέντε και δέκα. Στο τέλος της προπόνησης θα τον επισκεφθώ, θα μου πει μια ελαφρά παραλλαγή του αστείου που μου είπε εχθές, κι εγώ θα αγοράσω λαχανικά για το γεύμα μου. Διασχίζω την λεωφόρο και το μόνο που έχει σημασία είναι να βγει αυτή η ανηφόρα. Για λίγο. Στην διασταύρωση συναντάω το γνωστό μπλόκο, τις πρώτες μέρες με κοιτούσαν παράξενα, πλέον με χαιρετάνε ως κι αυτοί, με ένα νεύμα. Παρακάτω, στο σαντουιτσάδικο, η Μαιρούλα που δεν πιστεύει στον κορονοϊό με χαιρετάει με κάποια εμψυχωτική φράση. Της χαμογελάω, είμαι για δυο δευτερόλεπτα ο πρωταθλητής των δρόμων. Ο Πιλάλας απ' αυτήν την ταινία μικρού μήκους. Θα δω τη Μαιρούλα ξανά αύριο, θα μου φτιάξει έναν φρέντο εσπρέσσο και θα πάρω κι ένα κομμάτι σπανακόπιτα. Θα ανταλλάξουμε τις ίδιες κουβέντες, μετά θα μου πει για κάποιο δημοσίευμα, για τις συντάξεις και τους γέρους που θέλει να σκοτώσει η κυβέρνηση, κι εγώ κάπου εκεί θα προσπαθήσω ομαλά να της εξηγήσω. Δεν θα μας βγει. Κάθε τρεις μέρες μου κερνάει τον καφέ, είναι κάτι σαν φίλη μου, μου λέει για το αγόρι της που είναι στρατιωτικός, πως παραλίγο να τον στείλουνε στον Έβρο, είχε στεναχωρηθεί γι' αυτό πολύ. Μπροστά στο ψαράδικο της κεντρικής λεωφόρου περιμένει πάντα εκείνη η γυναίκα, αυτή πάντα κάπου περιμένει, παλιά νόμισα πως κάνει πιάτσα. Ύστερα όμως την πέτυχα σ' ένα διάδρομο σούπερ μάρκετ, να περιμένει με την ίδια έκφραση, και κατέληξα πως είναι τρελή. Αυτό που λέμε τρελή, τέλος πάντων. Κάθε τόσο αλλάζει πόστο, τώρα είναι στο ψαράδικο, κάθε απόγευμα. Το πρωί δεν ξέρω πού πάει. Δεν έχω δει ποτέ κανέναν να της μιλάει. Στα καφενεία της πλατείας αράζουνε στη ζούλα δυο τρεις γέροι, κρατάνε αποστάσεις, κοιτάνε το κενό, δεν έχουν άλλα νέα να πουν. Δεν μπορούν να παίξουν τάβλι, πρέπει να κάθονται μακριά. Δεν μπορούν να παίξουν κίνο, είναι κλειστό το προπατζίδικο. Παίζουν τα κομπολόγια τους, καπνίζουνε και περιμένουν, όπως η γυναίκα στο ψαράδικο. Βγαίνω στην προκυμαία, έχω αρχίσει πια να κουράζομαι όμως συνεχίζω με τον ίδιο ρυθμό, ανυπομονώ να χτυπήσει το χρονόμετρο για να πάρω κουράγιο. Η πόλη φάντασμα με κοιτάζει ύποπτα, τι κάνεις έξω, μου λέει. Ό,τι κι εσύ, της λέω.  Συναντάω πάντα εκείνον τον τύπο με τα ακουστικά, τρέχει κι αυτός, σαν εμένα, σάμπως μας έμεινε και τίποτα άλλο να κάνουμε. Στο παγκάκι μπροστά στο ζαχαροπλαστείο μια μάνα κι ένα παιδί τρώνε παγωτό, στη ζούλα κι αυτό όπως όλα. Ως κι ο ήλιος βαρέθηκε να μπαινοβγαίνει, τον πιάσαν οι ανασφάλειες, γιατί δεν με χαζεύει κανένας απ' την προβλήτα, ασχήμυνα; Στρίβω στην Κομνηνάκη, τα τραπεζοκαθίσματα που έχουν γνωρίσει τα μεθύσια μου με χαιρετάνε νοσταλγικά, πότε ξανά μου λένε, ξέρω 'γω τους λέω, θα δούμε. Στο πλατεάκι σχεδόν συγκινούμαι, ο Ζάχος κουνάει την ουρά του, μακάρι να 'χα κι εγώ μια να σ' την κουνήσω, μπαγασάκο. Θα τα πούμε ξανά όταν όλα θα έχουν περάσει, όπως το τραγούδι. Χτυπάει το χρονόμετρο, παίρνω μια ανάσα. Δυο λεπτά και πάμε πάλι. Στην Ερμού ο κυρ Γιώργος ακόμη ελπίζει να πουλήσει χόρτα. Χαιρετιόμαστε. Θες χόρτα, όχι κυρ Γιώργο. Οι βιτρίνες κοιτάνε θλιμμένα το τίποτα, έχουν κι αυτές τις μαύρες τους, όπως ο ήλιος, το ίδιο πράμα. Η σκιά μου πηδάει από τζαμαρία σε τζαμαρία, είναι η μόνη κίνηση σ' αυτόν τον δρόμο, εγώ κι η σκιά μου. Μια φορά σ' αυτή τη γωνία είχα συναντήσει τυχαία μια φίλη, γυρνούσε απ' το σούπερ μάρκετ, δώσαμε αγκώνες και λέγαμε τα νέα μας, όσο χάρηκα τόσο στεναχωρέθηκα που την είδα. Ήτανε μια φορά όμως. Από τότε σ' αυτή τη γωνία πάντα κόβω λίγο ταχύτητα, μήπως και, αλλά μπα. Στο κιόσκι μπροστά στην τράπεζα ο κιθαρίστας συνεχίζει να παίζει, αυτός παίζει ό,τι ώρα και να 'ναι, πίνει και παίζει, αυτά τα δύο ρηματα. Και πριν την καραντίνα δηλαδή το ίδιο τροπάρι, όση κίνηση και να 'χει, τι δώδεκα τα μεσάνυχτα τι δέκα το πρωί. Σάμπως έχει και τίποτ' άλλο να κάνει. Να μεθάει και να παίζει, αυτά μόνο. Στον δρόμο για το σπίτι τα πιτσιρίκια χαιρετάνε τη γιαγιά που 'χει βγει στο μπαλκόνι. Φοράει μάσκα ακόμα κι εκεί, φοβάται ο κόσμος και δεν καταλαβαίνει τι κάνει και γιατί. Δεν προλαβαίνω να χαμογελάσω με την υπερβολή, τα πιτσιρίκια που χαιρετάνε τη γιαγιά τους με 'χουνε πιάσει απ' την ψυχή. Τα ζηλεύω. Αγάπες μου, τους λέει. Μωρέλια μ' , σας φιλώ από μακριά. Τους στέλνει φιλιά πάνω απ' τη μάσκα. 
Σάμπως της έμεινε και τίποτ' άλλο να κάνει. 

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

βορράς/βουνό/παράθυρο

Οι ρίζες είναι για να βγάζουμε κλαδιά κι όχι για να επιστρέφουμε σ' αυτές. Πάντα μ' άρεσε αυτή η φράση της Γώγου, ωστόσο πάντα επέστρεφα στις ρίζες μου. Θυμήσου ποια είσαι και θα ξέρεις πάντα πού πηγαίνεις, ήταν κι αυτή μια σημαντική φράση που με συντρόφευε απ' την εφηβεία και την τηρούσα όποτε την θυμόμουν - παράδοξο. Όταν θυμόμουν ποια είμαι, θυμόμουν κι ότι δεν πρέπει να ξεχνάω. Σπουδαία ταυτολογία. Το βουνό μου μιλάει, όπως μου μιλάει η θάλασσα, λέμε τα μυστικά μας, κι ο πλάτανος θυμάται αμέτρητες ιστορίες. Σου είπα πως για μένα ο χρόνος είναι κάτι που κολυμπάς μέσα του. Το διασχίζεις με απλωτές και μακροβούτια. Κολυμπάω απροσανατόλιστα, ακατανόητα ίσως, δεν πρόκειται να πνιγώ· έχω αυτήν την αδικαιολόγητη αυτοπεποίθηση. Θέλω πολύ να βάλω τα κλάματα, θέλω να κλάψω για όλα, ακριβώς εδώ, σ' αυτήν την γωνία που μου είπες πως φαίνονται οι βάρκες όταν φτάνουν. Θέλω να κλάψω για όλες τις Χούσνα και τους Τζουμαχάν του κόσμου. Θυμάμαι τον ποταμό του χωριού μου. Μου μιλά κι αυτός. Μου θυμίζει. Του λέω: δεν ξέρω πότε θα τα ξαναπούμε. Και στα λόγια μου στάζει η μοναξιά σαν μέλι. Η σιωπή των δρόμων τραγουδά καλύτερα απ' τις Σειρήνες, ταξιδεύει πάνω στους πόρους του δέρματός μου, κάνει τις τρίχες στη ράχη μου ν' αναθαρρέψουν. Χορεύω νωχελικά στην φρενίτιδα των αναμνήσεων. Η θάλασσα με ζητά. Της θυμίζω: θα λέω ψέματα πως δεν θα ξαναφύγω. Η άλλη άκρη είναι φοβερά κοντά, κι όμως κάποια Χούσνα και κάποιος Τζουμαχάν δεν κατάφεραν να διασχίσουν το στενό πέρασμα. Τα σκυλιά αλυχτάνε, το ουρλιαχτό τους χαράσσει τη νύχτα στα δύο. Είχα πει: την επόμενη φορά που θα ερωτευτώ, θα το γιορτάσω. Το χαρτί που έδωσα στην Χούσνα έλεγε γκουντ λακ, δεν ήξερε όμως τι σημαίνει, ίσως στα είκοσί της να το 'χει ακόμη, να το κοιτάξει και να θυμηθεί και τότε να καταλάβει. Οι αναμνήσεις μου από σένα μυρίζουν καφέ και χόρτο. Σκέφτομαι: σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιών χαράκι. Και παρακαλώ τον ήλιο ν' ανατείλει. Μόνο κάτι ψωροδάκρυα στάξανε, κοροϊδέψανε τα ίδια τον εαυτό τους. Θυμάμαι: γλυκά είναι τα δάκρυα που στάζουνε με πόνο, μα να τα χύνεις μια φορά, δυο το πολύ τον χρόνο. Διασχίζουμε την επαρχιακή οδό σαν τρελαμένοι. Το λάστιχα αιωρούνται πάνω απ' την άσφαλτο, αγαπιούνται τρελά, είναι τρελά και παλαβά ο ένας για τον άλλο. Ο αέρας βουίζει απ' τα παράθυρα, χορεύει με την μουσική που ουρλιάζει απ' τα ηχεία, και οι αγελάδες ακούνε Τρύπες πρώτη φορά στην σύντομη ζωή τους. Έχουν αυτήν την τρομερή τύχη. Ειν' επικίνδυνοι όλοι αυτοί, οι μεθυσμένοι απ' τον θεό, οι εθισμένοι στην ζωή. Συμφωνούμε πως αυτή τη μουσική μπορείς να την ακούς μόνο με γυαλιά ηλίου. Τα φοράμε και για λίγο είμαστε κάποιοι άλλοι. Σκέφτομαι να σου πω πως οι βόλτες με το αμάξι είναι το αγαπημένο μου πράγμα. Το αφήνω γι' αργότερα. Το αμάξι στροβιλίζεται, η ταχύτητα οξύνει τις αισθήσεις, αναρωτιέμαι αν αυτά τα μονόφυλλα σε καταστέλλουν ή βρίσκεσαι σε μια αδιάλειπτη αισθαντικότητα. Συναντάμε έναν τύπο, κρατάει ένα χορτοκοπτικό μηχάνημα κι εσύ λες ότι μοιάζει σαν να ψάχνει μ' αυτό χρυσάφι. Για τους χωριάτες μπορείς να φανταστείς ό,τι θες, κατά πάσα πιθανότητα θα ισχύει. Ότι έχουν θαμμένες λύρες στο χωράφι τους ή ότι γαμάνε τις κατσίκες τους. Πως μια γυναίκα σκότωσε τον άντρα της ρίχνοντας τον στο πηγάδι κι έπειτα είπε πως ήταν ατύχημα. Ή πως κάποια γριά ξέρει ξόρκια, αληθινά, τα μουρμουρίζει τη νύχτα με τα μαλλιά της λυτά φορώντας μια λευκή νυχτικιά, μπορεί να τα λέει για τον γέρο που γαμάει την κατσίκα του, μπορεί και για σένα. Πώς πήγαινε αυτό το τραγουδάκι που έλεγε για μια παχιά αγελάδα που λιαζότανε στον κάμπο; Αυτή η αγελάδα ήξερε πως είναι επικίνδυνοι οι μεθυσμένοι απ' τον θεό, οι εθισμένοι στην ζωή; Το ήξερε; Κι εγώ ακούω Τρύπες όταν τρέχω στους επαρχιακούς αυτοκινητόδρομους. Αργά τη νύχτα όμως, που είναι έρημοι· τη μέρα δεν τρέχω. Θυμάμαι εκείνη τη συμμαθήτριά μου και δεν τρέχω. Άμα ξέρεις κάποιον που έχει χύσει αίμα στην άσφαλτο, προσέχεις μια στάλα παραπάνω. Η σιωπή τραγουδάει καλύτερα απ' όλες τις Μούσες. Μέχρι και τα διηγήματα που διάβασα ήταν σαν να συνέβησαν. Μυρίζουν κι αυτά καφέ και χόρτο, όπως εσύ. Την επόμενη φορά που θα ερωτευτώ, θα το γιορτάσω. Προς το παρόν, πάω να βρω ένα μέρος να με καίει καλά-καλά ο ήλιος. Για να λιώσουνε οι πάγοι απ' τα φτέρα μου, και τα κρού- και τα κρούσταλλα από τα κράνυχά μου.

Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017

Άννα Κοίνωση (α, να μια κοίνωση)

 Με χαρά σας ανακοινώνουμε την επέκταση του καταστήματός μας στον νέο ιστότοπο (τρία ντάμπλγιου-τελεία)zwh-seri.blogspot.com που ιδρύθηκε σε συνεργασία με φιλικούς προς εμάς συνεργάτες (και ενίοτε συνερσκύλους). Αριβερντέτσι. Κι αλλιώς. Κι αλλιώτικα. 

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017

η τελευταία βόλτα της σούζαν (ή: ντέιντριμ για μια μάσκα οξυγόνου)

έγινε βράδυ, με την πρώτη βροχή του Σεπτέμβρη, στην θέση του συνοδηγού. Τα πόδια στο παμπρίζ και το παράθυρό της κατεβασμένο. Οι σταγόνες πέφτανε πάνω στο παντελόνι της, όλο το δεξί πόδι ήτανε μούσκεμα. Το βόλιουμ στο 48. Η τελευταία βόλτα της Σούζαν έγινε χωρίς λόγια. Πίσω απ' το χειρόφρενο στερεωμένα δύο πλαστικά ποτήρια καφέ, άδεια πλέον. Τα καλαμάκια χόρευαν στις στροφές. Στο κεφάλι γυαλιά ηλίου. Η τελευταία βόλτα της Σούζαν κράτησε όσο ένα μεγάλο, τεντωμένο μεσημέρι. Σε έναν δρόμο φαρδύ, στο κέντρο λευκή, διακεκομμένη γραμμή. Μόνο φως οι προβολείς του αυτοκινήτου. Στην τελευταία της βόλτα, η Σούζαν μίλησε μόνο για να παραπονεθεί παιχνιδιάρικα πως την ενοχλούσε στο λαιμό η ζώνη όπως την φορούσε. Και χαμογέλασε μόνο πατώντας το κουμπί που την απελευθέρωνε πια απ' αυτήν την ενόχληση. Ο δρόμος ακόμη φαρδύς. Και το βόλιουμ στο 48. Όσο πήγαινε, δηλαδή. Οι υαλοκαθαριστήρες συγκεντρωμένοι στην παλινδρομική τους κίνηση. Έβγαλε το κεφάλι της έξω απ' το παράθυρο. Η Σούζαν. Τον αέρα τον κόβαμε στη μέση, και τα μαλλιά της Σούζαν τα τραβούσε αυτός προς τα πίσω, για εκδίκηση. Μούσκεμα, μούσκεμα, όλο το πρόσωπο, τα μαλλιά, η μπλούζα, όλη μούσκεμα. Και το δεξί της πόδι. Έκατσε πάλι στη θέση της. Έκλεισε το παράθυρο. Πανέμορφη. Η τελευταία βόλτα της Σούζαν έγινε με τα πρόσωπά μας μαλακά. Μακαλωμένα. Ο κόσμος είχε πια πάψει να υπάρχει. Στην τελευταία της βόλτα, η Σούζαν με χάιδευε γλυκά στον αυχένα ενώ οδηγούσα. Η βροχή έπεφτε, το αμάξι με ταχύτητα στο φαρδύ δρόμο. Με τη λευκή γραμμή. Τη διακεκομμένη. Με το βόλιουμ στο 48. Στην πρώτη βροχή του Σεπτέμβρη, ένα βράδυ. Το ένα χέρι της στο τζάμι, και τ' άλλο στον αυχένα μου. Τα πόδια πια κάτω. Η Σούζαν. Στην τελευταία της βόλτα. 
 Στην επιστροφή, δεν ήταν πια μαζί μου. 


( https://www.youtube.com/watch?v=NzoAwcg0gsQ )

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

 Εγκλωβισμένη στο συγκεκριμένο τοπικό και χρονικό πλαίσιο, λες και το επόμενο δευτερόλεπτο δεν θα ερχόταν, ένιωσα το πρόσωπό μου να λιώνει, τόσο ώστε το ρευστό εγώ αγκάλιασε γαληνεμένο το πάτωμα, βρίσκοντας ξανά την παλιά του, ξεχασμένη αγάπη. Εκεί θάφτηκα· ήταν ένα βρωμερό πεζοδρόμιο μίας μοναχικής οδού, απ' αυτές τις παράλληλες προς τις κοσμοπολίτικες, που χρησιμεύουν μόνο για καβάτζωμα, πήδημα ή κατούρημα. Κανείς δεν με θυμόταν πια. Ο χρόνος κυλούσε χωρίς εμένα, περνούσαν από πάνω μου οι μηχανές που ξυπνούσαν τη νύχτα τους νοικοκυραίους, και πίσω τους οργισμένα τα σκυλιά που υπερασπίζονταν, ποιος ξέρει ποιον, ποιος ξέρει από τι. Έτσι μόνο κατάφερα να ηρεμήσω· να πάρω μία από εκείνες τις ωραίες, βαθιές αναπνοές, και να γελάσω με την καρδιά μου.

Κυριακή 30 Απριλίου 2017

μήνυμα σε μπουκάλι

 Είμαι πλέον ολοκληρωτικά βυθισμένη στην αρτηρία της. Βιώνω τον καταρράκτη των αισθήσεων· με διανύουν ο χώρος και ο χρόνος, κλέβοντας απ' το μέσα μου κομμάτια ώριμα, γινομένα. Καρπούς έτοιμους να χαθούν απ' το κλαδί που τους ταίζει και ν' αγκαλιάσουνε ατόφια το χώμα. Μιλάω γι' αυτήν, για την Ζωή. Και μιλάω σ' εσένα ελπίζοντας να καταλάβεις. Θυμήσου το ξημέρωμα στο πλοίο· εγώ λουσμένη στην παιδική άγνοια, βλαστημούσα και καταριόμουν την τσιμεντούπολη που ορθονόταν μπροστά μας· έμοιαζε λες σαν καμπουριασμένη γριά στο περήφανο μπλε. Εσύ σιωπούσες· ήξερα, όμως, καλά, πως μέσα σου έκρυβες το πόσο σου λείψανε οι ψηλές ταράτσες, τα χιλιάδες πρόσωπα, η αρρωστημένη φασαρία. Οι πιθανότητες. Μέσα απ' τα μάτια σου παρ' ολίγον κι εγώ έτσι να την νοσταλγήσω, χωρίς ποτέ μου να την αγάπησα. Μετανιώνω που δεν σου μίλησα τότε. Ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να καταλάβεις. Δεν αγάπησες ποτέ τη μήτρα που σε έθρεψε κι ούτε σεβάστηκες αρκετά την ύπαρξή σου -την ίδια σου την ύπαρξη!- για να διαλέξεις την αξιοπρέπεια της ηθικής αυτουργίας. Καθισμένη εκεί περιμένεις. Τι άραγε; Γιατί δεν φεύγεις; Μα δεν είμαι εδώ για να σε κρίνω. Όχι ξανά. Σου μιλάω, όπως σου μίλησα τότε, χαιδεύω την ραχοκοκκαλιά σου, τους καρπούς, τα δάχτυλα, τα πέλματα. Σε φιλώ στο στόμα σαν εραστής, στο μέτωπο σαν μάνα. Θέλω να σε ξυπνήσω. Να αισθανθείς το σώμα σου, το σώμα που για τόσο καιρό παράτησες στο ξύλινο κρεβάτι των παιδικών χρόνων. Τι νόημα έχει η ύπαρξη χωρίς το κυνήγι; Μακάρι να μπορούσες να ερωτευθείς. Θα 'ταν όλα τόσο πιο εύκολα. Κάποιες φορές φοβάμαι να σου μιλήσω. Παραδέχομαι την αδυναμία μου, τόσα χρόνια μαζί σου, η επαφή είναι ρίσκο. Και πάντα ήταν. Ο μαγνητισμός δεν πέθανε σαν εσένα. Είναι ζωντανός και με τραβά πάνω σου. Στον αργό θάνατο. Στην ανορεξία της ύπαρξης. Αυτό το δωμάτιο βρωμάει αποσύνθεση και νεκρή σάρκα. Τρίβω το κούτελο αγχωμένη. Εσύ στον καναπέ, ο δίσκος έχει τελειώσει από ώρα κι εσύ βυθίζεσαι σ' έναν ύπνο που τόσο με θάνατο μοιάζει. Δεν σε περιμένω. Προχωράω χωρίς εσένα κι ελπίζω να μην σε βρω. Είσαι το λιθάρι στην πλάτη μου. Άκου, ο ήλιος δύει ξανά· η θάλασσα πήρε το χρώμα μας. Σου δίνω το μαχαίρι κι ανοίγω διάπλατα τα χέρια. Τελευταία φορά. Και πράξε όπως θέλεις. Είμαι δική σου. Ερωτεύομαι κάθε πρωινό την ζωή γιατί κάθε νύχτα με σκοτώνεις. Σε χρειάζομαι. Μείνε εδώ και γλείψε μαζί μου το ξερό αίμα απ' τις πληγές μας. Αυτό μοιάζει με γράμμα αποχαιρετισμού. Κι όμως- ειν' η βαθιά αναπνοή πριν την μακρινή βουτιά μου. 

                                                  Ιούλης 2016 
                                           going where the cold wind blows 

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

διχρωμία

   Μέναμε στην ίδια γειτονιά. Τα πρωινά, με περίμενε κάτω απ' το σπίτι της, να περάσω να την πάρω και να πάμε μαζί ως το σχολείο. Στο θρανίο μαζί. Τελευταίο θρανίο. Πίσω δεξιά. Το μεσημέρι, γυρνώντας, ξανά μαζί. Όλα μαζί. Ή, τέλος πάντων, σχεδόν όλα. Το μεσημέρι το περνούσαμε χωριστά, κι ύστερα το απόγευμα, πηγαίναμε ξανά σπίτι της. Πάντα στο σπίτι της. Ώσπου βράδιαζε, κι όταν βράδιαζε, θα μου πρότεινε να περάσω τη νύχτα εκεί. Κι εγώ θα της έλεγα πως θέλω, μόνο πρέπει να τηλεφωνήσω πρώτα στους γονείς μου. Μ' αφήναν βέβαια μόνο τις Παρασκευές και τα Σάββατα, αλλά πάντα ρωτούσα, έτσι κι αλλιώς.
 Και βόλτες. Πολλές βόλτες. Η μάνα της ρωτούσε συνέχεια, με τον ίδιο τόνο, με ποιον γυρνάς όλη μέρα δεξιά-αριστερά; Κι εκείνη έδειχνε προς το μέρος μου. Η μάνα της με κοίταζε, επικριτικά, ανασήκωνε τους ώμους κι έπειτα γυρνούσε το κεφάλι. Τα χρόνια περνούσαν έτσι. Η μάνα της ν' ανασηκώνει τους ώμους κι εμείς στις βόλτες. Και στα παιχνίδια. Μαζί. Και μόνες. Εκείνη ήτανε καμιά φορά λίγο, ας πούμε, περίεργη. Κάπως περίεργη. Και κάπως περίεργα την κοιτούσαν κι οι τριγύρω. 

  Είχε υπάρξει κάποια φορά, τέλος πάντων, στις τουαλέτες. Δύο αγόρια. Της πήρανε τη μπλούζα της και την κλειδώσανε μέσα. Δύο αγόρια, απ' την τάξη μας κι οι δύο. Ήταν κάποιο αστείο που έκανε μόνο εκείνους να γελάνε. Εκείνη φώναζε. Βαρούσε τις πόρτες και φώναζε. Την άκουσα, μπήκα στην τουαλέτα, προσπάθησα να της ανοίξω την πόρτα, κλειδί δεν έβρισκα, είχα κι εγώ πανικοβληθεί. Μου έλεγε να μη φύγω, να μη φωνάξω κανέναν. Γιατί ντρεπότανε. Τέλος πάντων, τελικά, ήρθε ένας καθηγητής και της άνοιξε. Εκείνη ήτανε σκυφτή, δεν ήθελε να τη δει γυμνή ο δάσκαλος. Πήγε και της έφερε τη μπλούζα της. Γυρίσαμε στην αίθουσα, εκείνα τ' αγόρια λείπανε, μα τ' αστείο τους το 'χανε προλάβει σ' όλους τους υπόλοιπους· και το καταλάβαιναν όλοι. Όλοι εκτός από 'μας.
  Ο χρόνος περνούσε έτσι κι αλλιώς. Στηνόμασταν μπροστά στον καθρέπτη και μετρούσαμε τα στήθια μας που φουσκώνανε. 
  Μου 'χε πει για δυο φορές, την είχε πλησιάσει ένας καθηγητής, ο μαθηματικός μας, ο Γούναρης. Την είχε πλησιάσει και την είχε ρωτήσει αν είναι εντάξει. Αν είναι θλιμμένη. Δεν ξέραμε αν ήταν λόγω εκείνου του συμβάντος, τέλος πάντων, στις τουαλέτες, ή.. Ή δεν ξέρω 'γω τι. Εγώ πάντως, την θυμάμαι χαρούμενη. Μαζί μου. Δεν ήταν συμβιβασμός, η σχέση μας δεν ήταν συμβιβασμός. Αυτό το λέω επειδή πολύ συχνά οι άνθρωποι, κάποιοι άνθρωποι, πλησιάζονται από μοναξιά, κι όχι από ενδιαφέρον για την ουσία του άλλου. Όπως καπνίζουν στα μπαρ από βαρεμάρα. Ή πίνουν από βαρεμάρα. Κάποιοι, όχι όλοι. Εμείς όμως όχι. 
  Στο γυμνάσιο, η μάνα της σαν ν' άλλαξε γνώμη. Δεν ανασήκωνε πια τους ώμους. Όταν πηγαίναμε βόλτες και ρωτούσε με ποιον γυρνά κι έδειχνε εμένα, εννοώ. Με κοιτούσε πια βαθιά. Σαν να 'βλεπε κάτι ξένο. Ή και τίποτα. Ήθελε να φύγω. Φώναζε. Μα εκείνη δεν μ' άφηνε· μ' έπιανε απ' τον καρπό και δεν μ' άφηνε να κουνήσω. Εμφανιζόταν τότε ο πατέρας της. Μες στις φωνές και σ' όλα. Σήκωνε το χέρι, με φόρα, πολλή φόρα, και την χτυπούσε. Την χτυπούσε και της έλεγε, κωλόπαιδο, θα σε βαράω μέχρι να στρώσεις. Κι ούτε τότε μ' άφηνε το χέρι. Εγώ καθόμουνα εκεί, άπραγη. Και τι διάολο να 'κανα. Δεκατριών χρονών, δεκατεσσάρων, πόσο. Τι διάολο να 'κανα. Κάποια στιγμή, απροειδοποίητα, τα πράγματα ηρεμούσαν. Ο πατέρας της απλά σταματούσε. Γυρνούσε την πλάτη κι έφευγε απ' το σπίτι. Εκείνη μ' άφηνε το χέρι και πήγαινε στο δωμάτιό της. Βλέμμα κανένα. Έτρεχα από πίσω της, μου 'κλεινε όμως την πόρτα στη μούρη. Τότε, μόνο, έφευγα. 
  Κάτι θα μπορούσες να 'χες κάνει, έλεγε. Κάτι. Κάτι. 
  Όλο αυτό, απ' την στιγμή που άρχισε, ήτανε σαν, πώς να το πω, σαν καρκίνωμα. Μεγάλωνε και πολλαπλασιαζόταν. Γινόταν πια καθημερινό. Ο Γούναρης την πλησίασε ξανά. Εγώ της είχα πει να του μιλήσει, δεν μ' άκουσε. Τέλος πάντων. Αποφασίσαμε, τελικά, να πηγαίνω στο σπίτι της πιο αραιά. Να με βλέπουνε οι γονείς της λιγότερο. Κλείστηκε μέσα. Βόλτες δεν πηγαίναμε πια. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο λιγότερο. Πρώτη λυκείου, τελικά, είχαμε καταλήξει να περιμένουμε ν' αποκοιμηθούν οι γονείς της για να τρυπώσω μες στο σπίτι. Δεν ξέρω γιατί διάολο με μισούσαν τόσο. Δεν ξέρω. Τέλος πάντων. Πρώτη λυκείου. Τα γενέθλιά της. Είχα πάρει μία σοκολάτα, μπήκα στο σπίτι όπως τα 'χαμε συμφωνήσει, αργά το βράδυ. Γεια σου. Χρόνια πολλά. Κλείσαμε πίσω μας την πόρτα του δωματίου. Κλειδώσαμε. 
  Φιλί στο μάγουλο. Χρόνια πολλά. Άρχισε απλά. Έτσι. Την αγκάλιασα. Μιλήσαμε λίγο. Μου είπε πως θέλει σήμερα να δοκιμάσει κάτι. Της είπα εντάξει. Μου έδωσε ένα φιλί. Στο στόμα. Σύντομο, πολύ σύντομο. Ύστερα με κοίταξε, περιμένοντας. Την δεύτερη φορά, την φίλησα πρώτη εγώ. Για περισσότερη ώρα. Την άγγιξα, με άγγιξε. Ήταν σαν.. Σαν εξερεύνηση, ας πούμε. Μάθαμε το σώμα. Η μία της άλλης. Μάθαμε τον έρωτα. Μετά από 'κεινο το βράδυ, η σχέση μας άλλαξε. Άλλαξε κι ήταν και πάλι η ίδια, ήταν όμως κι άλλα, κι άλλα πολλά, περισσότερα. Πέρασε έτσι ένας χρόνος. Ένας ολόκληρος χρόνος. Της είχα πει ότι την αγαπάω, την αγαπάω με όλους τους τρόπους. Με όλα τα χρώματα. 
  Ένα βράδυ, είχε πάει αργά, καθόμασταν γυμνές, ανάσκελα, στο κρεβάτι της. Της χάιδευα τους καρπούς. Συζητούσαμε ανάλαφρα. Η πόρτα άνοιξε απότομα. Αναπάντεχα. Ο πατέρας της μας κοίταξε όλο ερωτήματα. Τα πράγματα γίνανε άσχημα. Την τράβηξε απ' τα μαλλιά και τη σήκωσε όρθια. Απ' τα μαλλιά. Η φασαρία ήταν τόση, που κάποιος γείτονας κάλεσε τους μπάτσους. Άσχημα. Πολύ άσχημα. Πήραν τον πατέρα της κι εμάς. Διαφορετικά αμάξια. Το επόμενο πρωί γυρίσαμε σπίτι. 
  Την πήγανε σε μία κλινική. Εγώ δεν καταλάβαινα. Η γιατρός της ούτε που ρώτησε τίποτα· μόνο τα βασικά· κι ύστερα έβγαλε το μπλοκάκι της και έγραψε μια συνταγή. Το πρώτο χάπι, το κατάπιε μπροστά μου. Και το δεύτερο. Ήταν αστείο, κατά ένα τρόπο· ποτέ πριν δεν είχε καταπιεί χάπι. Μόνο σιρόπια κι αναβράζοντα. Της πήρε ώρα. Γελάσαμε λίγο. Όσο περνούσε ο καιρός, βλεπόμασταν λιγότερο. Έκανα υπομονή. 
  Μια μέρα, μου είπε να πάμε μαζί στην κλινική. Είπα εντάξει. Είχε αλλάξει γιατρό. Άντρας αυτή τη φορά. Καθόταν πίσω απ' το γραφείο του, συγκρατημένος, λες κι απαγορευόταν, ας πούμε, να λυθεί. Μόλις κλείσαμε πίσω μας την πόρτα, χαλάρωσε. Τα γυαλιά του κρεμόντουσαν απ' το λαιμό μ' ένα σκοινάκι. Της ψυθίρισα πως μου θυμίζει τον Γούναρη. Εκείνη κάθισε στην καρέκλα, εγώ στάθηκα πίσω της, ακριβώς. 
  Δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε· εμένα ο γιατρός δεν με κοίταξε, κι ούτε έγινε καμιά αναφορά. Δεν με σύστησε, δηλαδή, εκείνη. Είπανε τα βασικά, πώς είσαι, τι κάνεις, πώς ήταν η βδομάδα σου, και τα λοιπά. Μετά, ο γιατρός σοβάρεψε. Άφησε να περάσει ανάμεσά τους μια μεγάλη παύση. "Λοιπόν", είπε ο γιατρός. "Πες μου. Συζητούσαμε τις προάλλες πως έχεις μια.. μία φίλη; Μία φίλη που θα έφερνες να γνωρίσω".
  
  Χαμογέλασε. Κοίταξε τον γιατρό, ύστερα εμένα. Τα μάτια της γυαλίζανε. Μέτρησα μόνο ένα δάκρυ. "Ναι", απάντησε, ενώ κοιτούσε εμένα. "Στέλλα", μου λέει. "Αυτός είναι ο γιατρός μου". Τον κοίταξε. "Καθόμαστε μαζί στο θρανίο. Όλα τα χρόνια" του είπε. 

 Ο γιατρός καθυστέρησε να απαντήσει. Χαμογέλασε κι ο ίδιος. Ευγενικά. "Δάφνη, καταλαβαίνεις ότι.." ξεκίνησε. 
  
 Δεύτερο δάκρυ. Το βλέμμα σ' εμένα. Τον διέκοψε. "Ναι".

 "Ότι δεν βρίσκεται κανένας εκεί που κοιτάζεις;" 

 Τα δάκρια τώρα γίναν πολλά. Έσκυψε το κεφάλι. "Ναι" απάντησε. 

   Την κοίταξα και περίμενα. Μου ψιθύρισε συγγνώμη. Έγνεψα. 
 Ύστερα, χάθηκα. 

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

Λόλα ΙΙ

 Ο πατέρας μου κάπνιζε Πρινς. Γκόλντεν τέιστ. Κάθε Κυριακή, ήταν σαν εβδομαδιαία τελετουργία, μ' έστελνε να του φέρω δέκα πακέτα. Η ανάσα του βρωμούσε πάντα, τ' αμάξι βρωμούσε πάντα, το σπίτι βρωμούσε πάντα, εμένα δεν μ' ενδιέφερε και πολύ, ο πατέρας μου, έτσι κι αλλιώς, το μόνο που έκανε ήταν, πάνω-κάτω, να περιμένει να πεθάνει. Όλα τ' άλλα ήταν μικροαπασχολήσεις για να περάσει η ώρα. Τέλος πάντων. Ήμασταν στο χωριό, για δουλειές· εκεί υπάρχει ένα μόνο ψιλικατζίδικο· η περιπτερού είναι μια καμπουριασμένη γριά που μοιάζει λες κι είχε πάνω από δέκα χρόνια να κάνει βήμα έξω απ' το ένα-επί-ένα δωματιάκι· αντιμετώπιζα, από μικρή, πάντα με θάρρος τα δύο χρυσά δόντια στην μασέλα της, την οποία φρόντιζε να μου επιδεικνύει, υπό τύπον χαμόγελου, κάθε φορά που την έβλεπα μπροστά μου. Μιλούσαμε, εγώ δεν ήξερα το όνομά της αλλά εκείνη σίγουρα θα 'χε κάπως ακούσει το δικό μου· συχνά οι περιπτεράδες φαίνεται να ξέρουν τα πάντα, έτσι κι αλλιώς. Με 'χε στείλει ο πατέρας μου για τα τσιγάρα. Την περιπτερού την έπιασε -όπως πάντα- η γνωστή πάρλα, δεν μ' άφηνε να φύγω με τίποτα, ντρεπόμουνα και να την διακόψω. Ίσως να την πήγαινα και λίγο, κατά βάθος, στην εικόνα που είχα πλάσει, τέλος πάντων, γι' αυτήν, στο μυαλό μου. Με κέρασε και κάτι μπισκότα. Και αυτός ο Μανώλης, μου λέει, όλο το χωριό έχει αναστατώσει. Το 'πε αυτό μ' ένα βλέμμα όλο υπονοούμενα. Γιατί, την ρωτάω. Αυτό στ' αλήθεια μ' ενδιέφερε. Έκανε πως διστάζει· ε, λέει, ε.. μόλις που τον προλάβανε, τις προάλλες.. Είχε πάει να κρεμαστεί.. Να κρεμαστεί; Ναι, να κρεμαστεί, ν' αυτοχτονήσει, πώς το λένε. Το είπε έτσι, αυτοχτονήσει, έτσι, πρόχειρα, ας πούμε. Ίσα που τον προλάβανε, συνέχισε αυτή. Η μάνα του τονέ βρήκε. Η φωνή της έσβησε, έκανε μια παύση σερβιρισμένη κατευθείαν απ' τις μεσημεριανές σαπουνόπερες, κι ύστερα άρχισε τα κουτσομπολιά, κάτι για μια Ειρήνη, τέλος πάντων, δεν άκουγα.

  Στο χωριό εμένα μ' άρεσε, είχα την ησυχία μου· δεν ήξερα και κανέναν· ή, τέλος πάντων, ελάχιστους. Πηγαινοερχόμασταν όλη την ώρα, απ' την πόλη στο χωριό, για δουλειές και τα λοιπά. Υπήρχε αυτός, αυτό το παιδί, ο Μανώλης, στα δεκαοχτώ είχε ανέβει φοιτητής στην Αθήνα κι έμπλεξε με την πρέζα· κι είχε, λέει, ξαναγυρίσει στο χωριό, εικοσιπεντάρης πλέον, μπας και ξεφύγει. Ή, τέλος πάντων, αυτή ήταν η ιστορία που έλεγε η περιπτερού. Εγώ με τον Μανώλη δεν τα 'χαμε πει ποτέ, ίσως μόνο τα τυπικά -έμενε στο απέναντι σπίτι άλλωστε- ένιωθα όμως μια σύνδεση. Αν σημαίνει κάτι αυτό. Και μετά, που, τέλος πάντων, μου 'χε πει αυτά η περιπτερού, για την αυτοκτονία, είχα, δεν ξέρω, ήθελα πάρα πολύ κάπως να τον πλησιάσω. Αυτό, βέβαια, δεν συνέβη· κι ο ίδιος ήξερα πως δεν μιλούσε και πολύ· τον είχα δει μόνο μ' έναν, ας πούμε, εργάτη, ήτανε ένας μετανάστης που 'χε έρθει στο χωριό κάπου δυο χρόνια, μόνο μ' εκείνον ίσως τα λέγανε πότε-πότε. Ήταν, λοιπόν, εκείνη η μέρα στο χωριό· καθόμουνα μόνη στην αυλή, χειμώνας, μ' άρεσε όμως, είχαμε και το σκυλί, τον Λίβα, τέλος πάντων.. Ήμουν ξαπλωμένη, δεν ξέρω τι ήταν αυτό που πρώτο μου τράβηξε την προσοχή, σύντομα όμως το πήρα πρέφα, κι ο Λίβας ούρλιαζε, ούρλιαζε..


  Οι εικόνες διακόπτονται, ήταν πολλή η ένταση της στιγμής, έτρεξα, κι ο Λίβας μαζί, η μπόχα ερχότανε απ' το σπίτι του Μανώλη, δεν ήξερα τι να κάνω, φώναζα, αν είναι μέσα κανείς, αν ακούει κανείς, και κοιτάζω, το σπίτι ξερνούσε καπνούς, καπνούς από παντού, μα στο παράθυρο φαίνεται μια σκιά, ένα χέρι, είναι ένα γαμημένο ανθρώπινο χέρι, στο μεταξύ να 'χει μαζευτεί κόσμος τριγύρω.. Φώναζα και τους έλεγα, υπάρχει ένας άνθρωπος μέσα, είναι μέσα ο Μανώλης, τι θα κάνουμε, και τα λοιπά. Κι έβηχα, όλοι βήχαμε, ήτανε να σε πνίξει αυτή η μυρωδιά. Κι αυτοί στέκανε και κοιτάζανε. Ήρθε κι ο πατέρας μου, στάθηκε κι αυτός μαζί με το πλήθος, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα, κι όλοι μαζί κηδεύανε κάτι, κάτι που δεν είχε ακόμη συμβεί. Τέλος πάντων, δεν θέλω και να μακρυγορώ, δεν το σκέφτηκα πολύ, απλά βούτηξα, βούτηξα μέσα από 'κεινο το παράθυρο, όλα αυτά σε διάστημα δευτερολέπτων, τον έπιασα απ' το χέρι τον Μανώλη, η φωτιά ν' αγκαλιάζει το δωμάτιο, αποφάσισα να φύγω ακριβώς όπως ήρθα. Έσπασα το τζάμι, το παιδί αναίσθητο, τον σήκωσα όπως-όπως, βοήθεια δεν ήρθε. Γονάτισα στο γρασίδι κι άφησα το σώμα του να κυλήσει στο χώμα. 


  Υπήρχε κι άλλο ένα παιδί, μ' αυτόν τα ψιλολέγαμε κιόλας, ήταν ο Μοχά· ένας απ' τους πολλούς που φτάσανε στο νησί μ' ένα σαπιοκάραβο απ' το Λιβυκό· είχε αφήσει πίσω οικογένεια, πάνω στο πλοίο έχασε τον αδερφό του. Στο χωριό, δούλευε στα χωράφια· ο Αλβανός, έτσι τον λένε, κι ας μην είναι. Έναν καιρό τον είχανε να κοιμάται με τα ζώα.  


   Ο Μανώλης δεν άνοιγε τα μάτια του, κι εγώ μιλούσα, έλεγα, πού πας ρε μαλάκα, πού πας, και τον κουνούσα, και ο πόνος από πάνω μου δεν έφευγε, ο σωματικός, σωματικός πόνος, κοίταξα τα χέρια μου, τα πόδια μου, ήταν τα εγκαύματα παντού, παντού πάνω μου. Τους κοίταξα, κοίταξα το πλήθος, είχαν τώρα κάνει κύκλο, γιατρός δεν υπήρχε, και φώναξα, τότε φώναξα, είπα, τι κοιτάτε, γαμώ τον χριστό μου, τι κοιτάτε, καριόληδες. Δεύτε λάβετε φως, ρε μαλάκες. Και γέλασα με την ψυχή μου. Δεύτε λάβετε φως, που να με πάρει! 


  Ο γιατρός ήρθε, γονάτισε πάνω απ' το σώμα του Μανώλη κι εγώ βρήκα την ευκαιρία μου να εξαφανιστώ· ο Μοχά με βρήκε πριν τα καταφέρω. Χρόνος δεν υπήρχε για εξηγήσεις. Μου 'δωσε κάτι πάγους, κάτι επιδέσμους, μα ο πόνος, διάολε, ο πόνος, τα δάκρυα τρέχανε χωρίς να τα ελέγχω, σωματικός πόνος, κι έβηχα, έβηχα βαριά. Με τον Μοχά τρέχαμε, ίσως εκείνος έτρεχε επειδή έτρεχα εγώ, δεν είχε σημασία, διασχίσαμε όλο το μονοπάτι, χειμώνας, ούρλιαζα ή γελούσα, δεν είχε σημασία. 


  Φτάσαμε σύντομα στο μέρος, ήτανε ένα ξέφωτο που μ'άρεσε και πήγαινα συχνά, του είπα πως θα πρέπει να βιαστούμε· γδύθηκα και του ζήτησα να με γαμήσει. Δεν αρνήθηκε. Δάκρυα ατελείωτα. Τελείωσε μέσα μου. Τραβήχτηκε και ξάπλωσε δίπλα μου· του είπα τότε πως θα πρέπει να με θάψει, θα 'ναι καλύτερα εδώ, δίπλα σ' ένα κυπαρίσσι, υπήρχε βλέπεις κι εκείνο το νανούρισμα, μεγάλο σαν ψηλό βουνό, ψηλό σαν κυπαρίσσι, ν' απλώνονται οι κλώνοι του σ' ανατολή και δύση, ήθελα έτσι να κοιμηθώ. Είχα μια ονείρωξη, δεν ήταν δα και πρόβλημα, ήταν άλλωστε η τελευταία μου, να φυτρώσει απ' τ' απομεινάρια μου άλλο ένα δέντρο ψηλό. Είχα ξαφνικά, δεν ξέρω, δεν ξέρω τι μ' έπιασε, άρχισα να μιλάω πολύ, είπα πρώτα για τον Λίβα, είπα, να μην μείνει με τον πατέρα μου, Μοχά, να πας το βράδυ κρυφά ν' ανοίξεις την αυλόπορτα και να τον αφήσεις να φύγει, να μην μείνει μ' αυτόν· δεν ξέρω αν πράγματι το 'κανε. Του 'πα ύστερα και κάτι ιστορίες, δεν είχα και πολλές, μικρή ήμουνα, πολύ μικρή, του είπα, Μοχά, ήσουν ο πρώτος μου, και γέλασα απίστευτα, γέλασα πολύ, και μετά, είχα, τέλος πάντων, είχα πάλι όρεξη, ήθελα πάλι να ζήσω, ήθελα πολύ! Σηκώθηκα όρθια, τα πόδια μου όμως πια δεν με κρατούσανε, ξάπλωσα ξανά. Σύρθηκα ως το δέντρο, εκείνο το κυπαρίσσι που έλεγα, τέλος πάντων.. Αφηγήθηκα όλη την ιστορία της ζωής μου. Είπα, Μοχά, είσαι τώρα ο καλύτερός μου φίλος! Και γέλασα διπλά. 


  Ήτανε, όπως είπα, χειμώνας. Το χώμα στο ξέφωτο ακόμα λασπωμένο απ' τη χθεσινή βροχή, οι ώρες περνούσαν κι εγώ ξαπλωμένη περίμενα το αναπόφευκτο. Σκεφτόμουνα, λοιπόν, αυτό: όταν πλακώνει ο θάνατος, αρχίζει η καταγραφή της ζωής. Κι έτσι κυκλοφορούν τα βιβλία. Αυτό, το είχα διαβάσει, είναι απ' τα γραπτά του Άσιμου. Κλισέ; Γελούσα, γελούσα με όλα, γελούσα και μ'αυτό, ίσως πια όχι φωναχτά, όμως, ναι.. Έλεγα, να λοιπόν, πώς και 'γω, είμαι και 'γω έτσι, τόσο ασήμαντη -και τότε το παρατήρησα· στην αρχή δεν μου 'κανε εντύπωση, όμως, μετά, τέλος πάντων.. Οι πατημασιές, λοιπόν, οι πατημασιές στο χώμα! Ήτανε μόνο από ένα ζευγάρι. Ένα ζευγάρι πόδια. Δεύτερο δεν υπήρχε. ΄

  Είχα έρθει μόνη. 
  Οι πιο πολλοί που καταγράφουν την ζωή στον θάνατό της, δεν το ξέρουν, και το νομίζουν αυτό ζωή. Έτσι έλεγε στο βιβλίο. 


 Κανέναν δεν ξανάδα· κανείς δεν ξέρω τι απέγινε. Αν έζησε ο Μανώλης ή όχι. Αν είναι τώρα ελεύθερος ο Λίβας, αν κάπνισε ο πατέρας μου στην κηδεία μου, αν, τελικά, ήτανε η φωτιά αυτοχειρία. Μόνο ο Μοχά, κάποτε, κάποια στιγμή, ήρθε κι άφησε στις ρίζες μου, μωβ κι άσπρα λουλούδια. 





https://www.youtube.com/watch?v=awYm_pDO4WI 

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

la fête triste

η ζωή μου 
είναι
μια γιορτή θλιμμένη 


.
.
.
.
.

η ζωή μου 
είναι 
μια θλίψη γιορτινή 






https://www.youtube.com/watch?v=Rfxf8PQi5B4&index=22&list=PLhtxTkD8uZ6VLWcaG1uyPVgGMmhWGirsK

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

η γυναίκα με τα άσπρα μαλλιά που κάθεται στο παγκάκι κάθε μεσημέρι και ρωτάει τους περαστικούς αν είναι περασμένες δώδεκα

 Αυτό που μου λείπει είναι μάλλον ένα μπαλκονάκι· ίσα δυο τετραγωνικά μέτρα, να βάζω κάθε μεσημέρι την καρέκλα μου, ν' απλώνω τα πόδια στα κάγκελα και να χαζεύω τον κόσμο που περνά. Το σπίτι που έμενα μικρή, είχε μπαλκόνι περιμετρικά· ήταν φανταστικό· με την πανοραμική όψη του κόσμου μπορείς να παίξεις όλων των ειδών τα παιχνίδια. Αυτό θυμάμαι. Ήταν κάτι παιχνίδια, έπρεπε κάπως να τρέχουμε και κάπως να γελάμε· θυμάμαι πως μια μέρα όμως είχα γλιστρίσει κι είχα χτυπήσει στο κεφάλι, να, εδώ πίσω, και είχα λιγάκι ζαλιστεί. Ορίστε, θυμάμαι και αυτό.. Δεν έχει σημασία; Δεν πειράζει. Αυτό το μπαλκόνι για εμένα είναι εκείνος ο πόνος βαθιά μέσα στο κεφάλι μου. Θέλω να πω, αυτό είναι το κέντρο βάρους γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλες οι μνήμες. Έτσι δεν γίνεται με όλα; Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι. Μετά, έρχονται κι άλλα.. Τι άλλα. Να, μία φορά, ας πούμε- λοιπόν, κάτσε, θα σου πω ολόκληρη την ιστορία- 


 Μου είπε ότι δεν χρειάζεται να πω ολόκληρη την ιστορία. Γιατί; Ποιος δεν το χρειάζεται; Το χρειάζομαι εγώ, χρειάζομαι να τα πω όλα, με όλους τους τρόπους, όπως συνέβησαν, όπως τα βίωσα και όπως τα σκέφτηκα. 

 Πήγαινα έκτη δημοτικού. Ήταν η πρώτη συνεδρία, πρώτη φορά με έστελναν στον γιατρό. Εγώ ντρεπόμουν, είχα βάλει την αγαπημένη μου μπλούζα· ήταν, νομίζω, άνοιξη. Τέλος πάντων, εκείνη την εποχή με πήγαιναν απ' τον έναν γιατρό στον άλλο, εγώ παραπονιόμουν συνέχεια για κάποια αρρώστια που υποτίθεται είχα και έμενα στο κρεβάτι, κι αφού όλοι με είχαν βρει απόλυτα υγιή, τελικά πήγαμε εκεί. Στον ψυχολόγο. Θυμάμαι ότι την έλεγαν Στέλλα, το θυμάμαι χαρακτηριστικά γιατί τότε είχα σκεφτεί πως Στέλλα λέγαν και την κοπέλα που καθόταν πίσω μου στο σχολείο, 


 Να αποφύγω τις λεπτομέρειες, εντάξει, εντάξει


 Στ' αλήθεια, δεν μ' αρέσει αυτό το μέρος. Οι τοίχοι είναι πολύ άσπροι και τα χαμόγελα πολύ στενά. 


 Τέλος πάντων, αυτό που ήθελα να σου πω, είναι πως τότε, ήταν η πρώτη συνεδρία, τοτε, η γιατρός με είχε βάλει να της ζωγραφίσω πού ακριβώς πονάω. Και πώς. Πώς πονάω. Το σχέδιο ήταν άθλιο και χρειάστηκε να της εξηγήσω, πως πάνω στην καρδιά μου υπάρχει ένα χταπόδι, τυλιγμένο, και την τραβάει συνέχεια βαθιά, προς το στομάχι. 

 Τι; Όχι, είχαμε φύγει από το σπίτι με το περιμετρικό μπαλκόνι. Ήμασταν στην Αθήνα τότε. Ναι, το καλοκαίρι που τελείωσα την πέμπτη δημοτικού. Από εκείνο το καλοκαίρι, στην Αθήνα. Ναι. Δεν φύγαμε ποτέ, όχι. Δηλαδή, μέχρι που έφυγα εγώ.. Τον Σεπτέμβρη του '98. Όχι, δεν μαλώσαμε. Απλά έφυγα. Έβλεπα όλους τους γνωστούς μου να φεύγουν, και έφυγα και εγώ. 


 Και πήγα εκεί, ναι. 
 
   Νοίκιασα ένα σπίτι με κήπο, ήταν μονοκατοικία, μου άρεσε πολύ. Ήταν βέβαια μεγάλη αλλαγή. Έπιασα μία δουλειά, δεν είχα σπουδάσει αλλά τότε ήταν αλλιώς, πιο άνετα.. Σχολούσα τη νύχτα, αργά. Στο δρόμο γυρνώντας διάλεγα τα στενά που ήξερα πως κοιμούνταν τα σκυλιά. Περνώντας ήξερα πως θα ξυπνούσαν.. Κι επειδή τα τάιζα -ναι, τα τάιζα καμιά φορά, ξέρεις, τα αποφάγια- με ξέρανε, τη μυρωδιά μου, και με συνόδευαν.. Α, είχε δαγκώσει ένα σκυλί τον αδερφό μου, όταν ήμασταν μικροί, ναι. Τώρα, πώς να στο πω, τον είχε δαγκώσει χαμηλά, κάτω απ' τη μέση.. Στον ποπό, ναι. Με συγχωρείς για την έκφραση. Ναι, λοιπόν, δεν είχε τρομάξει, ίσως λίγο, δεν το παραδέχτηκε πάντως. Εμείς γελούσαμε, γιατί να μην γελάμε, αφού σου λέω τον δάγκωσε στον κω- στον ποπό, ήταν αστείο. 

 Φίλους; 


 Μετά γνώρισα τον.. Ναι, αυτόν. Ήταν πελάτης στο μαγαζί που δούλευα, ερχόταν συχνά, μετά από καιρό άρχισε να με φλερτάρει, ας πούμε. Κολακεύτηκα, ναι, βέβαια. Παντρευτήκαμε το 2002. Εκεί, ναι. Νοικιάσαμε άλλο σπίτι. Μαζί. Ήταν διώροφο, είχαμε μεγάλες προσδοκίες. (Γελάκι) ναι.. Πρώτη φορά συνέβη μετά τον γάμο, ωω, ναι, πολύ μετά τον γάμο. Δεν θυμάμαι, είχε εκνευριστεί για κάτι, κάπως έτσι, και εγώ είχα εκνευριστεί, για άλλους λόγους, δεν ήταν πάντως κάτι σοβαρό. Ήμουν πάντα διακριτική, ήμουν σίγουρα διακριτική. Δεν τον προσέβαλα, όχι. Τίποτα, σου λέω, ήταν εκνευρισμένος ήδη.. Και ήρθε σπίτι με τέτοια νεύρα.. Α, ναι, ήταν ευέξαπτος, ναι, αυτό το ξέρω. Και ανυπόμονος, ναι, και αυτό το ήξερα, από πριν παντρευτούμε το ήξερα. Βέβαια. Τέλος πάντων, τότε, ναι, τίποτα, απλά μιλούσαμε, και μετά ξαφνικά φωνάζαμε, και μετά ήμουν στο πάτωμα και το κεφάλι μου πονούσε. Πονούσε όπως τότε που είχα πέσει, στο μπαλκόνι, τότε, που σου είπα, ναι. Και είχα στη γλώσσα μου αυτή την γεύση, πώς να στο πω, είναι λες και αυτού του είδους οι πονοκέφαλοι, αυτός ο πόνος από την κρούση, να έχει συγκεκριμένη γεύση. Δεν ξέρω αν εσύ.. 

 Πολλές φορές μετά. Πολλές. Τις σημείωνα σε ένα τετράδιο, κάθε φορά τραβούσα μία γραμμούλα. Δεν το έχω πια, το πέταξα. Να μην το βλέπω. 

 Το διαζύγιο δεν το πήρα, το απαίτησα. Μαζί με άλλες δικαστικές διαδικασίες. Πήγα και βρήκα τον αδερφό μου, του ομολόγησα τι συνέβαινε τόσο καιρό, ήταν μεγάλο ταξίδι και αναγκάστηκα να πω ψέματα πως ήταν η μάνα μου άρρωστη και έπρεπε να κατέβω στην Αθήνα. Όταν τα 'μαθε όλα ο αδερφός μου, αποφάσισε να γυρίσει μαζί μου εκεί. Στο σπίτι μου. Εκείνη η μέρα ήταν η τελευταία που είδα τον άντρα μου. Τον πρώην, δηλαδή. 

 Σου είπα, μου λείπει ένα μπαλκονάκι.. 

 Θα ήθελα μια μέρα να τον βρω ξανά και να τον ρωτήσω τι στ' αλήθεια ήθελε τότε από εμένα. 

 Μετά τα πράγματα δυσκόλεψαν, ίσως και ποτέ να μην υπήρξαν ξανά εύκολα, σίγουρα ποτέ δεν βίωσα ξανά μια εποχή τόσο διαυγή όσο εκείνη στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων. Στο πρώτο σπίτι, πριν κατέβουμε στην Αθήνα. Με το περιμετρικό μπακόνι. Το σπίτι στην Αθήνα είχε κι εκείνο ένα μπαλκονάκι· είχε θέα τα μπαλκόνια των γειτόνων, μία ατέλειωτη θέα από ατέλειωτα μπαλκόνια, και είχαν όλα τους τα παντζούρια κλειστά. Κοίτα, θα σου πω, εγώ θεωρούσα για πολλά χρόνια πως η θλίψη είναι εξωτερική, εξωτερικός παράγοντας, πως υπάρχει, όπως υπάρχει ο καλός και ο κακός καιρός. Αστείο δεν ακούγεται; Τέλος πάντων, έχεις δίκιο, συγγνώμη. Έλεγα για τότε. Ναι. Λοιπόν, όταν τακτοποιήθηκαν τα πράγματα, ο αδερφός μου έφυγε ξανά. Εγώ όμως είχα ήδη.. δεν ξέρω.. Έμεινα εκεί. Και τώρα θα σου πω..λοιπόν, δες. Συνέχισα την δουλειά σ' εκείνο το μαγαζί κανονικά. Ένα βράδυ γυρνούσα, ήμουν πολύ κουρασμένη, και, αφηρημένη, πήρα τον δρόμο για το παλιό μου σπίτι. Εκεί που μέναμε, ξέρεις, με τον άντρα μου. Πήγα εκεί. Έφτασα χωρίς να το καταλάβω. Μπαίνοντας στο στενό μας, συνειδητοποίησα που είμαι, κι έκανα να φύγω, αλλά.. Κοίτα, το ξέρω πως θα ακουστεί περίεργο, όμως, τότε, τέλος πάντων, μου φάνηκε πως τότε άκουσα μία φωνή. Κραυγή, ας πούμε. Έστησα αυτί. Και τότε κατάλαβα πως ήταν η δική μου. Ήμουν μέσα στο σπίτι, στο παλιό μας σπίτι, και φώναζα βοήθεια. Την είχα πολύ ανάγκη, φώναζα σαν τρελή, κάποιος με χτυπούσε, με πονούσε πολύ, φώναζα πως θα με σκοτώσει. Και τότε, ακούγοντας εγώ αυτήν την κραυγή, έτρεξα στο σπίτι -εννοώ το παλιό, το γαμήλιο σπίτι- και χτυπούσα την πόρτα, τα παράθυρα, ούρλιαζα, δεν θυμάμαι και τι έλεγα, και τότε μου άνοιξε μια γυναίκα, φορούσε το νυχτικό της, την έπιασα από τα μπράτσα και τη ρώτησα αν είναι εντάξει, αν χρειάζεται κάτι.. Έκλαιγα, νομίζω πως έκλαιγα, ούτε και τώρα είμαι σίγουρη, μπήκα μέσα στο σπίτι χωρίς να την ρωτήσω, και έψαχνα σαν τρελή.. Κάτι. Δεν ξέρω, δεν ξέρω τώρα τι περίμενα να δω, αν περίμενα να δω εμένα. Τέλος πάντων, καταλαβαίνεις πως, αυτές οι κραυγές δεν υπήρξαν. Μόνο εγώ τις άκουγα. Η γυναίκα κάλεσε την αστυνομία και η αστυνομία κάλεσε τον αδερφό μου.

  Δεν τον κατηγορώ, όχι. Κανέναν δεν κατηγορώ. Θέλω να πω, για την αρρώστια μου, δεν κατηγορώ· τα συμβάντα όμως καμιά σχέση δεν έχουν με την ασθένεια. Για τα γεγονότα, προφανώς έχω μοιράσει τις ευθύνες. Καθένας έπαιξε τον ρόλο που του άρμοζε, σ' αυτήν την μικρή παρωδία της ζωής μου. Το αστείο άλλωστε ήταν στημένο εξαρχής. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, θα 'χε συμβεί κάτι άλλο. 

 Έρχεται τώρα εκείνη η γυναίκα, τώρα που σου μιλάω, και με ρωτάει αν είμαι εντάξει, αν χρειάζομαι κάτι. Πάντα ρωτάει αν είμαι εντάξει και αν χρειάζομαι κάτι. Μου λέει καληνύχτα πριν κλείσει την πόρτα, τα φώτα εδώ κλείνουν συγκεκριμένη ώρα και είναι η ώρα που πρέπει να κοιμηθείς. Κοιμάμαι πάντα από το αριστερό πλευρό, έτσι που η πλάτη μου να ακουμπά στον τοίχο, μόνο έτσι, μόνο έτσι με παίρνει ο ύπνος. Αλλιώς, έχω την αίσθηση πως κάποιος θα ρθει μες στο σκοτάδι, και θα μου καρφώσει ένα μαχαίρι στην πλάτη. 

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

φιάλη #3

 Όπως σου το είπα, κοινωνία άπιστη, με τα βλέφαρα κλειστά περιμένω, μα όχι, όσο κι αν φαίνεται, όσο κι αν ακίνητο μοιάζει αυτό το σώμα καθώς κείτεται στο λευκό κρεβάτι, όχι, κοινωνία μου αφέντρα, εγώ δεν αδράνησα, κάθε σταγόνα ήταν για μένα ένα λιθάρι, γιγάντιο, γιγάντιο λιθάρι στην πλάτη, κι εγώ έπρεπε να το κουβαλήσω ως την κορυφή του βουνού που έστεισες για μένα, κι έπειτα να διασχίσω το μονοπάτι ως τους πρόποδες. Για να μου στήσεις στην πλάτη το επόμενο λιθάρι, την επόμενη σταγόνα. Κι εγώ δεχόμουν, κοινωνία πλανεύτρα, δολοπλόκα, γιατί με έπεισες με τέχνη πως έτσι θα φτάσω κάποτε τον ουρανό. Μα τα 'μαθα τα ψέματα και διάβασα τις λέξεις που έκρυβες κάτω απ' την γλώσσα, και τώρα πια ξέρω, κοινωνία αβυσσαλέα. Χρειάστηκαν τρεις φιάλες αίμα, μα άνοιξα τα βλέφαρα. Δεν θα μείνω όμως να σε κοιτάζω καθώς γλύφεις τις πληγές που μόνη χάραξες, κοινωνία καταχθόνια, κι ούτε θα υπογράψω το χαρτί της απολογίας που σύνταξες για μένα. Αυτό δεν ήταν αυτοχειρία. Σου χαρίζω το ξυράφι μου, κοινωνία μου αγαπημένη. Το χέρι που το κράτησε ενώ με χάραζε ήταν δικό μου, μα σίγουρα εσύ ζωγράφισες την πορεία του στο σώμα μου. Όταν θα έρθουν για μένα τα δάκρυά σου, κοινωνία ψεύδορκη, να τους πεις πως έφυγα από την πίσω πόρτα. Και με το κεφάλι μου στημένο ψηλά. 



Υ.Γ. Οι Φιάλες γράφτηκαν με προφανή επιρροή από το "Με το καδρόνι στα χέρια" του Μιχάλη Τάτση 

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

φιάλη #2

 Μην μ' αγγίζεις, γιατί με αγγίζεις, κοινωνία αθάνατη, χρειάστηκε πια τόσο να με ρίξεις στην πείνα ώστε να δεχθώ μόνη να καταπιώ τον ωμφάλιο λώρο μου, κοινωνία μνησίκακη, τόσο λίγο πια ντρέπεσαι που με κρέμασες ανάποδα απ' το δέντρο των ευχών μου; Κι εγώ που τόσο θρασύτατα φώναζα -και το πίστευα βαθιά- πως είμαι ο ανθός του τώρα· κοινωνία δεσπόζουσα, δεσπόζουσα όπως κυριαρχείς στον κουρασμένο αυχένα μου, ο ανθός που ήμουν πια μαράθηκε και μ' αυτόν έπλεξες το στεφάνι που έστειλες στην κηδεία μου. Κοινωνία αιωνόβια, πώς με σένα να τα βάλουν τα νεκρωμένα μάτια μου. Μα δεν θρηνώ πια, δεν θρηνώ τους νεκρούς μου. Παρά μόνο με κλειστά τα βλέφαρα περιμένω.  

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

φιάλη #1

  Με σέρνεις στη φωτιά κι έπειτα μου προσφέρεις την στάχτη που σου ζήτησα, κοινωνία ανάλγητη, λες και τόλμησα ποτέ ν' αγνοήσω πως οποιαδήποτε πράξη έχει το προσωπικό της αντίτιμο, κοινωνία αμόλυντη, άθικτη από το πέρασμα της οργισμένης σάρκας μου, πόση ψευδαίσθηση άραγε με τάισες για να κοιμάσαι ήσυχη τα βράδια, κοινωνία φιλήδονη, ασελγής, πώς τολμάς να με πληγώνεις με τα βέλη που σου έριξα, κοινωνία λαίμαργη, με τα θρύψαλλα του καθρέφτη που κατάφερα να σπάσω τώρα στο σώμα μου πληγές δικές σου χαράζεις, πώς, πώς εγώ τέτοιο αίμα να χύσω, πώς να μην ακούν οι γείτονες που τη νύχτα ουρλιάζω, κοινωνία ζηλόφθονη, άπληστη, με κομμένα τα χέρια μου ζητάς ν' αγκαλιάσω, ν' αγκαλιάσω τι, αφού τα πάντα ρούφηξες κοινωνία λαίμαργη, αφού τα πάντα θέλησες και τα πάντα μου πήρες


 κι εγώ η τρελή, εγώ, πώς την στάχτη σου ζητάω και σ' αυτήν ελπίζω, αφού ξέρω πως προσάναμμα θα βάλεις τα παιδιά μου

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

παραμυθάκι σε σχήμα παζλ

 Υπάρχει αυτό το μπαλκόνι, δεύτερος όροφος, θέα σε χαμηλά σπίτια, τέσσερις όροφοι το πολύ, στενός δρόμος, ίσα-ίσα να περνάει ένα αμάξι. Υπάρχουν οι τέσσερις καρέκλες, διαφορετικού τύπου, μία πλαστική, μία ξύλινη, μία καφενείου, ένα σκαμπό. Και ένα τραπέζι, πλαστικό, φθηνό. Υπάρχει η γάτα, και μία γλάστρα με κάτι νεκρό. Η γάτα ξαπλώνει στην γλάστρα δίπλα στο νεκρό φυτό, ξαπλώνει και στην καρέκλα του καφενείου. Υπάρχει αυτό το μπαλκόνι, έχει πάντα τα παντζούρια ανοιχτά, μέρα - νύχτα και χειμώνα - καλοκαίρι, τα παντζούρια δεν κλείνουν, και στο μπαλκόνι υπάρχει πάντα κάποιος, κάποιος που ήταν ή κάποιος που είναι, ένας άνθρωπος ή η γάτα ή το νεκρό φυτό. Ο χρόνος στάζει πάνω στο μάρμαρο. Είναι πρωί, το παράθυρο ανοίγει, βγαίνουν δύο παιδικά πόδια, δύο παιδικά μάτια, δυο παιδικά χέρια, κρατάνε ένα ποτήρι με νερό, το αδειάζουν μέσα στη γλάστρα με το νεκρό φυτό, χαϊδεύουν την γάτα, φεύγουν. Νυχτώνει, ξημερώνει, τα παιδικά χέρια ξανά, το ποτήρι με το νερό, στη γλάστρα, τα χέρια στην γάτα, φεύγουν. Ο χρόνος στάζει μαζί με το νερό στην γλάστρα. Είναι απόγευμα, τα παιδικά χέρια γίνονται τέσσερα, το ίδιο τα μάτια και τα πόδια, μα το ποτήρι νερό είναι ένα, φτάνει στην γλάστρα. Ο χρόνος στάζει. Είναι πρωί, η γάτα δεν υπάρχει πια. Το ένα ζευγάρι πόδια είναι νούμερο 37 και το άλλο 32. Το ένα στόμα μιλάει. Λέει καλημέρα. Το άλλο στόμα μουρμουρίζει το ίδιο. Υπάρχει ένα τρίτο στόμα, όχι στο μπαλκόνι, κάπου βαθύτερα, φωνάζει τα άλλα δύο, φεύγουν. 


 Υπάρχει αυτός ο πολύ, πολύ στενός δρόμος, ίσα-ίσα να περνάει ένα αμάξι. Υπάρχουν γύρω αυτά τα χαμηλά σπίτια, τέσσερις όροφοι το πολύ, και ένα συγκεκριμένο μπαλκόνι, δεύτερος όροφος. Καμιά φορά, στο κάγκελο του μπαλκονιού υπάρχει μία γάτα. Υπάρχουν δύο μηχανάκια παρκαρισμένα στην άκρη του δρόμου. Υπάρχουν σπάνια περαστικοί. Υπάρχουν και δύο χέρια, δύο πόδια, δύο μάτια, γερασμένα, μία ταυτότητα που λέει τόπο γέννησης: τάδε, έτος: τάδε, πατρώνυμο: Τάδε, φύλο: θήλυ. Τα χέρια κρατάνε μία φωτογραφία. Υπάρχει μία τσέπη, η τσέπη έχει μέσα κλειδιά, κινητό. Υπάρχει η αναμονή και η αγωνία. Υπάρχει ένα καπέλο πάνω στο κεφάλι. Ο χρόνος στάζει πάνω στο καπέλο. Αργά. Το κεφάλι κοιτάζει ψηλά, στο μπαλκόνι. Κοιτάζει και στην πόρτα. Ο χρόνος στάζει. Το κεφάλι φεύγει. 

 Υπάρχει ένας άνδρας και μία γυναίκα. Υπάρχει μία κρεβατοκάμαρα, ευρύχωρη. Υπάρχουν δύο παιδιά, αγόρια, ο μικρός και ο μεγάλος. Ο μικρός φοράει νούμερο 32, ο μεγάλος 37. Υπάρχει ένα μπαλκόνι. Ένας καναπές, μία τηλεόραση, δύο πολυθρόνες. Ο καναπές είναι σκισμένος στο πλάι. Υπάρχει ένας επισκέπτης, ο επισκέπτης ρωτάει, τι έπαθε ο καναπές; Ο άνδρας απαντάει: είχαμε μία γάτα.. Ο χρόνος στάζει πάνω στη μύτη του μικρού αγοριού. 

 Το κεφάλι έφυγε και δεν κατάφερε να μην ξαναγυρίσει. Κοιτάζει το μπαλκόνι. Κρατάει την φωτογραφία. Τα αυτιά ακούνε και το μυαλό καταλαβαίνει. Κάποιος κλείνει την πόρτα, κατεβαίνει τις σκάλες. Τα πόδια βιάζονται, η καρδιά χτυπάει. Φεύγουν. 

 Γυναικεία χέρια δένουν τα παπούτσια νούμερο 32. Τα παπούτσια νούμερο 37 δένονται από παιδικά χέρια. Υπάρχουν δύο σχολικές τσάντες. Υπάρχει ο ήχος από το φερμουάρ που κλείνει. Μία παιδική φωνή ρωτάει: Εσένα ποιος σε πήγαινε στο σχολείο; Αφού δεν είχες μαμά. Υπάρχει η σιωπή. Η πόρτα κλείνει, τα σώματα χάνονται πίσω της. Η απάντηση υπάρχει, αλλά δεν εμφανίζεται. Κρύβεται κάτω από την γλώσσα. Ήχος από πόδια που κατεβαίνουν τις σκάλες. 

 Υπάρχει ένα λευκό πληκτρολόγιο. Το βαρούν νυσταγμένα τα γυναικεία χέρια. Από τα αυτιά κρέμονται ασημένια σκουλαρίκια. Τα χέρια τα χαϊδεύουν νοσταλγικά. Υπάρχει μία ανάμνηση· τα σκουλαρίκια ν' ανταλλάσσουν χέρια· από ανδρικά σε γυναικεία· σ' εκείνο το κόκκινο σακουλάκι. Στο τέταρτο δάχτυλο του ανδρικού χεριού υπάρχει ένα χρυσό δαχτυλίδι. Τα γυναικεία χέρια είναι πολύ, πολύ πιο νέα. Η ανάμνηση λιώνει. Ο ήχος ακούγεται σαν από βαθιά: αυτά ήτανε της μάνας σου. Της μάνας σου. 

 Ο άνδρας υπάρχει, σαν αχνή ύπαρξη, θολή, σαν εικόνα με παράσιτα. 

 Στο τραπέζι της κουζίνας περιμένει ένα σημείωμα. Υπάρχει η υπογραφή της δασκάλας και το όνομα του μεγάλου αγοριού. Τα μάτια του άνδρα περπατάνε πάνω στο χαρτί. Το μέτωπο κοκκινίζει. Υπάρχει ο ήχος από κάτι που σπάει κι από μια πόρτα που κλείνει βροντερά. Τα παπούτσια νούμερο 38 περιμένουν. Το κεφάλι δεν έχει ιδέα τι να κάνει. Τα παπούτσια νούμερο 33 κρύβονται κάτω από το γραφείο· αυτά τα μάτια δεν είναι ούτε θεατές, ούτε ηθοποιοί· μεταφράζουν τα πάντα. Μεταφράζουν. 

 Υπάρχει εκείνο το τηλέφωνο που ποτέ δεν χτυπάει. Οι μώλωπες σε παιδικά γόνατα είναι σημάδι χαρούμενης εποχής· όμως οι μώλωπες στα παιδικά μπράτσα είναι σημάδι βίας. Ο επισκέπτης δεν ξέρει τι να συμπεράνει. Υπάρχει η τηλεόραση· πάντοτε αναμμένη, ενίοτε χωρίς ένταση· είναι πάντα εκεί, πάντα, όπως τα πράγματα που είναι ενίοτε ξεχασμένα όμως δεν παύουν να είναι, όπως ο θάνατος, όπως η ζωή. Το καλοκαίρι φυσάει μέσα απ' τις κουρτίνες· οι κουρτίνες φουσκώνουν. Για τα παιδικά μάτια, πίσω από τις κουρτίνες υπάρχει ένα φάντασμα. Για τον επισκέπτη, πίσω από τις κουρτίνες υπάρχει ο αέρας. Και οι δύο θεωρούν πως ο άλλος είναι ηλίθιος που δεν αντιλαμβάνεται το γεγονός. Ο επισκέπτης ρωτάει πού είναι η μητέρα. Δεν ξέρουν· λένε: στην δουλειά. 

 Ο επισκέπτης αποφασίζει πως είναι υπερβολικός. Διασχίζει το στενό με τα χέρια στις τσέπες. Ο χρόνος στάζει πίσω του, βιαστικός.



  
  Το ένα ζευγάρι παπούτσια είναι 45, το άλλο 40. Στο τραπέζι υπάρχει αλκοόλ, τσιγάρα. Οι φωνές ηχούν περίεργα ενήλικες. Υπάρχει αυτό το μπαλκόνι· υπάρχει η καρέκλα του καφενείου. Δεν υπάρχουν δάκρυα· δεν υπάρχει θλίψη. Αυτός ο θάνατος έφερε μόνο ανακούφιση. Αυτά τα στόματα ήταν πάντα σιωπηλά· μα αυτά τα στόματα τώρα δεν σταματούν να μιλάνε. Υπάρχει πάντα αυτή η λέξη: θυμάσαι. 
  

 Υπάρχει το σπίτι· υπάρχουν τα παπούτσια νούμερο 45 και τα παπούτσια νούμερο 40. Ο άνδρας και η γυναίκα δεν υπάρχουν πια. Όπως δεν υπάρχει εκείνη η γάτα, εκείνη η πλαστική καρέκλα, εκείνος ο καναπές. Η πόρτα του μεγάλου υπνοδωματίου ανοίγει. Εκεί, υπάρχουν όλα. Υπάρχουν οι ερωτήσεις, υπάρχουν οι απαντήσεις. Ο άνδρας έχει ταυτότητα, κλειδιά ενός γραφείου, κλειδιά ενός αυτοκινήτου, εισιτήρια, υπάρχουν ονόματα άγνωστων γυναικών, υπάρχουν χρήματα. Η γυναίκα είχε σημειώσεις, χάπια. Φωτογραφίες. Υπάρχει ένα πρόσωπο περίπου άγνωστο και περίπου γνωστό. Ο χρόνος είναι νεκρός· τα δύο ζευγάρια μάτια καταπίνουν το γνώριμο πρόσωπο της φωτογραφίας· η ανάμνηση υπάρχει· είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο. Το ξετυλίγουν με υπομονή. Στο τέλος του, υπάρχει εκείνος ο δρόμος. Το στενό, τα χαμηλά σπίτια, η είσοδος του σπιτιού. Εκείνα τα μηχανάκια. Υπάρχουν εκείνα τα χέρια, τα πόδια, τα γερασμένα χέρια και πόδια, και εκείνο το καπέλο. Το καπέλο καλύπτει το πρόσωπο· είναι το πρόσωπο της φωτογραφίας.

 Ο χρόνος παραμένει νεκρός. Υπάρχει ο ήχος από φερμουάρ που κλείνουν. Η πόρτα κλείνει και τα σώματα χάνονται πίσω της. Υπάρχει το πονηρό, φθινοπωρινό κρύο. Τα σώματα αποχαιρετιούνται άτσαλα. Ο μεγάλος σκέφτεται: τόσος πολύς νόστος, τόσο λίγο άλγος. Δεν μιλάει. Υπάρχει η αμηχανία, το κενό. Δεν υπόσχονται να ξαναβρεθούν. Τα παπούτσια νούμερο 40 έστριψαν δεξιά. Τα παπούτσια νούμερο 45 έστριψαν αριστερά. 

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

σερετονίνη για καλοφαγάδες

 Τέσσερις και έξι, φαντάζομαι πως σιδερώνω όλες τις φορές φέτος που ήταν νύχτα και γελούσα, ή πως ξεφλουδίζω τον ουρανό με το νύχι του μικρού μου δαχτύλου. Τα χέρια μου είναι σαν αποκολλημένα από το υπόλοιπο σώμα, και στον πάγκο της κουζίνας μου ξεπαγώνει υπομονετικά ένα κουτί με άσκοπες συναναστροφές που φρόντισα να φυλάξω για όταν ξεμείνω. Αναρωτιέμαι πόση ώρα θα κρατήσει αυτή η αναμονή. Έχω έναν ελαφρύ πονόκοιλο· η μιζέρια με βαράει στο συκώτι· το είχαμε πει έτσι κι αλλιώς πως αυτός ο αιώνας θέλει γερό στομάχι. Θα μπορούσα να την ξεράσω, αλλά αντιπαθώ πολύ τους εμετούς. Ειδικά τους δικούς μου. Σε κάθε περίπτωση, έχω σκεφτεί όλες τις εναλλακτικές· και τις απέρριψα όλες ώσπου να φτάσω εδώ. Απέναντι μου κρέμεται ένα κάδρο· αρκετά κοινότυπο· η εμμονή της μνήμης του Νταλί. Ωραίο κάδρο· ωραίος κι ο Νταλί· είχα διαβάσει πως έτρωγε κίτρινο χρώμα για να γίνει χαρούμενος· μπορεί βέβαια να λέω και βλακείες. Απ' έξω ακούγονται χειροκροτήματα. Γελάω. Υπάρχει άραγε καλύτερη περιγραφή της ηττοπάθειας από το χειροκρότημα; Σιγουρεύτηκα μια μέρα που είδα τυχαία κάτι γέρους να χειροκροτούν μπροστά σε μία τηλεόραση. Τέσσερις και εφτά. Αν φορούσα γραβάτα, θα την χαλάρωνα. Δεν ήθελα ποτέ να γεράσω. Οι άνθρωποι άνω των εξήντα μου φαινόντουσαν αποκρουστικοί. Έχει πλάκα αυτό· τώρα μόνο συνειδητοποιώ πως, το γεγονός να είσαι ζωντανός ίσως είναι πολύ ασήμαντο σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους -που είναι εξίσου ζωντανοί με εσένα- αλλά έχει ταυτόχρονα βαρύτατη προσωπική σημασία. Προσωπική και μοναδική· που δεν μοιράζεται. Είναι αργά για τέτοια όμως. Τέσσερις και εφτά και είκοσι. Το σώμα φαντάζει εξαιρετικά γνώριμο, εκτός από τις στιγμές που το κοιτάζεις. Έχω τα δάχτυλα του πατέρα μου και την μέση της μάνας μου. Όμως το σημαντικότερο πράγμα που κληρονόμησα κι απ' τους δύο, είναι οι αμαρτίες τους. Όπως όλοι. Γι' αυτό άλλωστε "τα καλύτερα παιδιά είναι αυτά που σε κάνουν να ξεχνάς τον πατέρα τους". Σκέφτομαι τους ανθρώπους που με περιμένουν, αλλά εγώ δεν θα πάω· και όλους εκείνους που περιμένω, αλλά δεν θα έρθουν. Σκέφτομαι και εκείνο το ποίημα· δεν πεινάω, δεν πονάω, δεν βρωμάω. Ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω. Τέσσερις και εφτά και μισό. Χειροκροτήματα ξανά. Αυτή είναι η πιο τραγελαφική απάντηση στην φάρσα που έστησα στον εαυτό μου. Ίσως να χειροκροτούν για μένα. Αυτή η σκέψη μου προκαλεί έναν περίεργο ενθουσιασμό· δεν έχουν ποτέ χειροκροτήσει για μένα. Ψέματα- μία φορά μόνο. Είχε πεθάνει η γιαγιά μου, ήταν Μάρτης του 2003 και τότε είδα νεκρό άνθρωπο πρώτη φορά. Ήταν παγωμένη, λευκή και ακίνητη. Αυτό ήταν όλο. Η μάνα μου είχε γράψει έναν λόγο, κάτι τέτοιο, ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα για την κηδεία, αλλά δεν άντεχε, λέει, να τον εκφωνήσει η ίδια. Μου ζήτησε να το κάνω εγώ. Ήταν απλοϊκός λόγος· αγαπημένη μας μητέρα, αυτές είναι οι τελευταίες λέξεις που.. Έλεγε τις κοινότυπες βλακείες: πως η ζωή είναι ένα ταξίδι που κάποτε τελειώνει και κάτι για την Ιθάκη και τον προορισμό και κάτι για τον παράδεισο. Διάολε, τι μεγάλο ανέκδοτο κι αυτός ο παράδεισος! Στο τέλος, όλοι χειροκρότησαν κι εγώ δεν ήμουν σίγουρη αν έπρεπε να υποκλιθώ ή όχι. Τέσσερις και εφτά και σαράντα. Θυμήθηκα τον παππού μου· ήταν ο μόνος συγγενής μου που συμπαθούσα ειλικρινά· τη μέρα που πέθανε η γιαγιά μου, με είχε πάρει παράμερα και μου 'λεγε κι εκείνος τα δικά του· κάτι για την ζωή, πως είναι σαν την θάλασσα, με τα κύματα και τις φουρτούνες και τις καλοσύνες, κι ότι εμείς την διασχίζουμε κάθετα -κάθετα, όχι οριζόντια- και τα λοιπά, και τα λοιπά. Δεν είπε τίποτα για παράδεισο· είπε απλώς ότι στον πάτο αυτής της θάλασσας φτάνεις μόνο πνιγμένος. Τέσσερις και οχτώ. Είναι σαν να βλέπω ένα απόκοσμο όνειρο· και σίγουρα δεν ισχύει αυτή η φήμη πως βλέπεις μία ταινία με τις καλύτερες στιγμές της ζωής σου να περνάει από μπροστά σου. Οι άνθρωποι κατασκευάζουν απίστευτα πράγματα για να παρηγορηθούν για το μέλλον που τους περιμένει. Και για το παρόν που τους βασανίζει. Όπως το 1999 που σκοτώθηκε εκείνο το παιδί στη γειτονιά· η αδερφή του ανέβαινε στην ταράτσα κάθε τόσο και φώναζε το όνομά του. Την έπιασε η μάνα της και την έσπασε στο ξύλο· τι σκατά κάνεις, της λέει· κι εκείνη απάντησε πως του φωνάζει, για να ακούσει απ' τον ουρανό και να κατέβει. Σκέφτομαι πως θα 'ταν ωραία να χτυπούσε τώρα ένα ξυπνητήρι, το ξυπνητήρι μου· να ξυπνήσω και να 'ναι ακόμα 1999. Θα 'ταν στ' αλήθεια ωραία. Τέσσερις και οχτώ και δέκα δεύτερα. Η ζάλη ήρθε πάνω στην ώρα που είχα αρχίσει να μετανιώνω. Γύρισα το κεφάλι δεξιά και κοίταξα τον ολόσωμο καθρέπτη που υπάρχει στο σαλόνι. Ήταν η δεύτερη φορά στην ζωή μου που έβλεπα νεκρό άνθρωπο. 


Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

 Ζούμε όλοι στριμωγμένοι σ' ένα περβάζι:
μια λάθος κίνηση, μια σπρωξιά και.. 

 Στραβοκατάπια. Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Ποια είναι η σωστή απάντηση στο χέρι που ζητιανεύει; Δεν έχω ψιλά; Αφού έχω. Το θέμα είναι ότι δεν έχεις ανάγκη τα ψιλά, και αυτά που έχεις ανάγκη δεν μπορώ να σου τα δώσω. Οπότε, ας σου δώσω τα ψιλά; Μα μην μου ζητήσεις ξανά κι αύριο γιατί δεν θα 'χω να σου δώσω. Κατάλαβες; Και δεν κυριολεκτώ. Θα ήθελα να είμαι όλα αυτά τα μαγικά πράγματα που θα μπορούσα να είμαι. Όλα τα μαγικά και τα ωραία πράγματα. Η γιαγιά μου έλεγε -και το πίστευε βαθιά- πως αν δεις στον ύπνο σου κάποιο δικό σου άνθρωπο νεκρό, αυτό σημαίνει γι' αυτόν μακροζωία κι ευδαιμονία. Σε είχα δει στο λευκό φέρετρο, με το λευκό πουκάμισο, δεν σου πήγαινε καθόλου. Κι άλλωστε το άσπρο είναι για τους δειλούς. Όπως τα παυσίπονα. Ακούς ρε μαλάκα; Τα παυσίπονα είναι για τους δειλούς. Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Και τα παυσίπονα είναι για τους δειλούς. Από τότε που άκουσα αυτό το σκυλί να ουρλιάζει, όλα μου τα τραγούδια μιλάνε για θάνατο. Θυμάται κανείς; Θυμάται κανείς που του το αφηγόμουν; Για εκείνο το σκυλί, ήταν εδώ, εδώ ακριβώς, Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Εδώ ακριβώς. Δίπλα σ' αυτό το κωλονάκι. Εδώ, ήτανε ένα αλουμινόχαρτο, είχε μέσα λίγο τυρί. Τυράκι, κίτρινο, ξέρεις. Και μια λευκή σκόνη. Δίπλα το σκυλί ξαπλωμένο. Ούρλιαζε. Θυμάται κανείς, ρε; Μπορώ, να, έτσι, άμα κλείσω τα μάτια, μπορώ να το ακούσω πάλι. Λοιπόν, αυτό ήτανε ξαπλωμένο και ούρλιαζε. Ούρλιαζε. Και εγώ στεκόμουνα και έχασκα. Σα μαλάκας. Έσκυψα, το πήρα στην αγκαλιά μου, με γέμισε αφρούς και σάλια. Έτρεξα, δεν ήξερα και την πόλη, μόνο βάλθηκα να τρέχω τον δρόμο και να ρωτάω όλους τους περαστικούς, ένα κτηνίατρο, ένα φαρμακείο, πού υπάρχει; Οι οδηγίες ήταν σκατά αλλά το βρήκα. Όταν πάτησα το πόδι μου στο κτηνιατρείο, είχε ήδη ξεψυχήσει. Στα χέρια μου. 
 Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Είχα καθίσει σ' ένα παγκάκι. Μετά που έφυγα από το ιατρείο, είχα καθίσει σ' ένα παγκάκι. Κάπου εδώ, κάπου κοντά στο αλουμινόχαρτο. Με το τυρί. Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Το ξηλώσανε όμως. Το ξέρεις; Το ξέρει κανείς; Το ξηλώσανε το παγκάκι που σε κήδεψα. Αυτό είναι το ξέσπασμά μου. Με σκοτώνεις, κάθε βράδυ με σκοτώνεις. Αυτό το ουρλιαχτό, αυτή η ανάμνηση, αυτή η πουτάνα, κάθε βράδυ, όχι εσύ, αυτή η πουτάνα η ανάμνηση, κάθε βράδυ με σκοτώνει. Το ξέρεις ότι ξηλώσανε το παγκάκι μας; Το ξηλώσανε. Πέρασα ένα απόγευμα και δεν ήτανε πια εκεί. Σχεδόν μπερδεύτηκα και νόμιζα πως ήμουνα σε άλλο δρόμο. Ρώτησα τον περιπτερά, εδώ, του λέω, δεν ήτανε ένα παγκάκι; Αμέ. Το ξηλώσανε σήμερα, έτσι μου είπε. Δεν ήξερε, όμως, γιατί. Έκατσα εκεί και έχασκα σαν τον βλάκα. Όπως τότε. Και του κατέβασα όλη την ιστορία. Για σένα, για το ουρλιαχτό. Για τα σάλια σου στην μπλούζα μου που δεν ήθελα λέει να ξεπλύνω, γιατί ήτανε το μόνο ζωντανό πράγμα που είχε απομείνει από εσένα. Ρώτησα τον περιπτερά, του λέω, εσύ τι πιστεύεις; Φταίω; 
 Αλλά δεν ήξερε. Κανένας δεν ξέρει αν φταίω. Κανένας δεν έχει θάρρος να μου πει άμα φταίω. Για αυτό στέκομαι εδώ πέρα. Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Και ρωτάω τους περαστικούς, τον περαστικό, τι πιστεύει, φταίω; Φταίω; Εσύ; Εσύ τι πιστεύεις, φταίω; Μακάρι να μπορούσα να πω "αν δεν είχα περάσει από δίπλα του, θα 'ταν νεκρός". Αλλά δεν γίνεται. Και που πέρασα, δεν άλλαξε τίποτα. Εσύ τι πιστεύεις; Αν, ας πούμε, είχα κάνει πιο γρήγορα; Αν είχα περάσει δέκα λεπτά νωρίτερα; Δέκα λεπτά. Ξέρεις τι έκανα δέκα λεπτά πριν; Έφτιαχνα τα μαλλιά μου στον καθρέφτη. Είχα, λέει, μια δουλειά σημαντική. Κατάλαβες; Είχα μία δουλειά σημαντική, και δεν ήξερα, δεν ήξερα, αυτό είναι το πρόβλημα, γι' αυτό δεν φταίω. Όμως όταν έμαθα, μέχρι να σε πάρω στα χέρια μου, αυτό το λίγο, αυτή η μικρή στιγμή που έκατσα κι έχασκα σαν τον βλάκα μέχρι ν' αποφασίσω τι σκατά να κάνω, αυτή η λίγη ώρα, θα μπορούσες να ήσουνα ζωντανός, κατάλαβες; Για αυτό φταίω. Φταίω. Όπως έφταιξα και άλλοτε. Τότε. Όπως έφταιξα τότε με το σκυλί και το αλουμινόχαρτο. Κατάλαβες; Γιατί αυτή η ιστορία, αυτός ο θάνατος, αυτό συνέβη δύο φορές. Δύο. Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Σ' αυτό το παγκάκι που τελικά ξηλώσανε. Που ήρθα και κάθισα όταν έμαθα ότι. Ότι. Σ' αυτό το παγκάκι, σ' αυτό. Σ' αυτό ακριβώς. Και έβαλα τη μούρη μου στα χέρια μου, σαν τον βλάκα, σαν την στρουθοκάμηλο που χώνει το κεφάλι της στο χώμα για να προστατευτεί, λες κι η υπόλοιπη δεν περισσεύει απ' έξω. Κατάλαβες; Και ρωτούσα, ρωτούσα για μέρες, για μήνες, εσείς τι πιστεύετε, εσύ, τι πιστεύεις, φταίω; Φταίω; Και δεν ξέπλενα το αίμα από την μπλούζα μου. Ούτε την άγγιζα. Την είχα αφήσει στο μέρος που την πέταξα όταν γύρισα σπίτι. Στο παγκάκι, στο παγκάκι περνούσε κόσμος, έβλεπε το αίμα, με ρωτούσε, κύριε, είστε καλά; Κύριε. Απαντούσα, δεν απαντούσα, δεν θυμάμαι. 
  
 Άκου, η μιζέρια δεν είναι βιοχημική. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Δεν φταίει ο εγκέφαλος. Αυτό που ζω, αυτό που αισθάνομαι τώρα, αυτό δεν είναι βιοχημικό. Δεν γίνεται να είναι βιοχημικό. Είναι ολόκληρο, υπάρχει, και το γέννησα, το γέννησα, που να με πάρει ο διάολος, το γέννησα. Δεν θέλω χάπια, δεν θέλω τίποτα, θέλω μόνο μία απάντηση, κάτι, να που πει κάποιος, φταίω; Φταίω; Και, στην τελική, πώς γίνεται να εμπιστεύεσαι το ίδιο σου το γαμημένο το κεφάλι στα χέρια αυτής της κοινωνίας που σε σκότωσε τη μέρα που γεννιόσουν για να ξεζουμίσει από εσένα εκείνο το μικρό ποσοστό που της αναλογούσε; Ουφ. Λαχάνιασα. Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Αυτή η βιοχημεία που τόσο περήφανα σου κατεβάζουν, είναι η φθηνή εξήγηση που δίνουν για να καλύψουν το κενό που δημιούργησαν. Γιατί, εντάξει, τώρα το κεφάλι συνήθισε σ' αυτόν τον μίζερο λάκκο και δεν λέει να βγει. Εντάξει. Όμως, γιατί μπήκε; Στο είπανε αυτό; Πώς να στο πούνε; Αφού αυτοί σε σπρώξαν. Να πέσεις απ' το περβάζι που, δήθεν, δεν χώραγες. Επειδή αυτοί, με τις μεγάλες, χοντρές κωλάρες τους, έπρεπε να βολευτούν πιο όμορφα. Στο είπανε αυτό; Ή μόνο τρομακτικές, μακροσκελείς λέξεις σε -ίνη; Γαμώ. Γαμώ. Θυμάται κανείς εκείνο το πεδίο ορισμου που ψάχναμε να βρούμε; Το βρήκα. Είναι Κονδυλάκη και Μελίνας Μερκούρη, γωνία. Θυμάται κανείς; Την είδηση, θυμάστε την είδηση; Πώς είναι δυνατόν να ξεχνάτε; Πώς γίνεται; Πώς γίνεται εκείνη η είδηση που τόσο ξερά περιέγραφε την ημέρα που κλειδώθηκες στο μπάνιο και πήρες το ξυράφι και το έβαλες εκεί που δεν ήθελα με τον τρόπο που δεν ήθελα και μετά εγώ μπήκα στο σπίτι και σε έψαχνα και φώναζα και δεν άνοιγε η κωλόπορτα του μπάνιου, αυτή η άσπρη, αυτή η κωλόπορτα, την είχες κλειδώσει, δεν σου έφτανε δηλαδή που, και την έσπασα την πουτάνα και μπήκα μέσα και σε βρήκα έτσι όπως σε βρήκα και έμεινα και έχασκα σαν τον βλάκα και αυτό το κόκκινο πράγμα ακόμα έσταζε, αλήθεια, ακόμα, το θυμάμαι, εσείς πώς γίνεται να μην θυμάστε, αφού το γράψαν κι οι εφημερίδες ακόμη, και εδώ, εδώ στο περίπτερο, την επόμενη μέρα, κρεμόντουσαν σαν κηδειόχαρτα τα πρωτοσέλιδα που θρηνούσανε δήθεν για σένα, πώς γίνεται να μην θυμάστε, αυτά τα πρωτοσέλιδα, και το σκυλί, το σκυλί που ούρλιαζε, λες και το 'στειλε, δεν ξέρω ποιος, λες και, δεν ξέρω, το σκυλί που ούρλιαζε, πώς γίνεται, πώς γίνεται τότε, γιατί να μην ήξερα, γιατί να έστεκα έτσι να χάσκω, γιατί να μην καταλάβαινα, τι το ήθελα το γαμήδι το ξυραφάκι, γιατί δεν άκουγα, αγκαλιάστε με, αγκαλιάστε με γαμώ την παναγία σας, αγκαλιάστε με και πείτε μου πως φταίω, όχι για την ώρα του θανάτου μα για την πορεία του, αγκαλιάστε με, γαμώ την παναγία σας, και πείτε μου, φταίω; Φταίω 

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

αν με πίστευες λιγάκι, θα 'ταν όλα αληθινά

 Ο μύθος έλεγε πως στο τέλος του λευκού δρόμου π' ανοίγει το φεγγάρι στην θάλασσα τη νύχτα, βρίσκεται το σεντούκι με τον μεγαλύτερο θησαυρό. Μας το 'λεγε η μάνα μας όταν ξαπλώναμε για ύπνο, μαζί μ' άλλες ιστορίες. Μεγαλύτερο απ' το σεντούκι που 'ναι στην άκρη του ουράνιου τόξου; Μεγαλύτερο, έλεγ' η μάνα μας. Κι έχει μέσα όλου του κόσμου τα μεταξωτά και τα διαμάντια, αυτά που για χρόνια μαζεύαν οι γοργονάνθρωποι απ' τα ναυάγια. Τον φυλά η Μεγάλη Φάλαινα, που 'ναι σε μήκος όσο το χωριό μας· λένε πως έκλεψε το σεντούκι απ' τις γοργόνες, κι ο Ποσειδώνας, για να την τιμωρήσει, την καταδίκασε να 'ναι για πάντα μονάχη, στο βάθος της θάλασσας. Την αλυσόδεσε δίπλα στον θησαυρό κι έδωσε το κλειδί να το καταπιούν οι καρχαρίες. Κι έτσι η Φάλαινα πια δεν κουνά· μόνο τραγουδεί και φυλά τον θυσαυρό της σα να 'ναι μικρό παιδί.. Εγώ, μάνα, δεν φοβάμαι. Θα πάω να βρω τον θησαυρό, να γιατρέψω την φτώχεια μας. Έτσι έλεγε ο αδερφός μου κι η μάνα μου γελούσε γαληνεμένη. Να πας, παιδί μου. 

 Όταν τη βρήκαμε στο πάτωμα κάτασπρη, ο αδερφός μου ήτανε πια δεκατριών κι εγώ δεκάξι. Έτρεξε να φέρει το γιατρό κι εγώ έμεινα στο πλάι της, να της μιλώ και να την λούζω με κρύο νερό, να ξυπνήσει. 

 Απόγεμα καλοκαιριού κι έτρεχε μπροστά ο αδερφός μου κι εγώ ξωπίσω. Τον έβλεπα να χάνεται πίσω από χορτάρια ίσαμε δυο φορές το μπόι του. Φωνές και γέλια. Θα πάω, έλεγε. Θα πάω, κι ύστερα δεν θα περπατάς ξυπόλυτη, κι η μάνα μας θα φοράει μακριά χρωματιστά φορέματα. Με μετάξια και βαμβάκια που πλέξανε γι' αυτήν οι γοργόνες. Μετά το χωράφι, απλωνότανε η παραλία. Τρέχαμε κι αφήναμε στην αμμουδιά παιδικές πατημασίες. Αυτά τ'απογεύματα παίρνανε πάντα αναβολή. Λίγο ακόμη, λίγο ακόμη. Καθόμασταν στο μόλο και χαζεύαμε τις ψαρόβαρκες που γυρνούσανε. Ώσπου να νυχτώσει, κι ύστερα η μάνα μας ήξερε πού να μας βρει. 
 Με τ' άλλα παιδιά του χωριού δεν ανταλλάζαμε πολλές κουβέντες. Κάνανε πράματα που εμάς δεν μας νοιάζανε. Είχαμε, έτσι κι αλλιώς, ο ένας τον άλλο. Κι αυτό το συνήθειο, όπου περνάμε να μας φωνάζουνε τα ορφανά. Τα στιγματισμένα. Πού 'ναι, ρε, ο πατέρας σας; Έτσι μας λέγανε. Κι αυτό ρωτούσαμε κι εμείς. 

 Η μάνα δεν ξύπνησε. Ό,τι έμεινε απ' την αγκαλιά ήτανε μια μαρμάρινη πλάκα μ' ένα όνομα και δυο χρονολογίες.

 Καθίσαμε στο μόλο ξανά. Ήμασταν πια μεγάλοι και δεν πείραζε να μην ήμασταν σπίτι κι ας είχε νυχτώσει από ώρα. Μου έλεγε πως δεν του αρέσει στο σπίτι με την κυρά Μαρίνα. Είχε σημάδια στα χέρια απ' τη βέργα. Του 'δειξα τα δικά μου. Η Μαρίνα ήτανε η γυναίκα του παπά. Με 'κλεινε στην αποθήκη και μου 'λεγε πως από τότε που 'ρθα στο σπίτι, ο παπάς μόνο τα μπούτια μου κοιτάζει. Με χτυπούσε παντού. Κάθε μεσημέρι, στην αποθήκη. Πως όλο πιάνει τον παπά που χαζεύει τα στήθια μου. Με φώναζε με λέξεις που δεν ήθελα να μάθει ο αδερφός μου. Δάκρυσε πρώτος. Εγώ έπρεπε να 'μαι η δυνατή και να μην κλαίω. Περάσανε έτσι ώρες. Κείνος να κλαίει στην αγκαλιά μου κι εγώ να γλείφω τα δάκρυα απ' τα μάγουλα, πριν στάξουνε και με καταλάβει. Είχαμε στην πλάτη μας εκείνο τον γιγάντιο λίθο της ματαιότητας. Για ένα πιάτο φαί κι ένα κρεβάτι να ζούμε έτσι ταπεινωμένοι. Κι η μοίρα που αντάλλαξε το μητρικό χάδι με τη βέργα.
 Αν βρίσκαμε τον θησαυρό, ξεκίνησ' ο αδερφός μου. Ποιον θησαυρό; Έκαμα πως δεν θυμόμουν. Το σεντούκι της Μεγάλης Φάλαινας. Εγώ ήξερα πως τέτοια πράματα δεν υπήρχανε. Μα μπροστά στη λάμψη που πήρανε ξάφνου τα μάτια του αδερφού μου, δίστασα. Δεν μίλησα. Εκείνος συνέχισε. Πως θα κλέψουμε το καίκι του Γιώργη, που 'ναι το πιο μεγάλο καράβι και θ' αντέξει στις φουρτούνες περισσότερο. Συμφωνήσαμε πως θα μπαρκάραμε το επόμενο βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα. Είχε ακόμα Πανσέληνο και θα βρίσκαμε τον δρόμο. 

 Μεσημέρι της επομένης, ο καύσωνας πύρωνε το χωριό, καθόμουνα ξαπλωμένη στην αυλή. Φορούσα το αγαπημένο μου φόρεμα, παλιό της μάνας μου, απ' όταν ήτανε ακόμα στην ηλικία μου. Η Μαρίνα έλειπε. Ο παπάς με πήρε απ' το χέρι·αντιστάθηκα· με τραβούσε με βία, βαθιά στα χωράφια. 
 Με παράτησε μόνη στα χορτάρια, ένιωθα το σώμα μου να σβήνει στον φόβο, ήταν τα πόδια μου ξένα, τα χέρια μου ξένα, το κεφάλι ξένο. Δεν μου άνηκα πια. Κουλουριάστηκα κι έγινα σπόρος, να φυτρώσει από 'μένα ένα μεγάλο, αιωνόβιο δέντρο. Έμεινα εκεί ως το ξημέρωμα, ψάχνωντας να βρω τα κομμάτια μου. 

 Κατέβηκα τον δρόμο προς την θάλασσα με πόδια που ίσα π' ακουμπούσανε το έδαφος καθώς έτρεχα να προλάβω τον αδερφό μου. Βρήκα μόνο τα παπούτσια και τα ρούχα του πεταμένα στην άκρη του μόλου. 


 Περιμένω τόσα μερόνυχτα να γυρίσει. Σαν άγαλμα μαρμάρωσα στην άκρη της αποβάθρας. Το φεγγάρι άδειασε, γέμισε, άδεισε, γέμισε ξανά. Αμέτρητες φορές παρακολούθησα τον κύκλο του. Απ' τον λαιμό μου περνούν οι ψαράδες τα ρεμέντζα απ' τα καίκια τους, κι ακουμπώντας στο σώμα μου τα πιτσιρίκια σκαρφαλώνουνε απ' τη θάλασσα στο μόλο. Όταν γεμίζει η Σελήνη, γυαλίζει το σώμα μου σαν το χρυσάφι. Κι εγώ, με αίγλη, τραγουδώ τη μοναξιά μου· και περιμένω πιστά τα χέρια που θα κλέψουνε τον θησαυρό μου.